Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

(Ψηφιακή) Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967)

Το σημαντικότερο περιοδικό της ελληνικής αριστεράς για τον πολιτισμό, την τέχνη και τη λογοτεχνία είναι ψηφιοποιημένο και προσβάσιμο.

Η Επιθέωρηση Τέχνης (1954-1967) αποτυπώνει τις αναζητήσεις της ελληνικής αριστεράς στις μετεμφυλιακές πραγματικότητες, την Άνοιξη της δεκαετίας του 1960 και τους προβληματισμούς και τις εντάσεις γύρω από το μέλλον του κινήματος μέχρι την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας τον Απρίλιο του 1967.

Η διαδικασία της ψηφιοποίησης και της παράδοσης του εμβληματικού περιοδικού στους φυσικούς του αποδέκτες έγινε με την ευγενική παραχώρηση του Νίκου Σιαπκίδη.

Όλα τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης βρίσκονται ψηφιοποιημένα εδώ έτοιμα να τα ξεφυλλίσετε!

5049.0001
τχ. 1 (Χριστούγεννα 1954)
5049.0002
τχ. 2 (2/1955)
5049.0003
τχ. 3 (25/3/1955)
5049.0004
τχ. 4 (4/1955)
5049.0005
τχ. 5 (5/1955)
5049.0006
τχ. 6 (6/1955)
5049.0007
τχ. 7 (7/1955)
5049.0008
τχ. 8 (8/1955)
5049.0009
τχ. 9 (9/1955)
5049.0010
τχ. 10 (10/1955)
5049.0011
τχ. 11 (11/1955)
5049.0012
τχ. 12 (12/1955)
 5049.0013
τχ. 13 (1/1956)
5049.0014τχ. 14 (2/1956)
5049.0015 
τχ. 15 (3/1956)
 5049.0016
τχ. 16 (4/1956)
5049.0017
τχ. 17 (5/1956)
5049.0018
τχ. 18 (6/1956)
 5049.0019
τχ. 19 (7/1956)
5049.0020
τχ. 20 (8/1956)
5049.0021
τχ. 21 (9/1956)
5049.0022 
τχ. 22 (10/1956)
5049.0023
τχ. 23-24 (11-12/1956)
5049.0025
τχ. 25 (1/1957)

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Μια διδακτική επέτειος: Συμφωνία της Βάρκιζας τότε - 3ο Μνημόνιο τώρα: τα όρια των συμβιβασμών και η Αριστερά

"Εξαιτίας του κλίματος τρομοκρατίας και πόλωσης, το ΚΚΕ θα ζητήσει αναβολή των εκλογών και σχηματισμό νέας κυβέρνησης με συμμετοχή του ΕΑΜ, τα οποία θα απορρίψουν κυβέρνηση και Βρετανοί."

Πως η ιστορία διδάσκει: τότε τις τελικές αποφάσεις έπαιρναν οι "σύμμαχοι" Βρετανοί σήμερα οι "εταίροι" Γερμανοί...

Συμφωνία της Βάρκιζας: Τελευταία πράξη των Δεκεμβριανών

του Πολυμέρη Βόγλη /tvxs

Μετά από τριάμισι χρόνια Κατοχής τα γερμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944. Το τέλος της Κατοχής δεν έφερε την ειρήνη στη χώρα. Οι συγκρούσεις μεταξύ της μεγαλύτερης οργάνωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αφενός με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και αφετέρου με τους ένοπλους συνεργάτες των Ναζί είχαν δημιουργήσει μια κατάσταση πόλωσης και βίας, η οποία είχε επιδεινωθεί από την οικονομική κατάρρευση και τη δυστυχία που είχαν προκαλέσει οι κατακτητές. Η επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης από το Κάιρο στην Αθήνα μόνο προσωρινά κατεύνασε τα πνεύματα.

Η διαφωνία των υπουργών του ΕΑΜ με την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου σχετικά με τη συγκρότηση του μελλοντικού στρατού, οδήγησε στην παραίτηση τους. 
Η οριστική ρήξη ανάμεσα στο ΕΑΜ και την κυβέρνηση ήλθε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, όταν η αστυνομία πυροβόλησε κατά του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί μετά από κάλεσμα του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ κινητοποίησε τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και τις μονάδες που βρίσκονταν κοντά στην Αθήνα με αποτέλεσμα η στρατιωτική σύγκρουση να γενικευτεί και να περάσει στην ιστορία με την ονομασία Δεκεμβριανά. 
Η κυβέρνηση είχε την πολύτιμη στρατιωτική βοήθεια της Μ. Βρετανίας και τελικά μετά από σκληρές μάχες 33 ημερών στην πρωτεύουσα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στις 5 Ιανουαρίου 1945. 

Στα Δεκεμβριανά ο ΕΛΑΣ έχασε 2.000-3.000 άνδρες, ενώ άλλοι περίπου 7.500 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. 

Από την κυβερνητική πλευρά σκοτώθηκαν 3.500 άνδρες, και οι Βρετανοί έχασαν 300 άνδρες. 

Η μάχη της Αθήνας σημαδεύτηκε από πολλές αγριότητες καθώς και από τη σύλληψη 8.000 ομήρων από τον ΕΛΑΣ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα μακριά από την Αθήνα.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφτηκε η τελευταία πράξη των Δεκεμβριανών, η συμφωνία της Βάρκιζας 

Η συμφωνία είχε ως στόχο να καθορίσει το πλαίσιο του πολιτικού βίου μετά τα δεδομένα που είχε διαμορφώσει η ήττα του ΕΑΜ. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ ήταν ο Γ. Σιάντος και επικεφαλής της κυβέρνησης Πλαστήρα ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος. 

Η Συμφωνία της Βάρκιζας όριζε ότι ο ΕΛΑΣ θα διαλυόταν και οι άνδρες του θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά δεσμευόταν να εξασφαλίσει τα συνταγματικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, να εκκαθαρίσει τον κρατικό μηχανισμό από όργανα της μεταξικής δικτατορίας και συνεργάτες των Γερμανών και να προχωρήσει στη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό και σε εκλογές. Τέλος, προβλεπόταν η αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων που είχαν διαπραχθεί κατά τα Δεκεμβριανά, εκτός από τα κοινά αδικήματα «τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος».

Η εξαίρεση των κοινών αδικημάτων από την αμνηστία θα είναι αυτή που θα επιτρέψει τη μαζική δίωξη μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τους μήνες που θα ακολουθήσουν. Το ΕΑΜ, από την πλευρά του, μόνο εν μέρει τήρησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ αποκρύφτηκε, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα (και αφού η Εθνοφυλακή είχε ανακαλύψει πολλές από τις κρυψώνες).
 

Η περίοδος που ξεκινά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας και μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1946, χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο μέρος των ιστορικών ως περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας», λόγω των συστηματικών διώξεων οπαδών του ΕΑΜ. 

Στόχος τους ήταν η αποδυνάμωση του ΕΑΜ μέσα από την εξουδετέρωση των κοινωνικών του ερεισμάτων και τη διάλυση των οργανώσεών του. Για να το επιτύχουν αυτό έπρεπε πρώτα να συγκροτήσουν ένα νομιμόφρονα κρατικό μηχανισμό, το οποίο σήμαινε την απομάκρυνση όλων των φιλοεαμικών στοιχείων και τη στρατολόγηση αντικομμουνιστών. Παράλληλα η κυβέρνηση επεδίωξε να τρομοκρατήσει τους οπαδούς του ΕΑΜ. Στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα, η Εθνοφυλακή αρχικά και η Χωροφυλακή στη συνέχεια, σε συνεργασία δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες, εξαπέλυσε μια εκστρατεία βίας κατά των αριστερών στα χωριά. Σύμφωνα με το ΕΑΜ, περίπου 1.500 αριστεροί δολοφονήθηκαν, 6.500 τραυματίστηκαν ή βασανίστηκαν, και 700 γραφεία και τυπογραφεία του ΕΑΜ καταστράφηκαν.

Στο ίδιο πλαίσιο οργανώθηκε μια τεράστια επιχείρηση συλλήψεων και φυλακίσεων. 

Με βάση το άρθρο της Συμφωνίας της Βάρκιζας, το οποίο εξαιρούσε από την αμνηστία τα κοινά ποινικά αδικήματα, εκδόθηκαν 80,000 εντάλματα σύλληψης, συνελήφθησαν 50,000 άτομα και φυλακίστηκαν πάνω από 10,000 αριστεροί. Αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που το ΚΚΕ και το ΕΑΜ τηρούν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δηλαδή προσπαθούν να αναπτύξουν πολιτική δράση στα πλαίσια της νομιμότητας. Παρά το γεγονός ότι κατά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού δεν παραδόθηκε, ο κόσμος του ΕΑΜ απέχει από οποιαδήποτε χρήση βίας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σταδιακά πετυχαίνουν να ανασυγκροτήσουν τις οργανώσεις τους στις μεγάλες πόλεις (και ειδικά στα εργατικά σωματεία), αλλά στην επαρχία όπου η τρομοκρατία είναι ανεξέλεγκτη αυτό είναι αδύνατο.

Ένας σημαντικός αριθμός διωκόμενων αριστερών καταφεύγει στα βουνά και κάποιοι περνούν στη Γιουγκοσλαβία, οι οποίοι συγκεντρώνονται στο στρατόπεδο του Μπούλκες. 

Παρά ταύτα η γραμμή του ΚΚΕ δεν αλλάζει ούτε μετά την άφιξη στην Ελλάδα του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος στα χρόνια της κατοχής ήταν έγκλειστος στο Νταχάου. Αντίθετα επιβεβαιώνεται με την αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος προσπαθεί να συγκροτήσει ένοπλες ομάδες παρά την αντίθεση του κόμματος. 

Ενώ η πολιτική της νομιμότητας αποτελεί σαφή επιλογή για την ηγεσία του ΚΚΕ, πυκνώνουν οι πιέσεις από τη βάση του κόμματος για μία πιο δυναμική στάση. Αυτή η πίεση προέρχεται κυρίως από τις αγροτικές περιοχές και τα χωριά όπου οι αριστεροί υπόκεινται σε συστηματικές διώξεις ενώ ταυτόχρονα ο αποκλεισμός τους από τη διανομή της ξένης βοήθειας τους οδηγεί στην εξαθλίωση. Απηχώντας αυτές τις πιέσεις το ΚΚΕ ήδη από τον Ιούνιο του 1945, αλλά και στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945, θα κάνει λόγο για «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα» ενάντια στην τρομοκρατία των δεξιών παραστρατιωτικών ομάδων. Η πόλωση δεν υποχωρούσε, αντίθετα οξυνόταν.

Το μεγάλο θέμα που εκκρεμούσε ήταν η διεξαγωγή εκλογών (και μετά από αυτές το δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά). 
Από αυτή την άποψη το θέμα της κυβέρνησης που θα διοργάνωνε τις εκλογές ήταν κρίσιμο. 

Η παραίτηση της κυβέρνησης του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη και (μετά από τη πάρα πολύ σύντομη θητεία της κυβέρνησης του Παναγιώτη Κανελλόπουλου) ο σχηματισμός στις 22 Νοεμβρίου 1945 κυβέρνησης από τον μετριοπαθή ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη ήταν ένα θετικό βήμα, όπως επίσης και ο νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών τον Δεκέμβριο του 1945, ο οποίος οδήγησε στην αποφυλάκιση πολλών πολιτικών κρατουμένων.

Η νέα κυβέρνηση όμως δεν περιελάμβανε μέλη του ΕΑΜ, ενώ η «λευκή τρομοκρατία» γνώρισε νέα έξαρση τον Ιανουάριο του 1946 με επίκεντρο την Καλαμάτα. 
Εξαιτίας του κλίματος τρομοκρατίας και πόλωσης, το ΚΚΕ θα ζητήσει αναβολή των εκλογών και σχηματισμό νέας κυβέρνησης με συμμετοχή του ΕΑΜ, τα οποία θα απορρίψουν κυβέρνηση και Βρετανοί. 
Σε αυτές συνθήκες γίνεται η 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ στις 12-15 Φεβρουαρίου 1946 και αποφασίζεται η αποχή από τις εκλογές της 31 Μαρτίου. 

Αυτή η απόφαση έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων σχετικά με το εάν το ΚΚΕ αποφάσισε να ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι το ΚΚΕ για πρώτη φορά ενέταξε στη γραμμή του τη χρήση στρατιωτικών μέσων και προσανατολίστηκε σε μια διπλή τακτική: νόμιμη-πολιτική και παράνομη-ένοπλη.


* Κείμενο του Πολυμέρη Βόγλη από το Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Παναγιώτης Κονδύλης: Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας - Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία

Θεμέλιο, 2011
69 σελ.
ISBN 978-960-310-351-6
2 κριτικές για το βιβλίο


Η άλωση του κράτους από την κοινωνία

Ο Παναγιώτης Κονδύλης αναζητά τις αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας στον τρόπο που συνδέθηκαν οι παραγωγικές τάξεις μεταξύ τους και πως επηρέασαν αυτές την κρατική δομή. Σωστά ασφαλώς έπραξε ο εκδότης του Θεμέλιου να αποσπάσει από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη με τον τίτλο Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία (1991) την εισαγωγή και να την εκδώσει αυτόνομα. Μέρες που είναι οι σοβαρές γνώμες παραμένουν ακριβοθώρητες, κατά συνέπεια ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει τον εαυτό του πάνω σ’ ένα δύσκολο ζήτημα και συνάμα ν’ απολαύσει την επιχειρηματολογία ενός άνθρωπου που μπορεί να σταδιοδρόμησε λαμπρά στη Γερμανία, ωστόσο ουδέποτε έκοψε τους δεσμούς του με τα πάτρια.

Το καίριο πρόβλημα για το νεοπαγές βασίλειο της Ελλάδος αφορούσε βέβαια τη συγκρότηση της ντόπιας κοινωνίας, με αιχμή την αστική λεγόμενη τάξη. Υπήρχε αστική τάξη ή δεν υπήρχε; 

Οι εύποροι πολίτες, οι πλουτοκράτες, οι νοικοκυραίοι, ο παροικιακός ελληνισμός, συγκροτούσαν όντως μια τάξη που θα μπορούσε να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη της πτοημένης χώρας; Ο Κονδύλης είναι κατηγορηματικός: περνώντας στον εικοστό αιώνα, αποφαίνεται ότι στη χώρα μας η «αστική τάξη» εισήχθη ως έννοια, φέροντας φορτίο αρνητικών παρασημάνσεων. Συγκεκριμένα, η αστική τάξη θεωρήθηκε στα καθ’ ημάς αντίπαλος της ανερχόμενης εργατικής τάξης, ενώ στην Ευρώπη -για μακρό, χρονικό διάστημα- ενσάρκωνε τον κύριο κοινωνικό αντίπαλο της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, με άλλα λόγια ήταν φορέας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. 

Η απορία είναι απλή: θεωρήσαμε, άραγε, την αστική τάξη ως προοδευτικό στοιχείο ή εξ υπαρχής την καταδικάσαμε ιστορικά; Το παράταιρο εν προκειμένω αφορά την εισαγωγή κοινωνικών όρων που δεν αντιστοιχούσαν στα ντόπια δεδομένα. Με έννοιες προωθημένων κοινωνιών, όπως ήταν οι ευρωπαϊκές, πασχίζαμε να αναλύσουμε τη δική μας κοινωνία που απείχε παρασάγγες. Συγκεκριμένα, οι δραστηριότητες των καραβοκυραίων και των βιοτεχών αποτελούσαν μάλλον φαινόμενα προκαπιταλιστικά, καθώς οι εργασιακές σχέσεις διέπονταν από άγραφους πατριαρχικούς νόμους του δούναι και λαβείν, καλλιεργώντας με άλλα λόγια τη σχέση υπακοής και προστασίας. Λόγος για αστικό πολιτισμό δεν μπορεί να γίνει, απεναντίας η Ελλάδα εξακολουθούσε να κινείται στο πλαίσιο της βαλκανικής πατριάς.
Δύο καίρια χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονδύλης: δεν επετεύχθη «μετακένωση» στο εσωτερικό ούτε της αστικής δραστηριότητας ούτε ενός κάποιου σοβαρού νεοελληνικού Διαφωτισμού. 

Ο καπιταλισμός ήταν αρχικά ευρωπαϊκό φαινόμενο, καθότι και ο φεουδαλισμός ευρωπαϊκού τύπου (άγνωστός σε ‘μας) αποτέλεσε την απαραίτητη αρνητική προϋπόθεση για την ανάπτυξη αστικής τάξης. Όπερ σημαίνει ότι οι φορείς της οικονομικής ανόδου δεν απέβαλαν τα πατριαρχικά τους γνωρίσματα. Αν άτομα και ομάδες του παροικιακού Ελληνισμού απέκτησαν αξιόλογη οικονομική ισχύ, αυτό οφειλόταν στην ταύτιση των συμφερόντων τους με συμφέροντα αγγλικών, κυρίως, μεγάλων εταιρειών.

«Εδώ έλειπε μια ουσιώδης διάσταση της αστικής οικονομίας, του αστικού πολιτισμού και της αστικής αυτοσυνείδησης: η διάσταση η προμηθεϊκή, η οποία, ιδίως στο οικονομικό επίπεδο, και ιδίως από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, συνδεόταν πρωταρχικά με τη μορφή του καινοτόμου βιομήχανου ως φορέα και πρακτικού μετουσιωτή του πνεύματος της σύγχρονης επιστήμης και τεχνικής, του πνεύματος της προόδου και της ρήξης με τη στείρα παραδοσιοκρατία του αγροτικού πατριαρχισμού»(σ. 24).

Όπου δεν έχουμε ακέραια και μεστή προόδο, μοιραία παρατηρούμε ποικίλες στρεβλώσεις. Η εισαγωγή του βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού, για παράδειγμα, και η καθολική ψηφοφορία δεν ήταν αναπόδραστη απόρροια εγγενών συνθηκών αλλά ξένη πρωτοβουλία, η οποία οδήγησε σε «τερατογενετικά» και «ιλαροτραγικά» μορφώματα. Τι σχέση μπορούσαν να έχουν ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία με μια κοινωνία που ήταν παγιδευμένη σε πατριαρχικές σχέσεις, νοοτροπίες και αξίες; 

Ένα αρχιβασικό ζήτημα ήταν ο χωρισμός του κράτους από την κοινωνία που αντι να εμπεδωθεί, μετέτρεψε το κράτος σε εντολοδόχο του γενικού συμφέροντος. Τις συνέπειες τις διακρίνουμε σήμερα σε όλο τους το μεγαλείο. Ο κρατικός μηχανισμός διογκώθηκε λόγω του κοινοβουλευτικού συστήματος, επειδή τα κόμματα εξασφάλιζαν ψηφοφόρους, παρέχοντας υπαλληλικές και άλλες θέσεις. Το κράτος μεταμορφώθηκε σε εργοδότη και τα κόμματα σε πιστό νομέα της κρατικής εξουσίας. Ο κομματάρχης εξελίσσεται σε μεσάζοντα που αποκαθιστά κοινωνικά τους οπαδούς του κόμματος. Πρόκειται για το πελατειακό κράτος που ζει και βασιλεύει μέχρι σήμερα.

Από τη μιά έχουμε πατριαρχικό κοινοβουλευτισμό και από την άλλη σπάνη θέσεων εργασίας στην ελεύθερη αγορά. Αυτή η στρέβλωση όχι μόνο δεν βοήθησε την αστική τάξη, αλλά αποτέλεσε τροχοπέδη και εμπόδιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα αστικά τζάκια με την οπισθοδρομική τους νοοτροπία εδραίωσαν μια νοοτροπία προαστική, όπου το πολιτικο-κομματικό παιχνίδι κυριάρχησε. Ο ψηφοφόρος παρείχε και παρέχει υποστήριξη, διεκδικώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους. Διόλου παράδοξο, λοιπόν, το γεγονός ότι τα ντόπια κόμματα ήταν και είναι κόμματα κρατικά, κρατικιστικά και συνάμα «λαϊκά», όπου η συνεπής ταξική πολιτική παρέμεινε απλή προσδοκία, καθώς η αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε μια μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών που έλκονταν από δεξιά, φιλελεύθερα ή αριστερά συνθήματα.

Το δημοσιοϋπαλληλίκι αναδείχτηκε σε χρυσόμαλλο δέρας του Νεοέλληνα μικροαστού που ανήκε σε πληθυσμιακά στρώματα, καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη. Περιττό να τονιστεί ότι η αγραμματοσύνη, η στενοκεφαλιά, η κουτοπονηριά και η ευνόητη ανικανότητα αποτελούσαν τροχοπέδη για τον κρατικό μηχανισμό. Άλλωστε, ο μέσος δημόσιος υπάλληλος δεν μπορούσε να προσανατολιστεί σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Αντίθετα, ο ορίζοντάς του μόλις που έφτανε στο συγγενολόι, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στους φίλους και στους προστάτες. Το «ρουσφέτι», τουρκικό κατάλοιπο, αναδείχτηκε σε σχολείο παρανομίας, καθοδήγησης και αφανούς παραβατικότητας.

Από την άλλη μεριά, η διάσταση έθνους και κράτους αποτελεί μια άλλη σοβαρή διάσταση της ελλιπούς ανάπτυξης του αστικού κράτους. Εφόσον η μεγάλη ιδέα ανέβαλε την εποχή της ισχύος έως να ανακτηθούν τα χαμένα εδάφη, το ασύμπτωτο εθνους και κράτους οδηγησε σε προαστικά και πατριαρχικά σχήματα. Το έθνος παρέμεινε ως μέγεθος ευρύτερο από το κράτος, άρα ανεξάρτητο από την ιδέα της σύγχρονης θεσμικής οργάνωσης, έτσι η εθνική ιδεολογία στράφηκε προς φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες (γλωσσικό, θρησκευτικό, χαμένες πατρίδες), αφήνοντας στο περιθώριο την απαραίτητη θεσμική οργάνωση. 

Το εκκλησιαστικό ζήτημα ο Κονδύλης το επιλύει δίκην γόρδιου δεσμού. Η Εκκλησία ήταν θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός. Άρα, είναι σφάλμα να λέμε οτι η Εκκλησία πρόδωσε το έθνος. Εκ των υστέρων, η Εκκλησία θα ταυτιστεί με το έθνος και το κράτος - όσο για τον χωρισμό τους, δεν θα τολμήσει να τον απαιτήσει ούτε καν η Αριστερά. Προϊόντος του χρόνου, η Εκκλησία θα ηγηθεί πνευματικά του εθνους, θα γίνει παράγοντας εθνικής συσπείρωσης και μέγας παράγοντας του νεοπαγούς ελληνο-κεντρισμού. Καθώς ο σκιώδης αστισμός αντιπαρατασσόταν στον πατριαρχικό εθνικισμό, δημιουργήθηκε μια ιδεολογία που επικάλυπτε τις βαθύτερες αντιφάσεις. Για παράδειγμα, η αρχαιολατρία συναιρέθηκε ιδεολογικά με τον Χριστιανισμό! Ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός πάτησε πόδι επί πάντων - ορατών και αοράτων.

Γράφει ο Κονδύλης: «Οι ραγδαίες κοινωνικές ανακατατάξεις που συνόδευσαν τα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου πολέμου και του εξαμβλωματικού εκσυγχρονισμού των επόμενων δεκαετιών σήμαναν τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από το καθεστώς του πατριαρχικού και του νόθου ή επίπλαστου αστισμού στο καθεστώς μιας εξίσου νόθας μαζικής δημοκρατίας, δηλαδή μιας δημοκρατίας με πολύ μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα απο πριν, αλλά ταυτόχρονα ανίκανης ν’ απαλλαγεί από τις πολιτειακές νοοτροπίες και σχέσεις που της κληροδότησε η προτέρα κατάσταση. Απεναντίας μάλιστα, η αναμφισβήτητη διεύρυνση της δημοκρατίας και του πλουραλισμού, ιδίως στη μεταδικτατορική περίοδο, οδήγησε τελικά στην επίταση των διαρθρωτικών αδυναμιών του συστήματος, εφόσον οι άμεσα ενδιαφερόμενοι «κλάδοι» τη χρησιμοποίησαν για να εμπεδώσουν και να επαυξήσουν όσα τους είχε ήδη αποφέρει η πελατειακή συναλλαγή κομμάτων και ψηφοφόρων. 

Πρέπει να πούμε ότι οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα, άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε σήμερα ν’ αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα», καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Έτσι, σε γενικές γραμμές εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός»(σ. 58).

Όσο για τον «λαϊκισμό», που απέβη πλέον μέγα επιχείρημα όλων των παρατάξεων, πέρα από τον διορισμό των ημετέρων, τη δανειοδότηση, τη μεσολάβηση και την έμμεση προστασία, μεταφυτεύτηκε αδρά και στο επίπεδο των μαζών. Μάλιστα, χάρη στην εμφάνιση της τηλοψίας, η λαϊκίστικη δημαγωγία συγχωνεύτηκε με το επιχώριο πελατειακό σύστημα. Η ψήφος μετετράπη σε «γραμμάτιο προς εξόφληση». Έτσι, μια χώρα που εισάγει τα καταναλωτικά της αγαθά κι ελάχιστα παράγει στράφηκε προς τον δανεισμό, «εκχωρώντας έτσι τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της». Η ανάπτυξη συνεπάγεται συσσώρευση, εντατική εργασία και προσωρινή στέρηση, ενώ ο δρόμος της βραχυπρόθεσμης ευημερίας οδηγεί ταχύτατα στον παρασιτισμό και στην εκποίηση της χώρας. Έτσι, ενώ οι πλατειές μάζες «λάδωσαν το άντερό τους» για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, στρεφόμενες προς την ανεξέλεγκτη κατανάλωση, η χώρα έφτασε στο χείλος του ιστορικού γκρεμού, ζώντας με ξένα λεφτά και με αντίβαρο έναν «μυγιάγγιχτο εθνικισμό» που τελικά καλλιεργεί το μίσος για τους «ξένους».

Ο Κονδύλης μιλάει και για την πνευματική ζωή του τόπου, τις διασκεδάσεις, την υπαρκτή ή ανύπαρκτη καλλιέργεια, το πλήθος, τον εξυπναδικισμό, τη μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα, ακόμα και για τα κέντρα διασκεδάσεως. Η σκληρή διάθεσή του, πάντως, καταλήγει σε πένθιμα συμπεράσματα: «Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού άλλων». Εξού και η διαφαινόμενη παρακμή της.


Ήταν ο Παναγιώτης Κονδύλης Έλληνας;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι οι σημειώσεις που κράτησα, όταν διάβαζα το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, τόμοι Α & Β. Αναφέρομαι στην Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, που έχει τίτλο Η καχεξία του ελληνικού στοιχείου στη νεοεεληνική κοινωνία και ιδεολογία. Αφαιρώ από τις σημειώσεις αυτές τα δικά μου σχόλια – ίσως ανεβάσω κάποια από αυτά στα σχόλια του ποστ, αν γίνει συζήτηση.
Όσοι είχαν την υπομονή να διαβάζουν τα μακροσκελή κείμενα των «μτΚ» γνωρίζουν ήδη πως σε πολλά από τα θέματα που θίγονται έχω διαφορετική οπτική. Θεωρώ ωστόσο πως δε μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για την ελληνικότητα αν δεν μελετούνται σοβαρά όσα έγραψε ο Κονδύλης. Οι τίτλοι στις ενότητες είναι δικοί μου – προς διευκόλυνση του μερακλή αναγνώστη. 

* * *

Ελληνική αστική τάξη

Σε καμιά στιγμή της η νεοελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη. H «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα ειδοποιά γνωρίσματα της αστικής τάξης με τη δυτική έννοια / ενσάρκωνε με διαφορετικά τμήματά της άλλοτε άλλα γνωρίσματα του αστικού ήθους και έθους, ποτέ ταυτόχρονα και όλα / ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό.

Ο όρος διαδόθηκε στα πλαίσια των αναλύσεων της τοτινής ελληνικής κοινωνίας από μετριοπαθείς ή ακραίους αριστερούς κοινωνιολόγους και δημοσιολόγους. Υποδήλωνε μια άμεση ή έμμεση πολεμική / εισάγεται ως ο μεγάλος αντίμαχος της ανερχόμενης εργατικής τάξης. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικούς κοινωνιολόγους στις αναλύσεις τους για τις μη αναπτυγμένες χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, με ένα ιδιαίτερο σκεπτικό.