Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

1968, όταν το κομμουνιστικό κόμμα σταμάτησε μια επανάσταση


του Mitchell Abidor

Για πενήντα χρόνια, τα γεγονότα των του Μαΐου-Ιουνίου του 1968 στη Γαλλία είχαν έναν συλλογικό ήρωα: τους απεργούς φοιτητές και εργάτες που κατέλαβαν τα εργοστάσια, τα πανεπιστήμιά τους και τα γυμνάσια τους. Είχαν επίσης έναν συλλογικό κακό, που ήταν στο ίδιο στρατόπεδο: το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) και το συνδικάτο που έλεγχε, τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), που έκαναν μαζί ότι περνούσε από το χέρι τους για να εμποδίσουν μια πιθανή επανάσταση, εμποδίζοντας τους φοιτητές και τους εργαζομένους να ενωθούν ή ακόμα και να συναναστραφούν.

Η ερμηνεία αυτή των γεγονότων βρίσκεται συχνά στα βιβλία ιστορίας, πιο πρόσφατα στο βιβλίο του Ludivine Bantigny 1968. De Grands soirs en petits matins. Το άκουγα συνεχώς από τους φοιτητές και τους αριστερούς συμμετέχοντες, από τους οποίους πήρα συνέντευξη για το βιβλίο μου προφορικής ιστορίας για το Μάη το ’68 μου May Made Me. Η Prisca Bachelet, που βοήθησε τους φοιτητές του Ναντέρ να οργανώσουν τη κατάληψη των γραφείων της διοίκησης στις 22 Μαρτίου 1968, και που ήταν παρούσα σε κάθε αποφασιστική στιγμή εκείνων των ημερών του Μαΐου-Ιουνίου, είπε για τους ηγέτες του CGT ότι «φοβόντουσαν, φοβόντουσαν την ευθύνη». Ο Joseph Potiron, ένας ριζοσπάστης αγρότης από τη Νάντ, είπε πως οι απεργίες «τελείωσαν όταν οι επικεφαλής συνδικάτου έπεισαν τους εργαζομένους να επιστρέψουν στις δουλειές τους». Για το συγγραφέα Daniel Blanchard, οι καταλήψεις ήταν απάτη: «Τα εργοστάσια καταλήφθηκαν πολύ γρήγορα, όχι από τους εργαζομένους αλλά από την τοπική ηγεσία CGT. Και αυτό ήταν ένα καίριο στοιχείο για το τερματισμό της κινητοποίησης των απεργών». Ο Éric Hazan, τότε καρδιοχειρουργός και τώρα εκδότης, είδε τις ενέργειες των κομμουνιστών ως «Προδοσία. Κανονικά. Μια κανονική προδοσία».

Υπάρχει ένα κομμάτι αλήθειας σε αυτό το χαρακτηρισμό των κομμουνιστών, όμως μόνο ένα κομμάτι: η κομματική γραμμή που τροποποιήθηκε με τα γεγονότα, οι καταλήψεις εργοστασίων και η γενική απεργία δεν θα ήταν δυνατές δίχως τη κομμουνιστική συμμετοχή. Στα τέλη Απριλίου, πριν από την αρχή των les évènements, το PCF είχε εκδώσει τις προειδοποιήσεις κατά του φιλοαναρχικού Κινήματος της 22ης Μαρτίου, που δημιουργήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ και του οποίου ηγούνταν, μεταξύ άλλων, ο Daniel Cohn-Bendit, η ηγεσία του κόμματος έδωσε οδηγίες στα επιτελεία της να εξασφαλίσουν πως οι φοιτητές δεν θα έρθουν σε επαφή με τους εργάτες των εργοστασίων αν οι φοιτητές κάνουν πορεία προς αυτά. Στις 3 Μαΐου, η κομματική εφημερίδα L’Humanité περιείχε ένα άρθρο για τους φοιτητές οι Ναντέρ «Οι ψευτοεπαναστάτες αποκαλύφθηκαν». Μέχρι όμως τις 7 Μαΐου, μέρες μόνο μετά από την αρχή της εξέγερσης στις 3 Μαΐου, η κομματική ηγεσία μιλούσε για «την αυθεντικότητα του φοιτητικού κινήματος». Οι κομμουνιστές παρόλα αυτά συνέχισαν να είναι σταθερά ενάντια στην είσοδο των φοιτητών στα κατειλημμένα εργοστάσια, αυτή η αλλαγή στη κομματική στάση άνοιξε το δρόμο ώστε την επόμενη εβδομάδα η CGT και το PCF να καλέσουν τους εργαζομένους σε εθνική απεργία και να ενωθούν με τους φοιτητές στους δρόμους. Η πρώτη σημαντική πορεία εργαζόμενων και φοιτητών ήταν τη πρώτη εργάσιμη μέρα μετά από τη βία της Νύχτας των Οδοφραγμάτων, την Παρασκευή 10 Μαΐου.

Τεράστιες πορείες στις οποίες συμμετείχαν και φοιτητές και εργάτες πραγματοποιήθηκαν, ξεκινώντας από τις 13 Μαΐου, όταν ενωθήκαν οι εργάτες με τους φοιτητές στην απεργία. Αλλά η ενότητα ήταν παραπλανητική. Ο Alain Krivine, ο ιδρυτής και ο ηγέτης του τροτσκιστικού Jeunesse Communiste Révolutionnaire, είπε για τις πορείες αυτές ότι «υπήρξαν κοινές διαδηλώσεις εργατών-φοιτητών αλλά δεν είχαμε τα ίδια συνθήματα: είχαν τα δικά τους, είχαμε τα δικά μας. Δεν υπήρξε ποτέ καμία πραγματική σύνδεση μαζί τους». Η Hélène Chatroussat, τότε τροτσκίστρια στο Voix Ouvrière από τη Ρουέν, θυμάται πως όταν πήγαν στα εργοστάσια και είδαν τους εργαζομένους που τα είχαν καταλάβει πίσω από τις πύλες, «Έλεγα στον εαυτό μου, είναι πολλοί, είναι μαζί μας… γιατί δε λένε στους σταλινιστές [το PCF] να χαθούν ώστε να μπορέσαμε να μπούμε μέσα και να μπόρεσαν και αυτοί να ενωθούν με μας;»

Πίσω από τέτοια ερωτήματα βρίσκεται η υπόθεση – κυρίαρχη μεταξύ των φοιτητών και των υποστηρικτών τους στην αριστερά – πως οι εργαζόμενοι υποστήριζαν την απαίτηση για μια νέα κοινωνία, και πως στόχευαν σε ένα νέο κόσμο, τον ίδιο νέο κόσμο με τους φοιτητές. Για τους φοιτητές και τους συμμάχους τους, που απέρριπταν ολόψυχα το PCF, ήταν οι κομμουνιστές που εμπόδιζαν τους εργάτες από το να ενωθούν με το σκοπό τους. Παρά τη διακηρυγμένη φιλοσοβιετική θέση του, το PCF δεν αρνήθηκε ποτέ ότι είχε μια πιο ρεφορμιστική προσέγγιση στην εσωτερική πολιτική από ότι είχαν οι φοιτητές. Ο Roland Leroy, ένας ηγέτης του PCF, είπε σε μια ομιλία στην Εθνοσυνέλευση στις 21 Μαΐου 1968, πως «Οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί που έχουν ως πρόγραμμα να καταστρέφουν τα πάντα και να μη χτίζουν τίποτα».

Σε αυτό όμως, οι κομμουνιστές πράγματι είχαν την υποστήριξη της μάζας των εργατών, λίγοι από τους οποίους τάχθηκαν πίσω από τη μαύρη σημαία. Ένας γαλαξίας ακροαριστερών οργανώσεων – αναρχικών, τροτσκιστικών και μαοϊκών – άκμασαν στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του ’60, όλες τους υποστηρίζαν πως αντιπροσωπεύαν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν το κομμουνιστικό κόμμα, και όχι οι μικρότερες αριστερές ομάδες ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που είχε την μεγαλύτερη διείσδυση μεταξύ των εργατικών τάξεων το 1968. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, περισσότεροι από 2.000.000 εργάτες ήταν μέλη του κόμματος στη δεκαετία του ’60, και σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Jean-Paul Molinari, όταν το 35% του γαλλικού πληθυσμού προσδιοριζόταν ως «εργατική τάξη», το 44% των μελών του PCF ήταν προλετάριοι. Από την ίδρυσή του το 1920, το PCF όχι μόνο ήταν ο πιο μαχητικός υπερασπιστής των συμφερόντων των εργατών, είχε δώσει στους εργάτες ταυτότητα, και έναν κόσμο διακριτό από αυτόν της ευρύτερης γαλλικής κοινωνίας. Οι εργάτες προσχωρούσαν στο κομμουνιστικό κόμμα επειδή μιλούσε για αυτούς.

Ότι το PCF θα προσπαθούσε να ελέγξει τα μέλη του μετά βίας αποτελούσε έκπληξη. Οι ιδιαίτεροι κανόνες των κομμουνιστών για τη κομματική πειθαρχία και τη προσκόλληση στη κομματική «γραμμή», ποιο πολιτικό κόμμα δεν θα έκανε το ίδιο; Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι τα μέλη του στάθηκαν δίπλα από την ηγεσία. Ο κινηματογραφιστής και μέλος του PCF Pascal Aubier μου μίλησε για το σύντομο φλερτ του με μια ομάδα που ονομάζονταν Pouvoir Ouvrier, μια παραφυάδα του μικρού αλλά επιδραστικού Socialisme ou Barbarie. Είπε ότι συμμετείχε σε μια συνέλευση, όπου διαπίστωσε ότι «υπήρχαν περίπου τριάντα άνθρωποι εκεί. Και υπήρχε ένας εργάτης. Αυτός με εξέπληξε. Είπα στον εαυτό μου, «δε μπορούμε να κάνουμε επανάσταση δίχως την εργατική τάξη». Όσο απλοϊκό και αν ακούγεται, το PCF αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη, και έτσι εντάχθηκα σε αυτό».

Ο Krivine, που διώχθηκε από το PCF το 1965, πάλεψε με νύχια και με δόντια ενάντια το σφιχτό κράτημα των εργαζόμενων από τους κομμουνιστές. Ήταν όμως ειλικρινής για το χάσμα μεταξύ των εργαζομένων και των φοιτητών: «Ακόμα κι αν ήμουν gauchiste (αριστεριστής) τότε, δεν έβλεπα την εργατική τάξη να μας ακολουθεί. Και όταν λέγαμε εμείς, ή ο Cohn-Bendit ή ο Geismar, «Εξουσία στο λαό», οι εργάτες έλεγαν, «Είστε βλαμμένοι;»

Η καχυποψία και η δυσπιστία του μέσου εργαζομένου για τους φοιτητές και τις ριζικές απαιτήσεις τους κατά τη διάρκεια του Μαΐου, ανέλυσε σε μένα η Colette Danappe, η οποία δούλευε σε ένα εργοστάσιο έξω από το Παρίσι. Αφού μου είπε ότι η πολιτική δεν έγινε ποτέ θέμα συζήτησης στο κατειλημμένο εργοστάσιό της, ρώτησα εάν οι φοιτητές πήγαν εκεί. Είπε ότι, και ότι αυτή και οι συνάδελφοί της απέρριψαν τους φοιτητές «επειδή ήρθαν με κόκκινες σημαίες που έβαλαν επάνω γύρω από το εργοστάσιο. Οι φοιτητές ενδιαφέρονταν περισσότερο για την πάλη, ενδιαφέρθονταν για την πολιτική, και αυτό δεν ήταν για μας». Όσο για το αν ενδιαφέρονταν για κάτι εκτός των υλικών απαιτήσεων: «Όχι, οι εργάτες στο εργοστάσιο δεν νοιάζονταν, και τους ακολούθησα και εγώ».

Ακόμη και απλοί εργάτες που στήριζαν πως οι απεργίες και οι καταλήψεις έπρεπε να επεκταθούν περισσότερο από τώρα και επιδίωκαν ευρύτερη κοινωνική αλλαγή, συνάντησαν αντίσταση από τους συναδέλφους τους. Ο Daniel Pinos, έφηβος αναρχικός και γιος ενός εξόριστου Ισπανού αναρχικού, αφηγήθηκε ότι ενώ ο πατέρας του ήλπιζε για επανάσταση, όταν ο Daniel έκανε αντικαπιταλιστικές ομιλίες στις Γενικές Συνελεύσεις του εργοστασίου του στη Βιλαφράνς, ο πατέρας του «είχε πρόβλημα με αυτές. Θυμάμαι πως έλεγε, ‘Δεν είμαστε στην Ισπανία εδώ’».

Για τους φοιτητές και τους συμμάχους τους, είναι αδύνατο να αποδεχτούν ότι το PCF εξέφραζε αισθάνονταν αληθινά και επιθυμούσαν οι εργάτες. Εάν οι εργάτες δεν θέλησαν μια βίαια επανάσταση, θα μπορούσε παρά μόνο να οφείλεται στο ότι ήταν τα θύματα της κομμουνιστικής αποπροσανατολιστικής στάσης, δεν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο από τη καθοδήγηση και την υποστήριξη των φοιτητών στις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις τους για να ταξιδέψουν στον πραγματικό επαναστατικό δρόμο. Η εκδοχή αυτή του Μάη το ‘68 λέει περισσότερα για τη ξεπερασμένη, ρομαντική ouvriérisme (εργατοκρατία) των φοιτητών από οτιδήποτε άλλο. Ο Krivine περιέγραψε τον έρωτα με την εργατική τάξη που κυριαρχούσε στο κόσμο των φοιτητών:

«Ήμασταν στη Σορβόννη, ήταν γενική συνέλευση με όλους να φωνάζουν, και είπα εντάξει, πάμε στη Renault, στο οποίο χειροκρότησαν όλοι. ‘Θα πάμε να δούμε τους εργάτες!’. Και όποτε μιλούσε ένας εργάτης δεν είχε σημασία, θα μπορούσε να είναι μεθυσμένος, λούμπεν… Ήταν διακοσμητικός εργάτης, μερικοί αδέσποτοι εργάτες, ήταν θλιβερό: οι φοιτητές ήταν όλοι ενθουσιασμένοι».

Για τους φοιτητές και την ακροαριστερά, η αποδοχή της Συμφωνίας του Γκρενέλ, που έληγε τις απεργίες με τη χορήγηση των αυξήσεων 35% στο βασικό μισθό και μιας αύξησης 10% στους μισθούς, ήταν μια προδοσία που επιβλήθηκε από τη συνδικαλιστική ηγεσία. Ο Henri Simon, ένας παλιός αγωνιστής της αντιεξουσιαστικής αριστεράς, είπε ότι «η ψηφοφορία για την επιστροφή στη δουλειά ήταν απάτη». Αλλά η Danappe είδε το τέλος της απεργίας θετικά: «Πήραμε σχεδόν όλα όσα θέλαμε και σχεδόν όλοι ψήφισαν να επιστρέψουν». Όταν ρώτησα αν η ζωή της άλλαξε μετά το Μάη, η απάντησή της ήταν, «Ήμασταν ίσως λίγο πιο ευτυχισμένοι, επειδή είχαμε περισσότερα χρήματα. Ήμασταν σε θέση να ταξιδέψουμε». Για την Danappe, αυτό ήταν νίκη από μόνο του.

Η υποτίμηση των μισθολογικών απαιτήσεων και κερδών συνεχίζει να είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των απολογισμών του Μαΐου από τα αριστερά, όπως ήταν από την ίδια τη στιγμή που έληξε η απεργία. Πολλοί υποστήριξαν ότι η αξία των κερδών μετά βίας ισοστάθμιζαν τις θυσίες των εργαζομένων και την απώλεια εισοδήματος που είχαν υποστεί απεργώντας για αρκετές εβδομάδες. Ο συμβιβασμός ήταν σε μεγάλο βαθμό δουλειά των κομμουνιστών στελεχών του συνδικάτου και τον υποστήριξαν έντονα και για το λόγο αυτό, οι αριστεροί έπρεπε να τον παρουσιάσουν ως ήττα. Είναι σαφές όμως πως για τους εργαζομένους, οι αυξήσεις μισθών άξιζαν το κόπο. Αυτό, από την πρώτη στιγμή, ήταν για το PCF, μαζί με το τέλος της γκωλικής εξουσίας, ο πρωταρχικός στόχος. Ότι η αύξηση των μισθών κερδήθηκε χάρη σε μια εξέγερση που περιλάμβανε πολύ ριζικότερα αιτήματα, είναι ειρωνεία της ιστορίας. Η επίτευξη του δεύτερου στόχου ήταν άλλο θέμα, και ο De Gaulle εγκατέλειψε την εξουσία, μόνο όταν οι αλλαγές που πρότεινε για τη Γερουσία και τη τοπική διακυβέρνηση καταψηφίστηκε σε δημοψήφισμα, ένα χρόνο αργότερα. Δεν είναι λάθος να δούμε την απόρριψη του De Gaulle ως μια καθυστερημένη συνέπεια της επανάστασης του προηγούμενου χρόνου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μια κυβέρνηση στην οποία ηγέτης ήταν ο πρώην πρωθυπουργός του, Georges Pompidou – έτσι ήταν μια ήττα για το στρατηγό, παρά για τον ίδιο το γκωλισμό.

Για τους κομμουνιστές, οι ευρύτερες απαιτήσεις ήταν απλά απερισκεψία, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες. Η παρομοίωση της κατάστασης το 1968 με τη γενική απεργία του 1936 ήταν ένα ανιστόρητο λάθος πολιτικής ανάλυσης για κάποιον όπως ο Guy Texier, ηγέτης της CGT στα ναυτικά ναυπηγεία του Σαιν-Νεζαίρ. Στα οφέλη που κερδήθηκαν στη δεκαετία του ’30, όπως οι πληρωμένες διακοπές, χορηγήθηκαν από το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum – μια σοσιαλιστική κυβέρνηση – προσθέτοντας πως «το Μάη του ‘68 δεν το είχαμε αυτό». Κατά την άποψη του Texier, η κομμουνιστική προσέγγιση ήταν σωστή: «Δεν δεχτήκαμε το κίνημα υπέρ των εργατικών αιτημάτων να ακολουθήσει το πολιτικό κίνημα. Δεν υπήρξε καμία προοπτική… τότε για μια αριστερή πολιτική». Οι κομμουνιστές μπορεί να ήταν κακοί επαναστάτες, αλλά ήταν πολιτικά έξυπνοι. Ήξεραν τους εργάτες, ήξεραν για τι θα πάλευαν, και τους έδωσαν αυτό που ήθελαν.

Η ακροαριστερά απέρριψε τις κοινοβουλευτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο μετά τη διάλυση της εθνοσυνέλευσης από το De Gaulle στις 30 Μαΐου ως «trahison» (προδοσία) και «piège à cons» (παιχνίδι για ηλίθιους). Αλλά οι εκλογές σε μια δημοκρατική κοινωνία λειτουργούν ως ενδείξεις του πολιτικού κλίματος, και ήταν μια συντριπτική νίκη για το De Gaulle. Για έναν κομμουνιστικό μαθητή γυμνασίου όπως ο Dominique Barbe, η συντριπτική πλειοψηφία για την επιστροφή στην εργασία και τα εκλογικά αποτελέσματα «επικύρωσαν τη θέση μας ότι δεν υπήρχε καμία πολιτική εναλλακτική λύση εκείνη την στιγμή».

Ακόμα κι έτσι, ο Wally Rosell, ένας αναρχικός τρίτης γενιάς και ένα ακόμη παιδί προσφύγων από του ισπανικού εμφύλιου πόλεμου, μου είπε για αυτό που θεωρούσε ένα από τα θετικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του Μαΐου: «Η πτώση του κομμουνισμού και του μαρξισμού, τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη, αρχίζει με το Μάη του ’68. Είναι η πρώτη φορά που ένα κομμουνιστικό κόμμα προσπεράστηκε από την αριστερά και φάνηκε προδότης». Υπονόησε αυτό το σημείο λέγοντας πως πήρε λίγο καιρό ακόμη για να γίνει η προδοσία ξεκάθαρη – στη πράξη, το 1969 το PCF αύξησε το μερίδιό του στις προεδρικές εκλογές (μετά την παραίτηση του De Gaulle) σε 21.27%, πάνω από το 20% στις εκλογές μετά το Μάη του 1968.

Ο Rosell είναι απολύτως σωστός πως το 1968 ήταν η οριστική απόδειξη, αν μια τέτοια απόδειξη ήταν ακόμη απαραίτητη, πως το κομμουνιστικό κόμμα δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για να πάρει την εξουσία μέσω επανάστασης. Έδειξε όμως πως ακόμη και έτσι πως το PCF ήταν η τέλεια εικόνα της τάξης που αντιπροσώπευσε, και αντίστροφα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ένας από τους δημιουργούς του Socialisme ou Barbarie και ένα ακόμα μέλος της ακροαριστερας, έγραψε σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια των γεγονότων:

«Στη Γαλλία το Μάη του ‘68 το βιομηχανικό προλεταριάτο δεν ήταν η επαναστατική εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας, αλλά μάλλον η δυσκίνητη οπισθοφυλακή της. Αν το φοιτητικό κίνημα επιτέθηκε στους ουρανούς, αυτό που κόλλησε την κοινωνία στη γη… ήταν η στάση του προλεταριάτου, η παθητικότητά του όσον αφορά την ηγεσία του και το καθεστώς, η αδράνειά του, η αδιαφορία του σε κάθε τι που δεν ήταν οικονομική απαίτηση».

Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το PCF άρχισε να περνά στη πολιτική ανυπαρξία, και ως το 2002, το ποσοστό του στις προεδρικές εκλογές είχε βυθιστεί σε 3.39%. Ως τότε, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε απομονωθεί με την φιλοσοβιετική του πίστη του μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, είχε πάψει να αποτελεί σημαντική δύναμη στη γαλλική πολιτική. Αλλά η προλεταριακή δυσαρέσκεια δεν είχε τελειώσει, και όπως σε μεγάλο τμήμα της Δύσης, οι ζωές και η ευημερία των εργατικών τάξεων γίνονταν όλο και περισσότερο αβέβαιες. Το σοσιαλδημοκρατικό κεντρισμός του μιττερανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (CP) έκανε ελάχιστα για τους εργαζομένους, η τελευταία κυβέρνηση του Hollande έκανε ακόμα λιγότερο. Με την ισχυρή bobo (αστο-μποέμικη) στάση και τους προεξέχοντες ανακυκλωμένους soixante-huitards (ΣτΜ γενιά του ’68) στα ανώτερα κλιμάκιά του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήρθε να ενσαρκώσει όλα αυτά για τα οποία υποψιάζονταν τους φοιτητές του ‘68 οι εργάτες.

Η απογοήτευση απαιτεί έκφραση, και το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (FN) έγινε ο εκφραστής της. Το PCF είχε προετοιμάσει τον δρόμο για το κόμμα των Le Pen, και το FN πήρε τη θέση του στη γαλλική πολιτική. Δεν είχε υπερασπίστεί με συνέπεια το PCF τις γαλλικές εργασίες και τις γαλλικές βιομηχανίες, φτάνοντας πίσω μέχρι τον ιστορικό ηγέτη του κόμματος Maurice Thorez στις αρχές μεταπολεμικής περιόδου; Αργότερα, το 1980, ο κομμουνιστή δήμαρχος του Βιτρυ δεν κατεδάφισε τα σπίτια των μεταναστών τη περίοδο των Χριστουγέννων; Και ο γενικός γραμματέας Georges Marchais του PCF δεν έκανε εκστρατεία για την προεδρία το 1981 με το σύνθημα «Σταματήστε τη μετανάστευση, νόμιμη και παράνομη»; Ήταν ο ίδιος Georges Marchais που, στις 3 Μαΐου 1968, την ίδια μέρα που άρχισε η εξέγερση, κάνοντας έκκληση στην ξενοφοβία εργατικών τάξεων αποκήρυξε τον Daniel Cohn-Bendit στις σελίδες της L’Humanité ως «Γερμανό αναρχικό».

Μόλις έχασε το PCF ως διαμεσολαβητικό εργαλείο για την έκφραση της δυσαρέσκειας της, η γαλλική εργατική τάξη εκπλήρωσε την προειδοποίηση του Herbert Marcuse από το 1972 ότι «Η άμεση έκφραση της άποψης και της θέλησης των εργαζομένων, των αγροτών, των γειτόνων – εν ολίγοις των ανθρώπων – δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, προοδευτική και μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής: μπορεί να είναι το αντίθετο». Το PCF κατάλαβε αυτόν τον λανθάνοντα συντηρητισμό στην εργατική τάξη του 1968. Η Νέα Αριστερά του φοιτητικού κινήματος όχι τόσο. Στο τέλος, είχε μόνο εργατοκρατία δίχως εργάτες (ouvriérisme sans ouvrier).



Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού The New York Review of Books. Ο Mitchell Abidor είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. Πηγή null.

Διαβάστε: Mitchell Abidor «May Made Me: An Oral History of the 1968 Uprising in France» (AK Press 2018)