Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Ένας χρόνος από τον θάνατο του Έρικ Χομπσμπάουμ

O πατέρας μου, Έρικ Χομπσμπάουμ

της Τζούλια Χομπσμπάουμ, μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου


Με την κόρη του Τζούλια, τη μέρα του γάμου της
Ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος ξέροντας ότι θα καταλήξει στο Νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ (λίγα μέτρα πέρα από τον τάφο του Μαρξ). 
Η ανατολική πτέρυγα του κοιμητηρίου είναι γεμάτη εικονοκλάστες διανοούμενους. 
Για κάποιον που πέρασε κάθε μέρα της ζωής του διαβάζοντας τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά πράγματα (αγαπούσε την ποίηση του Γ. Χ. Ώντεν και τα μυθιστορήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή του Κάρλος Φουέντες εξίσου με την πολιτική οικονομία) κάναμε τη σκέψη ότι ήταν ταιριαστό να αναπαυθεί ανάμεσα σε συγγραφείς και αγωνιστές με τους οποίους είτε έκανε όντως παρέα όσο ζούσε είτε ευχαρίστως θα έκανε αν τους είχε γνωρίσει. 

Οι βραδινές μαζώξεις που οργάνωναν οι γονείς μου στο σπίτι μας στο Χάμπστεντ είχαν αφήσει εποχή: τα Χριστούγεννα της δεκαετίας του 1970 τα μοιραζόμασταν πάντα με ακαδημαϊκούς απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι, όπως έλεγε η μητέρα μου, «δεν είχαν πού αλλού να πάνε μέχρι να ξανανοίξει το Βρετανικό Μουσείο». Τα επόμενα χρόνια οι γονείς μου οργάνωναν ετήσια μεσημεριανά πάρτυ στο όμορφο εξοχικό τους στο Μπρέκον Μπίκονς κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Χέι,[1] στο οποίο ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος, για τους περαστικούς από κει συγγραφείς που ήταν και παλιοί τους φίλοι: τον Αμάρτυα Σεν και την Έμμα Ρόθτσιλντ, την Κλαιρ Τόμαλιν και τον Μάικλ Φρέιν, τον αξέχαστο Σερ Τζων Μάντοξ και τη σύζυγό του, συγγραφέα Μπρέντα Μάντοξ. Και τον Τομ Στόπαρντ ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, βάσισε στον πατέρα μου τον χαρακτήρα τού κομμουνιστή καθηγητή του Κέμπριτζ, στο θεατρικό του έργο Ροκ εν Ρολ.[2]

Μια από τις αγαπημένες ιστορίες της μητέρας μου, που μου έχει διηγηθεί πάμπολλες φορές, είναι ότι όταν γεννήθηκα, το 1964, είπε στη νοσηλεύτρια, για να φωνάξει τον πατέρα μου: «Θα βγεις στο διάδρομο και θα ψάξεις να βρεις έναν κύριο που δεν πηγαινοέρχεται νευρικά πάνω-κάτω, αλλά θα κάθεται και διαβάζει». Μέχρι κι έναν τηλεφωνικό κατάλογο διάβασε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σεβίλλη, αντί για τη Βίβλο, κι έφτασε μέχρι το «Η». Κατά βάθος, ήταν ανθρωπολόγος. Το μυαλό του το έτρεφε εκείνο το γνώρισμα που ευχόταν, όπως μου έλεγε, να χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τα εγγόνια του: η περιέργεια.

[Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του] ένιωθε τρυφερότητα για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες του νοσοκομείου. Μας τους σύστηνε με θαυμασμό όταν τον επισκεπτόμασταν: κατάγονταν από τις Φιλιππίνες ή τη Νιγηρία, είχανε διδακτορικά. Νομίζω ότι έβλεπε στις γυναίκες και τους άντρες αυτούς εκείνο το οποίο εκτιμούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, καθώς κι ο ίδιος είχε ξεκινήσει φτωχός και ανέβηκε κοινωνικά με σκληρή δουλειά, με την περιέργειά του και με την ικανότητά του για μάθηση. Νομίζω επίσης ότι του θύμιζαν τους ...

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Η πολιτική κατά της φτώχειας στην Ελλάδα της κρίσης

Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής
Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ενημερωτικό Δελτίο 6/2013


Μάνος Ματσαγγάνης

Περίληψη

Στην εργασία αυτή επιχειρούμε μια κριτική επισκόπηση της πολιτικής κατά της φτώχειας σε συνθήκες δραματικής επιδείνωσης του «νέου κοινωνικού ζητήματος», δηλ. του φαινομένου των οικογενειών με παιδιά χωρίς κανέναν εργαζόμενο, χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση, και συχνά χωρίς βιβλιάριο ασθένειας. Παραθέτουμε τις τελευταίες εκτιμήσεις μας για την άνοδο των δεικτών φτώχειας τα τελευταία χρόνια. Στη συνέχεια περιγράφουμε τα κενά κοινωνικής προστασίας, τα οποία έχουν βαθιές ρίζες, σημειώνοντας ότι η αναγκαία αναβάθμιση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας παραμελήθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Η εικόνα αλλάζει από το 2013: με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής του Νοεμβρίου 2012 τίθενται σε εφαρμογή μέτρα σημαντικής μείωσης της κοινωνικής δαπάνης, ενώ ταυτόχρονα θεσμοθετούνται άλλα μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Τα τελευταία συνίστανται στη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων και βοηθήματος ανεργίας αυτοαπασχολουμένων, στην διεύρυνση των κριτηρίων επιλεξιμότητας του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς και στην πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Μετά από προσεκτική ανάλυση των μέτρων αυτών συμπεραίνουμε ότι κινούνται στην ορθή κατεύθυνση, είναι όμως ανεπαρκή και περιέχουν αντιφάσεις. Καταλήγουμε με την ενδεικτική περιγραφή ενός φιλόδοξου αλλά ρεαλιστικού σχεδίου πύκνωσης της εισοδηματικής στήριξης και αναβάθμισης των κοινωνικών υπηρεσιών, με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος».

Η άνοδος της φτώχειας

Η μεγάλη άνοδος της ανεργίας σε συνδυασμό με τα κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας έχουν προκαλέσει αξιοσημείωτη αύξηση της φτώχειας.


Πόση ακριβώς είναι η φτώχεια στην Ελλάδα; Και πώς έχει μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια; Η απάντηση σε τέτοια ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή: εξαρτάται από το πόσο ψηλά ή πόσο χαμηλά θέτουμε το όριο φτώχειας. Για αυτό, στο προηγούμενοΕνημερωτικό Δελτίο της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής εκτιμήσαμε το ποσοστό φτώχειας το 2013 (σε σύγκριση με το 2012 και το 2009) με βάση τρεις διαφορετικούς δείκτες.
Συγκεκριμένα, υπολογίσαμε ότι πάνω από 22% του πληθυσμού είχε το 2013 εισόδημα κάτω από το κυμαινόμενο όριο σχετικής φτώχειας (60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος), το οποίο αντιστοιχούσε σε €432 (άτομο που ζει μόνο) και €908 το μήνα (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Σε σχέση με το 2009, το ποσοστό αυτό ήταν αυξημένο κατά 3+ ποσοστιαίες μονάδες.

Από την άλλη, βρήκαμε ότι πάνω από 44% του πληθυσμού είχε εισόδημα κάτω από ένα σταθερό όριο φτώχειας (60% του τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένου διάμεσου εισοδήματος του 2009), το οποίο το 2013 ήταν ίσο με €665 (άτομο που ζει μόνο) και €1.397 το μήνα (ζευγάρι με δύο παιδιά). Με άλλα λόγια, το ποσοστό αυτό έχει διπλασιαστεί την τελευταία τετραετία.
Επί πλέον, θέσαμε ένα ακόμη ερώτημα: πόσοι είναι οι συμπολίτες μας με τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς είτε να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε να δανειστούν, είτε να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς; 


Είχαμε προηγουμένως μετρήσει το κόστος αγοράς ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών σε €233 (άτομο που ζει μόνο) και €684 το μήνα (ζευγάρι με δύο παιδιά), για νοικοκυριά που μένουν στην Αθήνα και δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου. Διαπιστώσαμε ότι 14% του πληθυσμού το 2013 είχε εισόδημα κάτω από αυτό το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το όριο ακραίας φτώχειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν μόλις 2%.

Τα παραπάνω δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι οι δείκτες φτώχειας στην Ελλάδα έχουν επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας πλέον σε επίπεδα συναγερμού.

Τα κενά κοινωνικής προστασίας

Η φτώχεια στην Ελλάδα έχει αυξηθεί όχι μόνο επειδή η κρίση είναι βαθειά και παρατεταμένη, αλλά και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας απέτυχε να ενεργοποιήσει μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος των φτωχών και των ανέργων.

Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο: ο παραδοσιακός υποβιβασμός της πρόνοιας σε «φτωχό συγγενή» του κοινωνικού κράτους και ο συνακόλουθος μαρασμός του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας (δηλ. του πλέγματος επιδομάτων και υπηρεσιών που παρέχονται στα άτομα και στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα) αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά του Ελληνικού συστήματος κοινωνικής προστασίας.
Πράγματι, τις παραμονές της κρίσης το σύστημα κοινωνικής προστασίας ήταν εντελώς ακατάλληλο για το χειρισμό καταστάσεων επείγουσας ανάγκης. Όχι επειδή ήταν «φτωχό»: το 2010 η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα είχε συγκλίνει με το μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ (29,1% έναντι 29,4% του ΑΕΠ). Αλλά επειδή ήταν αναποτελεσματικό: ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι κοινωνικές παροχές (εκτός συντάξεων) μείωναν τη φτώχεια κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες, στην Ελλάδα η αντίστοιχη μείωση ήταν μικρότερη από 4 ποσοστιαίες μονάδες (Eurostat 2013)1.

Η κρίση δεν δημιούργησε τα κενά προστασίας, απλώς ανέδειξε τις τραγικές συνέπειές τους. Βέβαια, οι συνθήκες των τελευταίων ετών έκαναν επιτακτική την ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών δημόσιας πολιτικής για την κάλυψη των κενών αυτών. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη: η αναγκαία αναβάθμιση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας παραμελήθηκε, ενώ ο χειρισμός των δημοσιονομικών πιέσεων που άσκησαν τα μέτρα λιτότητας στο σύστημα κοινωνικής προστασίας προσέθεσε και άλλα ...

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Κομματικό κράτος - κρατικοδίαιτα κόμματα: το ριζικό πρόβλημα πίσω από όλα τα υπόλοιπα

του Γιώργου Παπασπυρόπουλου
Στην χώρα μας περισσεύουν τα κροκοδείλια δάκρυα όταν απέναντί μας έχουμε επαγγελματίες πολιτικούς: ζητούν την ψήφο μας και υπόσχονται τα πάντα. 
- "Γιατί, δεν υποφέρουμε;"...
Υποφέρουν μαζί μας για τις επιπτώσεις της χρεοκοπίας, της έλλειψης δημοκρατίας, της έλλειψης εργασίας και μέλλοντος. Ειδικά οι κυβερνώντες. Αλλά και οι μικροκυβερνώντες... στα κόμματά τους. Ειδικά όταν ανακοινώνουν ότι θα μας βάλουν ρεύμα που η πολιτική τους μας έκοψε, θα μας φιλοξενήσουν σε θερμαινόμενους χώρους που η πολιτική τους μας αφαίρεσε, θα μας δώσουν κάτι να φάμε που η πολιτική τους μας πήρε, θα μας προσφέρουν πρόχειρο κατάλυμα όταν η πολιτική τους μας πήρε το σπίτι - και δουλειά στο κόμμα ή από το κόμμα, όταν η πολιτική τους μας έριξε στην ανεργία.

Ζητούν την ψήφο μας αλλά όχι την συμμετοχή μας. Και μετά διορίζουν τους κομματικούς φίλους, δίνουν τις δουλειές στους ημετέρους επιχειρηματίες, υποστηρίζουν τα "δικαιώματα" των συντεχνιών που τους υποστηρίζουν. 
  • Αλλά ποια οικονομική πολιτική μπορεί να επιτύχει χωρίς ξήλωμα του πελατειακού κομματικού κράτους; Του κράτους που "αποκτά" ο νικητής των εκλογών και μετά το κάνει ότι θέλει προκρίνοντας μικροπολιτικά συμφέροντα από το κοινό καλό;
  • Ποια λιτότητα μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά δικαιοσύνης όσο αφορά μόνο τους outsiders του κομματικού συστήματος;
  • Ποια μεσαία τάξη μπορεί να επιβιώσει κάτω από την εξουσία της μεταπρατικής ελίτ που ελέγχει την "ανάπτυξη" στα μέτρα της, μονοπωλιακά και ολιγοπωλιακά και ζει από την "προμήθεια της αντιπροσώπευσης";
  • Ποια παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό την εξουσία κομματικού παρασιτικού λόμπι που πνίγει κάθε καινοτομία, κάθε αντιγραφειοκρατική μεταρρύθμιση για να μην θιχτούν οι τοποθετημένοι πελάτες στον κρατικό μηχανισμό και την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα; 
  • Τέλος ποιες θέσεις εργασίας μπορούν να δημιουργηθούν κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο ενός πελατειακού ανταλλακτικού συστήματος που δεν αφήνει κανένα κονδύλι να πάει "κομματικά" χαμένο;
Ξεκινήσαμε με το κράτος της Δεξιάς, την μετεμφυλιοπολεμική ανωμαλία που έγινε μόνιμο καθεστώς. Κι ύστερα ήλθε η "αλλαγή" - αλλά πρόσθεσε ένα νέο κομματικό κράτος επάνω στο παλιό: αδρανοποιώντας μεν αλλά διατηρώντας δε, τον κομματικό μηχανισμό της δεξιάς σε αγρανάπαυση. Για να ακολουθήσει η εναλλαγή στον έλεγχο του κομματικού κράτους. Μέχρι την σημερινή κρίση.

Όλα μα όλα τα κόμματα ακολουθούν το ίδιο μοντέλο: "μικρό κράτος", "σκιώδες κράτος". Σε αναμονή για να βάλουν τους δικούς τους, όχι τους άξιους, στις θέσεις εργασίας που θα αποκτήσουν υπό τον έλεγχό τους. Για να επαναληφθεί η ίδια ιστορία και στις συνεργατικές κυβερνήσεις με ποσοστά.

Υπάρχουν άραγε διαφορετικές εναλλακτικές πολιτικές; 
Υπάρχουν ορθές διακηρύξεις που βάζουν το δάκτυλο στην πληγή; 
Στο συντεχνιακό πελατειακό κομματικό συμφέρον; 
Υπάρχουν. 

Θυσιάζονται όμως στην κομματική διαπλοκή. Πως; Με τον προστατευτισμό στο κομματικό λόμπι, με την "προμήθεια κομματικού οφέλους" από κάθε νομοθέτηση, με την φωτογραφική παράδοση με έκτακτους νόμους δανείων, ΕΣΠΑ, κοινοτικών προγραμμάτων και επιχορηγήσεων στους κολλητούς "επιχειρηματίες", συχνά δημιουργημένους από το ίδιο το κομματικό σύστημα ενάντια σε κάθε δυνατότητα ατομικής πρωτοβουλίας, καινοτομίας, δημιουργίας.

Τι μπορεί να διακρίνει ένα κόμμα, παλιό ή νέο, από το καταστροφικό καθεστώς του κομματικού παρασιτισμού: όχι φυσικά οι διακηρύξεις του - αλλά η λειτουργία του όσο βρίσκεται σε ...

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Νόαμ Τσόμσκι: Κάποιοι στη Γερμανία θέλουν την Ελλάδα σε σκλαβιά

Συνέντευξη στον Χ.Ι. Πολυχρονίου και την Αναστασία Γιάμαλη (ΑΥΓΗ) 
Γλωσσολόγος, γνωστικός επιστήμονας, φιλόσοφος, πολιτικός αναλυτής, ακτιβιστής, κοινωνικός σχολιαστής και συγγραφέας περισσότερων από 100 βιβλίων και χιλιάδων άρθρων (άλλωστε δημοσίευσε την πρώτη του εργασία με θέμα την πτώση της Βαρκελώνης στον Ισπανικό Εμφύλιο σε ηλικία 10 ετών σε σχολική εφημερίδα) θεωρείται -όπως έχουν γράψει και στο παρελθόν οι New York Times- «ο σημαντικότερος εν ζωή διανοούμενος». Αν υπάρχει αμφιβολία, αναλογιστείτε ότι από τις αρχές της δεκαετίας του '90 το όνομά του βρίσκεται στα δέκα πρώτα της λίστας όλων των εποχών -μαζί με τον Μαρξ, τον Πλάτωνα, τον Σαίξπηρ και τη Βίβλο!
Έχει επιφέρει επανάσταση στη μελέτη της γλώσσας «ανοίγοντας το κουτί με τους θησαυρούς του μυαλού». Έχει επηρεάσει στην εξέλιξή τους μια ποικιλία από επιστημονικά πεδία, από τη φιλοσοφία και την ψυχολογία έως τα μαθηματικά και την ιατρική.
Ο λόγος, αν και δεν πρόκειται για μυστήριο, για τον Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος δίδαξε για περισσότερα από 50 χρόνια στο MIT (Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασσαχουσέτης) ως διακεκριμένος καθηγητής Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας.
Για τον περισσότερο κόσμο είναι ένας από τους πιο έγκριτους ριζοσπάστες πολιτικούς διανοητές της νεότερης περιόδου, ένας αιρετικός διανοούμενος, ένας αυστηρός επικριτής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και του τρόπου που το Ισραήλ αντιμετωπίζει την Παλαιστίνη, ένας αδυσώπητος κριτής του ψεύδους και της προπαγάνδας που σκορπούν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, αλλά και κάθε αυθαίρετης κυβερνητικής εξουσίας .Έχει φυλακιστεί πολλάκις, ενώ επί κυβέρνησης Ρίτσαρντ Νίξον θεωρούνταν υπ' αριθμόν ένα εχθρός της.
Η φήμη και η επιρροή του είναι τόσο μεγάλη, ώστε έχει γίνει πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης στις ταινίες του Γούντι Άλεν (έχει άλλωστε εμφανιστεί σε περισσότερες από 15 ταινίες και ντοκιμαντέρ) και έχει επηρεάσει αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από τον χώρο της ροκ και της heavy metal.
Σήμερα η "Αυγή" δημοσιεύει μία αποκλειστική συνέντευξη με τον διανοούμενο που χθες, 7 Δεκεμβρίου, έκλεισε τα 85 του χρόνια, αλλά συνεχίζει να διατηρεί το ίδιο «τρελό πρόγραμμα», όπως λέει ο ίδιος. Πράγματι, συνεχίζει να γράφει με την ίδια συχνότητα και να παρακολουθεί τις διεθνείς και επιστημονικές εξελίξεις και να δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο χωρίς σταματημό. Το μόνο που αναγκάστηκε να σταματήσει είναι να δίνει συνεντεύξεις, τις οποίες απορρίπτει αυτομάτως, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η συνέντευξη αυτή ήταν μία από αυτές τις εξαιρέσεις και είμαστε ευγνώμονες. Χρόνια Πολλά, Νόαμ!

Ο νεοφιλελευθερισμός

* Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η κυβέρνηση συνιστά πρόβλημα, κοινωνικό κράτος δεν υπάρχει και οι ιδιώτες είναι υπεύθυνοι για τη μοίρα τους. Ωστόσο, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πλούσιοι βασίζονται περισσότερο παρά ποτέ στην κρατική παρέμβαση, ώστε να συνεχίσουν να έχουν τον έλεγχο της οικονομίας και να απολαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της οικονομικής πίτας. Είναι τελικά μύθος ο νεοφιλελευθερισμός; Πρόκειται απλά για ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα;
O όρος «νεοφιλελεύθερος» είναι λιγάκι παραπλανητικός. Δεν είναι ούτε νέος, ούτε ...

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Για τις παλιές αγάπες (της εργατικής τάξης) μην μιλάς…


… γιατί στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω. Και κάπως έτσι, σε μία περίοδο κρίσης, όπου η ταξική πάλη έχει οξυνθεί, η εργατική τάξη στην Ελλάδα και παγκοσμίως αναζητά… έναν καινούριο έρωτα. Κι αν η σοσιαλδημοκρατία και το παραδοσιακό συνδικαλιστικό κίνημα συνιστούν τις «παλιές αγάπες», μπορεί σήμερα η ριζοσπαστική Αριστερά να γίνει ερωτεύσιμη για τον κόσμο της εργασίας;
Της Μ. Θεοτοκάτου*
«Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. […] Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις με την ακολουθία τους από παλιές σεβάσμιες παραστάσεις και αντιλήψεις κι όλες οι καινούργιες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν»[1].
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με το «υποκείμενο» του πάθους. Μπορούμε να μιλάμε σήμερα για μία νέα εργατική τάξη; Με βάση το παραπάνω απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι μετασχηματισμοί του κεφαλαίου και της εργασίας είναι εγγεγραμμένοι στο DNAτου καπιταλιστικού συστήματος. Επομένως, μία συζήτηση για το «παλαιό» και το «καινούριο» θα μπορούσε να είναι πάντα επίκαιρη. Στο σήμερα, η συζήτηση αυτή επικεντρώνεται στην ανάδυση του λεγόμενου «πρεκαριάτου».
Η αλλαγή του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων που συντελέστηκε τις δεκαετίες του 1970-80 με την υποχώρηση του κεϋνσιανού υποδείγματος και την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας του Νεοφιλελευθερισμού επέφερε ριζικές αλλαγές και στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας και οιτάσεις ελαστικοποίησης της εργασίας αποτέλεσαν τη βάση του μετασχηματισμού των εργασιακών σχέσεων. Σταδιακά, λοιπόν, δημιουργείται ένα εργατικό δυναμικό «δεύτερης ταχύτητας» αποτελούμενο κυρίως από νέους, γυναίκες και μετανάστες.
Θα ήταν ίσως περιττό να αναλωθούμε σε μία περιγραφή των συνθηκών ζωής και εργασίας των επισφαλώς εργαζομένων, καθώς λίγο ή πολύ αποτελεί ένα σύντομο βιογραφικό των ζωών όλων μας, των δικών μας και των φίλων μας. Επισφάλεια, «μαύρη» εργασία, ανεργία και μία αέναη εναλλαγή μεταξύ αυτών, συνεχείς μετακίνηση από δουλειά σε δουλειά,φόβος, πλήρης έλλειψη δικαιωμάτων, έλλειψη προοπτικής. Κάπως έτσι, δημιουργείται μία νέα γενιά εργαζόμενων με μια νέα εργασιακή κουλτούρα, υπό την απόλυτη κυριαρχία της ανασφάλειας και της επισφάλειας, με περιορισμένα δικαιώματα και προσδοκίες από τη θέση τους στην αγορά εργασίας.
Και πάνω εκεί που ένοιωθες το «χάσμα γενεών» να σε πνίγει, έρχεται η ριμάδα η κρίση και σε κάνει να το ξανασκεφτείς.  Είναι φανερό ότι οι αλλαγές αυτές αν και ξεκίνησαν πριν από περίπου τέσσερεις δεκαετίες, έχουν επιταχυνθεί μετά και το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 2008. Η κλιμάκωση της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο στην σφαίρα της επισφάλειας ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος των εργαζομένων, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα απασχολούνταν ως «κανονικά» εργαζόμενοι. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι οι αλλαγές στον χώρο των εργασιακών σχέσεων αποτελούν έκφραση μίας διαδικασίας μετάβασης από το «τυπικό» μοντέλο οργάνωσης της εργασίας σε ένα νέο μοντέλο με επίκεντρο την ευελιξία και την επισφάλεια. Η επισφάλεια μας αφορά πλέον όλους. Με την μόνη, αλλά σημαντική διαφορά, ότι για τους νέους εργαζόμενους αποτελεί μόνιμο βίωμα, ενώ για τους παλαιότερους αποτελεί μία ήττα.
«Οι βασικές δυνατότητες εξουσίας που πηγάζουν από τις ...

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Κεντροαριστερά κλειστού χώρου

της Αγγελικής Σπανού*

Η συζήτηση για πώς θα καλυφθεί ο πολιτικός χώρος μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται εδώ και τρία χρόνια χωρίς να καταλήγει στη διαμόρφωση σημαντικών πολιτικών γεγονότων.
Οι αιτίες είναι σύνθετες: 

  • Από τις υπερχειλίζουσες προσωπικές φιλοδοξίες των star της υπόθεσης μέχρι τη συστημική αλλοτρίωση των μηχανισμών του χώρου, από την αηδία ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας για ό,τι σήμαινε στη μεταπολίτευση ελληνική κεντροαριστερά μέχρι την πεποίθηση –που λειτουργεί εν προκειμένω διαλυτικά• ότι καλώς ή κακώς τη θέση «καπάρωσε» ο ΣΥΡΙΖΑ. 
  • Και από την τοξίνωση της κοινής γνώμης που δεν ευνοεί τον πολιτικό ορθολογισμό, μέχρι το γενικό ξεχαρβάλωμα που αποτρέπει τη συμμετοχή αυτών που έχουν να προσφέρουν αλλά δεν ζουν για τις καρέκλες και τα φώτα. 
Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι οι διεργασίες για τη δημιουργία ενός συμμαχικού σχήματος που θα ενώσει όλες τις κατακερματισμένες δυνάμεις γίνονται αφ’ υψηλού και από καθέδρας με σκοπό να φτάσουν από πάνω προς τα κάτω κάποια στιγμή. Αλλά δεν είναι σαφές πώς κάποιος που έχει μάθει να «ζυμώνεται» στο σαλόνι θα βγει έγκαιρα στο μπαλκόνι για να δει τι γίνεται έξω.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρία δομικά λάθη στο εγχείρημα για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς.

• Η προσπάθεια εγκλωβίστηκε στο ζητούμενο της ένωσης των δύο κομμάτων που κινούνται σ’ αυτή την περιοχή, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, και όλων των κινήσεων που δραστηριοποιούνται εκεί, ώστε να αθροιστούν οι δυνάμεις.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι σε μια τέτοια περίπτωση το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ θα προστεθεί με εκείνο της ΔΗΜΑΡ μαζί και με κάτι ακόμη από τα γύρω-γύρω και έτσι θα διαμορφωθεί η δυνατότητα για μια καλή εκλογική επίδοση, που πάντως –ούτε οι πρωταγωνιστές της προσπάθειας δεν ισχυρίζονται το αντίθετο– δεν θα υπερβαίνει εκείνη που κατέγραψε το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες εκλογές (περίπου 14%) και η οποία δεν εμφανίζεται πια σε καμία δημοσκόπηση.

Ο λόγος που η ένωση των δύο κομμάτων δεν θα έφερνε οπωσδήποτε την άνοιξη της Κεντροαριστεράς είναι ότι πρώτα απ’ όλα δεν συμπίπτει ο στρατηγικός προσανατολισμός τους και αν δεν αρθεί αυτή η δυσαρμονία δεν μπορεί να υπάρξει συγχώνευση σε ένα συμμαχικό σχήμα παρά τις εκκλήσεις των ευρωσοσιαλιστών. Το ΠΑΣΟΚ –όπως εκφράζεται από την ηγεσία– είναι με τη ΝΔ, η ΔΗΜΑΡ έφυγε από την κυβέρνηση και στα περισσότερα κινείται σε γραμμή ΣΥΡΙΖΑ, με κάποιες εξαιρέσεις στελεχών που επιθυμούν την επιστροφή στη διακυβέρνηση.

• Οι ενδιαφερόμενοι για τη δημιουργία ενός νέου φορέα, της ελληνικής «Ελιάς», αποφεύγουν να αξιολογήσουν τη συμμετοχή της Κεντροαριστεράς στη διακυβέρνηση.

Κεντροαριστερός είναι ο Γ. Στουρνάρας, κόμμα της κεντροαριστεράς συγκυβερνά με τη ΝΔ, άλλο ένα μετείχε μέχρι πρόσφατα στη διαχείριση της εξουσίας. Εχουμε υπουργούς που αυτοπροσδιορίζονται ως ...