Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Ένας χρόνος από τον θάνατο του Έρικ Χομπσμπάουμ

O πατέρας μου, Έρικ Χομπσμπάουμ

της Τζούλια Χομπσμπάουμ, μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου


Με την κόρη του Τζούλια, τη μέρα του γάμου της
Ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος ξέροντας ότι θα καταλήξει στο Νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ (λίγα μέτρα πέρα από τον τάφο του Μαρξ). 
Η ανατολική πτέρυγα του κοιμητηρίου είναι γεμάτη εικονοκλάστες διανοούμενους. 
Για κάποιον που πέρασε κάθε μέρα της ζωής του διαβάζοντας τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά πράγματα (αγαπούσε την ποίηση του Γ. Χ. Ώντεν και τα μυθιστορήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή του Κάρλος Φουέντες εξίσου με την πολιτική οικονομία) κάναμε τη σκέψη ότι ήταν ταιριαστό να αναπαυθεί ανάμεσα σε συγγραφείς και αγωνιστές με τους οποίους είτε έκανε όντως παρέα όσο ζούσε είτε ευχαρίστως θα έκανε αν τους είχε γνωρίσει. 

Οι βραδινές μαζώξεις που οργάνωναν οι γονείς μου στο σπίτι μας στο Χάμπστεντ είχαν αφήσει εποχή: τα Χριστούγεννα της δεκαετίας του 1970 τα μοιραζόμασταν πάντα με ακαδημαϊκούς απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι, όπως έλεγε η μητέρα μου, «δεν είχαν πού αλλού να πάνε μέχρι να ξανανοίξει το Βρετανικό Μουσείο». Τα επόμενα χρόνια οι γονείς μου οργάνωναν ετήσια μεσημεριανά πάρτυ στο όμορφο εξοχικό τους στο Μπρέκον Μπίκονς κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Χέι,[1] στο οποίο ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος, για τους περαστικούς από κει συγγραφείς που ήταν και παλιοί τους φίλοι: τον Αμάρτυα Σεν και την Έμμα Ρόθτσιλντ, την Κλαιρ Τόμαλιν και τον Μάικλ Φρέιν, τον αξέχαστο Σερ Τζων Μάντοξ και τη σύζυγό του, συγγραφέα Μπρέντα Μάντοξ. Και τον Τομ Στόπαρντ ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, βάσισε στον πατέρα μου τον χαρακτήρα τού κομμουνιστή καθηγητή του Κέμπριτζ, στο θεατρικό του έργο Ροκ εν Ρολ.[2]

Μια από τις αγαπημένες ιστορίες της μητέρας μου, που μου έχει διηγηθεί πάμπολλες φορές, είναι ότι όταν γεννήθηκα, το 1964, είπε στη νοσηλεύτρια, για να φωνάξει τον πατέρα μου: «Θα βγεις στο διάδρομο και θα ψάξεις να βρεις έναν κύριο που δεν πηγαινοέρχεται νευρικά πάνω-κάτω, αλλά θα κάθεται και διαβάζει». Μέχρι κι έναν τηλεφωνικό κατάλογο διάβασε κάποτε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σεβίλλη, αντί για τη Βίβλο, κι έφτασε μέχρι το «Η». Κατά βάθος, ήταν ανθρωπολόγος. Το μυαλό του το έτρεφε εκείνο το γνώρισμα που ευχόταν, όπως μου έλεγε, να χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τα εγγόνια του: η περιέργεια.

[Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του] ένιωθε τρυφερότητα για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες του νοσοκομείου. Μας τους σύστηνε με θαυμασμό όταν τον επισκεπτόμασταν: κατάγονταν από τις Φιλιππίνες ή τη Νιγηρία, είχανε διδακτορικά. Νομίζω ότι έβλεπε στις γυναίκες και τους άντρες αυτούς εκείνο το οποίο εκτιμούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, καθώς κι ο ίδιος είχε ξεκινήσει φτωχός και ανέβηκε κοινωνικά με σκληρή δουλειά, με την περιέργειά του και με την ικανότητά του για μάθηση. Νομίζω επίσης ότι του θύμιζαν τους ...

φοιτητές και τις φοιτήτριες που είχε αγαπήσει στα εξήντα πέντε χρόνια της θητείας του στο Κολλέγιο Μπέρμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, το οποίο ειδικεύεται σε βραδινά προγράμματα σπουδών για εργαζόμενους φοιτητές. Αυτό που έβλεπε στο προσωπικό του νοσοκομείου ήταν η ζωή του μετανάστη, του εμιγκρέ, του φοιτητή, όλων όσων καταφέρνουν να ανασύρουν τον εαυτό τους από το τέλμα της απελπισίας μέσω της εκπαίδευσης. Οι νοσηλευτές κι οι νοσηλεύτριες της πτέρυγας και οι βοηθοί του το ανταπέδιδαν, πλησιάζοντας στο κρεβάτι για να τον χαιρετήσουν με χαμόγελο («Γεια σας, κύριε καθηγητά!»), και κάνοντας το καλύτερο όταν τον άλλαζαν ή τον σήκωναν από το κρεβάτι.

Σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού στο Χάμπστεντ υπήρχε από ένα τραπέζι σκεπασμένο με βιβλία κάθε μεγέθους και είδους, χειρόγραφα και χαρτιά, τα οποία ο πατέρας μου μονίμως ψαχούλευε. Συνεχώς, μέχρι το τέλος, έγραφε κάτι καινούριο ή βελτίωνε κάτι παλιότερο. Παρότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει e-mail και να σερφάρει στο ίντερνετ, ήταν άνθρωπος του βιβλίου. Ακόμα προσπαθούμε να βάλουμε τα βιβλία του σε μια σειρά. Όταν πέθανε, άρχισα να ξεδιαλέγω τα βιβλία που μου είχε δώσει σ’ όλη μου τη ζωή: μια συλλογή ποιημάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ένα μυθιστόρημα του Γιόσεφ Σκβορέτσκι, μια ιστορία του «ευρωπαϊκού κόσμου» και μια έκδοση της προ-γκλάσνοστ περιόδου, του 1983: Μόσχα, Λένινγκραντ, Κίεβο: ένας Οδηγός των εκδόσεων Progress. Σε πολλά από αυτά βρήκα ένα γλυκό καφετί ex libris που μου είχε δώσει, με το σχέδιο μιας μικρής καφέ κουκουβάγιας. Ίσως να θεωρούσε πως όλοι μπορούσαν να γίνουν σοφοί όπως αυτός. Μα αυτό ήταν μια υπερβολική απαίτηση, ειδικά για ένα παιδί — και βέβαια προτιμούσα σαφώς τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον[3] παρά τα βιβλία που μου χάριζε εκείνος.

Όταν ήμουν εννιά ετών, μου έδωσε ένα απίστευτα δύσκολο ακαδημαϊκό βιβλίο: μου αγόρασε τη Μαρία Θηρεσία του Κ. A. Roider, όταν αποφάσισε πως η εν λόγω αυτοκράτειρα θα ήταν τέλεια για τη σχολική μου εργασία με θέμα «Σημαντικές γυναίκες της Ιστορίας». Είχε εκδοθεί από τον Prentice Hall[4] στη σειρά «Βιογραφίες Σημαντικών Ανθρώπων»: καμία σχέση με τα βιβλιαράκια του Puffin.[5] Καθώς κρατώ το καλοπροαίρετο αυτό δώρο στα ενήλικα πια χέρια μου, θυμάμαι με ανατριχιαστική ακρίβεια το πόσο ηλίθια και άχρηστη ένιωσα τότε.

Δεν ήταν το είδος του γονιού που ταΐζει με το ζόρι τα παιδιά του με Μεγάλα Έργα: μας διάβαζε όλους τους Τεν Τεν ας πούμε και, όταν έκανε τον κάπτεν Χάντοκ φωνάζοντας «Μα τις χίλιες μέδουσες!» φαινόταν να το διασκεδάζει τουλάχιστον όσο κι εμείς που τον ακούγαμε. Ωστόσο, νομίζω ότι ξεχνούσε πολλές φορές πως δεν ήμασταν τίποτα υψηλόφρονες λόγιοι, αλλά συνηθισμένα παιδιά. Στα λίγα λόγια που είπε ο αδελφός μου ο Άντυ στην κηδεία του μπαμπά, θύμισε πόσο ντρεπόμασταν, σαν παιδιά, όταν «όλοι οι φίλοι μας είχαν αθλητικούς, όμορφους, καλοντυμένους νεαρούς μπαμπάδες, ενώ ο δικός μας δρασκέλιζε το κατώφλι της αίθουσας συγκεντρώσεων, ζωντανό αρχέτυπο αφηρημένου καθηγητή, με αραιά γκρίζα μαλλιά, χοντρά γυαλιά και το ακαδημαϊκό του σακίδιο κρεμασμένο στην πλάτη».

Τη μέρα του γάμου μου με συνόδευσε στο ληξιαρχείο του Μέριλμποουν, κρατώντας ιπποτικά την ομπρέλα του για να με προστατεύσει από τη λονδρέζικη βροχή. Εγώ φορούσα μπλε οργάντζα, πράσινο ιριδίζον μετάξι κι ένα κόσμημα της μητέρας μου. Εκείνος φορούσε ένα κοστούμι, κρυμμένο κάτω από το καθημερινό του αδιάβροχο, και το σακίδιό του, το οποίο εννοείται ότι περιείχε κάτι για διάβασμα. Τον σκέφτομαι πάλι, τώρα, μια ψηλή φιγούρα που περπατούσε δρασκελίζοντας τον δρόμο με τα μαλακά καφέ παπούτσια του και τη γραβάτα του να χοροπηδάει, να μιλά κουνώντας τα χέρια του, ικανός να προκαλέσει αφόρητη ένταση και δυνατά γέλια σε μία και μόνη συζήτηση. Τον σκέφτομαι, αυτόν και τα βιβλία του: ήταν έτοιμος για όλα, σίγουρος ότι υπάρχει πάντα, κάθε λεπτό, κάτι ενδιαφέρον να ανακαλύψει.

Το κείμενο της Julia Hobsbawm με τίτλο «Remembering Dad» δημοσιεύθηκε στους «Financial Times» στις 19.4.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα.

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

[1] Το περίφημο Hay Festival ξεκίνησε το 1988 ως φεστιβάλ λογοτεχνίας, ενώ τα επόμενα περιέλαβε και συναυλίες, κινηματογραφικές προβολές κ.ά. Λαμβάνει χώρα κάθε καλοκαίρι στην ουαλική πόλη Hay-on-Wye, βόρεια του Κάρντιφ. (Σ.τ.Μ.) .
[2] Το Rock ’n’ Roll (2006) ξεκινά από τη σχέση που αναπτύσσεται, μετά την Άνοιξη της Πράγας, ανάμεσα σε έναν νεαρό Τσέχο υποψήφιο διδάκτορα του Κέμπριτζ, που αγαπά το ροκ και αποστρέφεται το σοσιαλιστικό καθεστώς της πατρίδας του, και στον μαρξιστή καθηγητή του, που εξακολουθεί να πιστεύει στον υπαρκτό σοσιαλισμό. (Σ.τ.Μ.)
[3] Enid Blyton (1897-1968): Αγγλίδα συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Η διασημότερη σειρά βιβλίων της ήταν Τα Πέντε Λαγωνικά. (Σ.τ.Μ.)
[4] Αμερικανικός οίκος που ειδικεύεται στα εκπαιδευτικά βιβλία. (Σ.τ.Μ.)
[5] Βρετανικός οίκος παιδικών και εικονογραφημένων βιβλίων. (Σ.τ.Μ.)

*πηγή Ενθέματα

Οι εποχές του Έρικ Χομπσμπάουμ

της Εφης Γαζη*

Στο τρίτο κεφάλαιο της Εποχής του Κεφαλαίου, με τίτλο «Η ενοποίηση του κόσμου», ο Έρικ Χομπσμπάουμ αναφέρεται στην ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας της εποχής (σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, τηλέγραφος κτλ.) και δίνει ένα γλαφυρό παράδειγμα της «μείωσης του χρόνου» στον ύστερο 19ο αιώνα, περιγράφοντας τα ταξίδια του Φιλέα Φογκ:

«Ως το 1872, τα μέσα αυτά είχαν ήδη πραγματοποιήσει τον θρίαμβο που εξιστορούσε ο Ιούλιος Βερν: τη δυνατότητα να κάνει κανείς το γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ακόμα και με τις διάφορες αναποδιές που παραμόνευαν τον αδάμαστο Φιλέα Φογκ. Ας θυμηθούμε τη διαδρομή αυτού του φλεγματικού ταξιδιώτη: διέσχισε με σιδηρόδρομο και πορθμείο την Ευρώπη από το Λονδίνο ως το Μπρίντιζι, και εκεί πήρε το πλoίο και πέρασε τη διώρυγα του Σουέζ, που είχε εγκαινιασθεί πρόσφατα (όλα αυτά μέσα σε επτά ημέρες). Το ταξίδι από το Σουέζ στη Βομβάη με το πλοίο επρόκειτο να διαρκέσει 13 μέρες. Το σιδηροδρομικό ταξίδι από τη Βομβάη στην Καλκούτα θα του έπαιρνε 3 μέρες».

Ο ιστορικός συνεχίζει την αφήγηση των ταξιδιών του Φιλέα Φογκ: Χονγκ Κονγκ, Γιοκοχάμα, Σαν Φρανσίσκο με πλοία και τρένα σε μια διαδρομή που πήρε σαράντα μια μέρες, άλλες επτά μέρες μέχρι τη Νέα Υόρκη, και μετά Λίβερπουλ και Λονδίνο. Και διερωτάται: «Πόσο καιρό θα ήθελε ο Φιλέας Φογκ για ένα τέτοιο ταξίδι το 1848»; Με παιδικό σχεδόν πείσμα και περιέργεια, υπολογίζει μέρες, αναφέρεται στις ταχύτητες των ιστιοφόρων, στις πιθανές θαλάσσιες διαδρομές, καταλήγοντας: «Ο περίπλους της υδρογείου το 1848 δεν θα απαιτούσε λιγότερο από έντεκα μήνες, δηλαδή τέσσερις φορές περισσότερο απ' όσο χρειάστηκε ο Φιλέας Φογκ».

Η ιστορία του Φιλέα Φογκ, ένα σύντομο επεισόδιο μέσα στο εκτενές και συναρπαστικό έργο του Ε.Χ., αποτυπώνει ορισμένα υπόγεια ρεύματα που συναντήθηκαν στον ποταμό της ιστοριογραφίας του. Κεντρική θέση σ' αυτό κατέχει η έννοια της «εποχής» (age) -- όχι του αιώνα ή της περιόδου ή του πολιτικο-κοινωνικού σχηματισμού, παρά μόνο σε ένα δεύτερο επίπεδο, εκείνο της γενικής διαιρετικής. Η «εποχή» αποτελεί το βασικό πλαίσιο αναφοράς μιας μνημειώδους σύνθεσης της ιστορίας του νεότερου και σύγχρονου κόσμου. Σε αυτή τη σύνθεση, η ευρωπαϊκή ιστορία γίνεται κατανοητή «όχι ως το άθροισμα των ιστοριών», αλλά κυρίως μέσω της διαντίδρασης τόπων και χρόνων. Οι οφειλές αυτής της ετερολογικής οπτικής της ιστορίας στην εβραϊκότητα μένει να διερευνηθούν. «Αν και δεν ανήκαμε, ξέραμε και δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από το γεγονός ότι είμαστε Εβραίοι», γράφει στην αυτοβιογραφία του, υπογραμμίζοντας ότι γι' αυτόν «Εβραίος σημαίνει διασπορά».

Αμφισβητώντας τα «φυσικά όρια» του χρόνου και του χώρου, ο Ε.Χ. αναδεικνύει πώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές διαδικασίες και νοητικά σχήματα συνδημιούργησαν τον κόσμο του 19ου και του 20ού αιώνα. Για να το επιτύχει, μεταβάλλει διαρκώς τις κλίμακες της παρατήρησης, αναιρώντας κάθε ουσιοκρατική εννοιολόγηση του χωροχρονικού άξονα στην ιστορία. Στο «καθεστώς της εποχής» του Ε.Χ. ενεργοποιούνται διαφορετικά στρώματα ιστορικής εμπειρίας που συνδιαμορφώνουν ό,τι ο Ζακ Ρεβέλ αποκαλούσε «παίγνια της κλίμακας» ή «μεταβαλλόμενες κλίμακες» (jeux d' echelles).

Πώς λειτουργούν οι «εποχές» ως «μεταβαλλόμενες κλίμακες» στο έργο του Ε.Χ.; Είναι σημαντική η ταλάντωση ανάμεσα σε ένα μεγάλο ερμηνευτικό σχήμα και στις πολλαπλότητες των «ποικιλιών της ανθρώπινης κοινωνικής εμπειρίας», όπως έλεγε ο ίδιος. Παρήγαγε μεγάλες, καλογραμμένες, συνθετικές, προσιτές στον μέσο καλλιεργημένο αναγνώστη αφηγήσεις. Αυτές οι μεγάλες συνθέσεις είναι κατοικημένες από μυριάδες «μικρές ιστορίες» οι οποίες δεν έχουν χαρακτήρα ανεκδοτολογικού υλικού. Αντίθετα, αναδεικνύουν την εικόνα της «εποχής» στο νοητικό σύμπαν των ιστορικών υποκειμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κεφάλαιο «Στην οικονομική άβυσσο» από την Εποχή των Άκρων. Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης ξεπροβάλλουν ολοζώντανες οι μορφές των ανθρώπων όταν ο Ε.Χ. σημειώνει, για παράδειγμα: «Στον παππού μου, που η ασφάλεια ζωής του ωρίμασε κατά τη διάρκεια του αυστριακού πληθωρισμού, άρεσε να διηγείται την ιστορία ότι πήρε ένα τεράστιο ποσό σε υποτιμημένο νόμισμα, για να ανακαλύψει ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει μ' αυτό ήταν να πιεί ένα ποτό στο καφενείο όπου σύχναζε».

Στο δοκίμιο του «Από την κοινωνική ιστορία στην ιστορία της κοινωνίας» (1971), αναμετράται με τη σύνθετη φύση της κλίμακας στη μελέτη των «εποχών» του και σημειώνει αναφερόμενος στις κοινωνικές συγκρούσεις:

«Πόσο λιγότερες θα ήταν οι γνώσεις μας για τις ιδέες εκείνων που συνήθως δεν εκφράζονται δημόσια ή γραπτά αν δεν είχαμε αυτή την εξαιρετική έκφραση του ανέκφραστου, που είναι τόσο χαρακτηριστική των επαναστατικών περιόδων, και την οποία μαρτυρούν τα βουνά από φυλλάδια, επιστολές, άρθρα και λόγους, για να μην αναφέρουμε τον όγκο των αστυνομικών αναφορών, των καταθέσεων σε δικαστήρια και των ανακρίσεων; […] δεν μιλάμε απλώς για κομμάτια χρόνου που ξεχωρίζουν από ένα συνεχές ανάπτυξης και εξέλιξης, αλλά για σύντομες περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων η κοινωνία […] μεταμορφώνεται».

Αξίζει να διερευνήσουμε τους συνδετικούς κρίκους των εποχών του Ε.Χ. Ειδικά στη μεγάλη τριλογία του (και λιγότερο στην Εποχή των Άκρων), τα εισαγωγικά κεφάλαια ταξιδεύουν πίσω στους προηγούμενους τόμους και επαναφέρουν τις θεματικές στο πλαίσιο των επόμενων εποχών: επαναστάσεις, εθνικισμοί, αποικιοκρατικές πολιτικές ξανακαρφιτσώνονται στον χρόνο, εξερχόμενες από τις οριοθετήσεις τόσο της στενής χρονολογικής αλληλουχίας όσο και της συμβατικής περιοδολόγησης. Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η ανάλυση του Χομπσμπάουμ εστιάζεται στην έννοια του μετασχηματισμού. Ωστόσο, έχει σημασία να αναφερθεί ότι ο ιστορικός ενδιαφέρεται κυρίως για «το κοινωνικό περιεχόμενο του οικονομικού μετασχηματισμού». Η ένταση ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, οι μυριάδες τρόποι με τους οποίους θεσμίζονται αμοιβαία οι δύο κατηγορίες βρίσκονται στο κέντρο του ενδιαφέροντός του. Στην Επινόηση της παράδοσης, κλασικό και ακόμη επίκαιρο έργο, χαρτογραφεί τις διαδικασίες θέσμισης της παράδοσης εντός των νεωτερικών πλαισίων, ορίζοντας τις παραδόσεις όχι μέσα στο δίπολο παράδοση/νεωτερικότητα αλλά ως «αποκρίσεις σε καινούριες καταστάσεις που παραπέμπουν σε παλιές καταστάσεις ή που καθιερώνουν το δικό τους παρελθόν». Ας σκεφτούμε πώς προσέγγισε φαινόμενα όπως ο λουδιτισμός στη σημαντική μελέτη του «Οι καταστροφείς των μηχανών» (1952). Στράφηκε στα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα, εγκατέλειψε ολότελα τις διαδεδομένες πεποιθήσεις για τις ανορθολογικές και τεχνοφοβικές συμπεριφορές «παραδοσιακά» σκεπτόμενων εργατών, απομυστικοποίησε τις συγκεκριμένες πρακτικές εγγράφοντάς τις στο πεδίο της διαπραγμάτευσης για την εργασία στο πλαίσιο μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

Οι εποχές, τέλος, του Ε.Χ. δεν ταυτίζουν τον χρόνο με τη χρονολόγηση, ούτε αποκλειστικά την ιστορία με το παρελθόν. Είναι γνωστό ότι υπήρξε ένας ιστορικός εξαιρετικά ευαίσθητος απέναντι στην περίπλοκη σχέση παρελθόντος και παρόντος. Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε στη σημασία που απέδιδε στο μέλλον. «Υπάρχουν τεχνικοί λόγοι για να βλέπουμε διαφορετικά το παρελθόν και το μέλλον», επεσήμανε στο δοκίμιό του «Κοιτάζοντας μπροστά: Ιστορία και μέλλον» (1981). «Η ιστορία δεν μπορεί να ξεφύγει από το μέλλον, γιατί δεν υπάρχει κάποια διαχωριστική γραμμή που να χωρίζει μεταξύ τους αυτά τα δύο». Για τον Ε.Χ., η πρόβλεψη ήταν «εφικτή, επιθυμητή και αναγκαία», παρά το γεγονός ότι «όσοι έχουμε κάνει προβλέψεις, έχουμε φάει κατάμουτρα αποτυχίες», όπως έλεγε. Για να μην επικαλεστώ τα γνωστά παραδείγματα αποτυχημένων πολιτικών προβλέψεων, αναφέρω ότι τη δεκαετία του 1960, ο Χομπσμπάουμ (με το ψευδώνυμό του ως μουσικοκριτικός, Φράνσις Νιούτον) προέβλεψε ότι σε είκοσι χρόνια κανένας δεν θα θυμόταν τους Beatles…

Ωστόσο, ανοίγοντας την πόρτα στο μέλλον, οι εποχές του Ε.Χ. δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική αίσθηση της κλίμακας. Το 1990 έγραψε στο περιοδικό Marxism Today ένα σύντομο κείμενο με τίτλο «Αντίο σε όλα αυτά», όπου σημείωνε: «Όσοι πιστεύαμε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν μια πόρτα στο μέλλον της παγκόσμιας ιστορίας, κάναμε λάθος». Δεν φαινόταν όμως διατεθειμένος να παραχωρήσει το μέλλον στους προφήτες του «τέλους της ιστορίας». Διερωτώμενος «ποιος δεν έχει μέλλον σε έναν κόσμο όπου οι ισχυροί δεν φοβούνται», ο Ε.Χ. προέβη σε μια χαρτογράφηση της αυγής του 21ου αιώνα, διαβλέποντας τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την άνοδο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας και την οικολογική κρίση.

Σε μια ενδιαφέρουσα βιβλιοκριτική του για την Εποχή των Άκρων (The New Republic, 1995), ο Αμερικανός ιστορικός Γιουτζίν Τζενοβέζε υποστήριξε ότι η ιστοριογραφία του Ε. Χ., εκτός των μαρξιστικών καταβολών για τις οποίες έχουν γραφεί πολλά και σημαντικά, περιλαμβάνει οφειλές σε στοχαστές προερχόμενους από αντίπαλες παραδόσεις, όπως ο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ο Βιλφρέντο Παρέτο και o εβραϊκής καταγωγής, γεννημένος στην Ουγγαρία, ιστορικός που σταδιοδρόμησε στις ΗΠΑ, Τζων Λούκατς.

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας σε βάθος ενασχόλησης με το έργο, τις φάσεις και τις εποχές του Ε.Χ. – για να σκεφτούμε την ιστορία μαζί αλλά και μετά τον Ε.Χ. Έχει σημασία όμως να αναδείξουμε, έστω εν μέρει, τον σύνθετο χαρακτήρα του εγχειρήματος ενός ιστορικού που κυρίως τα τελευταία χρόνια της ζωής του βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά επιστημονικής και πολιτικής κριτικής, προερχόμενα τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά. Σε μια εποχή επιδερμικής θριαμβολογίας από τη μια και «αριστερής μελαγχολίας» από την άλλη, όπως η δεκαετία του 1990, σημείωνε πως «τίποτα δεν μπορεί να οξύνει τη σκέψη του ιστορικού όσο η ήττα». Ίσως όχι μόνο του ιστορικού, μπορούμε να προσθέσουμε, συλλογιζόμενοι αυτόν τον «φλεγματικό ταξιδιώτη Φιλέα Φογκ» των νεότερων και σύγχρονων εποχών μέσα από τους στίχους που ο ίδιος διάλεξε για τους Θρυμματισμένους Καιρούς του. Ανήκουν στο πολύσημο ποίημα του Μάθιου Άρνολντ, «Η παραλία του Ντόβερ». Στον δραματικό του μονόλογο, ο αφηγητής ατενίζει τις ακτές του Ντόβερ, αναπολώντας τον καιρό που κολυμπούσε στη «θάλασσα της πίστης» και καταλήγει:

«Και είμαστε εδώ σαν πάνω σε σκοτεινή πεδιάδα

Ανάστατοι από μπερδεμένα σήματα για μάχη ή για φυγή

Όπου τυφλοί στρατοί συγκρούονται τη νύχτα».

*Η Έφη Γαζή διδάσκει νεότερη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το άρθρο βασίζεται στην εισήγησή της στην ημερίδα «Eric Hobsbawm, 1917-2012. Ένας χρόνος μετά», που οργάνωσαν οι εκδόσεις Θεμέλιο, 8.11.2013.


πηγή Η ΑΥΓΗ

0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου