Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Επιτέλους, επανέναρξη των συνομιλιών!

Λευκωσία, 13.2.2014
του Σταύρου Τομπάζου*

Προτού προλάβει να δει καλά-καλά το φως της δημοσιότητας το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου, τα απορριπτικά κόμματα στην Κύπρο, από τη σοσιαλιστική ΕΔΕΚ μέχρι και το κυπριακό παράρτημα της Χρυσής Αυγής (ΕΛΑΜ) έσπευσαν να το κατακεραυνώσουν.

Αυτή η άμεση αρνητική αντίδραση, που δημιούργησε κρίση στη δεξιά συμμαχία ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, με ορατό πλέον το ενδεχόμενο αποχώρησης των υπουργών του ΔΗΚΟ από το κυβερνητικό σχήμα, αποδεικνύει ένα και μοναδικό πράγμα: ένα καθόλου ευκαταφρόνητο (ευτυχώς όμως μειοψηφικό) ποσοστό των Ελληνοκυπρίων προτιμά τη διχοτόμηση, διαμέσου της διατήρησης του υφιστάμενου στάτους κβο και της σταδιακής νομιμοποίησής του, από οποιαδήποτε επίλυση του προβλήματος στη βάση της ομοσπονδιακής επανένωσης της Κύπρου.

Αυτή η διαπίστωση προκύπτει αβίαστα από μια απλή ανάγνωση του Κοινού Ανακοινωθέντος, το οποίο καθορίζει το πλαίσιο λύσης του προβλήματος. Το Κοινό Ανακοινωθέν δεν αποκλίνει αρνητικά ούτε κατ' ελάχιστον από τα ήδη συμφωνηθέντα σε προγενέστερους κύκλους συνομιλιών ή τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Πιο συγκεκριμένα, καθορίζει τη φύση της ομοσπονδίας ως διζωνικής, δικοινοτικής με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως ακριβώς προβλέπεται από τα Ψηφίσματα 716 και 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1991 και 1992 αντίστοιχα. Το πρώτο καθορίζει την έννοια της «πολιτικής ισότητας» και το δεύτερο την έννοια της «διζωνικότητας». «Πολιτική ισότητα» δεν σημαίνει ίση αριθμητική εκπροσώπηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στα όργανα του ομόσπονδου κράτους, αλλά αποτελεσματική εκπροσώπηση και των δύο πλευρών σ' αυτά, έτσι που να αποκλείεται η επικυριαρχία της μιας πλευράς πάνω στην άλλη.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος, μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, δεσμεύτηκε «για την επανένωση της Κύπρου με βάση μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και πολιτική ισότητα, όπως [αυτές οι έννοιες] καθορίζονται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας». Συνεπώς, ο τότε αδιαμφισβήτητος ηγέτης του ΔΗΚΟ και πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δέχθηκε να αρχίσει μια νέα διαδικασία επίλυσης του προβλήματος στη βάση μιας συμφωνίας που σε τίποτα δεν διαφέρει, ως προς τη φύση της επιδιωκόμενης ομοσπονδίας, από το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Ο σημερινός πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Νικόλας Παπαδόπουλος, μεθοδεύει την έξοδο των υπουργών του κόμματός του από την κυβέρνηση λόγω του περιεχομένου του Κοινού Ανακοινωθέντος.

Ωστόσο, το Κοινό Ανακοινωθέν όχι μόνο δεν υστερεί σχετικά με τη συμφωνία Τ. Παπαδόπουλου-Μ.Α. Ταλάτ της 8ης Ιουλίου, αλλά εμπεριέχει και δεσμεύσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς που καταγράφονται ως διπλωματικές επιτυχίες του Δημήτρη Χριστόφια. Στην κοινή δήλωση Χριστόφια-Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008, πέρα από την επανάληψη του λεκτικού της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου σχετικά με τη φύση του ομόσπονδου κράτους, εξασφαλίζεται και η δέσμευση της τουρκοκυπριακής πλευράς για «μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα» της ομοσπονδιακής, ενωμένης Κύπρου.

Επειδή το θέμα της «μίας και μόνης κυριαρχίας και ιθαγένειας» δεν συμπεριλήφθηκε στην κοινή δήλωση της 23ής Μαΐου 2008, ο Δ. Χριστόφιας πέτυχε να το εντάξει στη συμφωνία του με τον Ταλάτ της 1ης Ιουλίου του 2008.

Το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου αποτελεί ουσιαστικά μια σύνοψη όχι μόνο της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου 2006, αλλά και των συμφωνιών της 23ης Μαΐου 2008 και 1ης Ιουλίου 2008, διότι συμπεριλαμβάνει τα θέματα της μιας και μόνης διεθνούς προσωπικότητας, κυριαρχίας και ιθαγένειας, ενώ απαγορεύει ρητά κάθε απόσχιση από το επιδιωκόμενο ομόσπονδο κράτος. Επιπλέον, στο Κοινό Ανακοινωθέν γίνεται λόγος για «σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες» (κυκλοφορίας, εγκατάστασης και ιδιοκτησίας).

Το Κοινό Ανακοινωθέν κινείται, συνεπώς, στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, που ερμηνεύονται με συγκλίνοντα τρόπο και από τις δύο πλευρές, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή, πράγμα βέβαια που δεν εμποδίζει ούτε τον Αναστασιάδη ούτε τον Έρογλου να παρουσιάζουν ο καθένας με τον τρόπο που θέλει το Κοινό Ανακοινωθέν στο δικό τους κοινό.

Η ουσία είναι ότι η επιδιωκόμενη λύση δεν είναι η διχοτόμηση ή η συνομοσπονδία δύο κρατών, αλλά η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων ή των δύο συνιστωσών πολιτειών της ενωμένης Κύπρου.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο κανένας στον χώρο της Αριστεράς στην Κύπρο, κυριολεκτικά κανένας, δεν επιχειρηματολόγησε κατά της επανέναρξης των συνομιλιών στη βάση του Κοινού Ανακοινωθέντος. Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα είναι ο δεδηλωμένος επιδιωκόμενος στόχος τόσο του ΑΚΕΛ όσο και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στον χώρο της τελευταίας, η εν λόγω ομοσπονδία δεν θεωρείται καν «οδυνηρός συμβιβασμός», αλλά ένα πολίτευμα που μπορεί να αποτελέσει ένα καθοριστικής σημασίας βήμα στην υπέρβαση μιας εθνοτικής διένεξης ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους που ταλανίζει την Κύπρο εδώ και δεκαετίες και προηγείται χρονικά ακόμη και της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.

Το Κυπριακό δεν είναι μόνο πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Είναι ταυτόχρονα και ένα πρόβλημα εθνοτικής διένεξης που προηγείται της τουρκικής εισβολής του 1974, όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα του 1958, 1963/1964, 1967 και 1974, ενώ τουρκική εισβολή προσέθεσε μια νέα βαρύνουσα παράμετρο στο κυπριακό πρόβλημα.

Κάποιοι έλληνες Αριστεροί ενοχλούνται από τη ...

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Βεβαιότητες κι αβεβαιότητες μιας αναρχικής ιδεολογίας

Διάλογος

Του Γιώργου Μερτίκα*

Είναι ευχάριστο να ακούω από έναν υποψήφιο διδάκτορα* ότι μπαίνει στον κόπο να γίνει συνοδοιπόρος μου στα υψώματα της πολιτικής φιλοσοφίας για να διορθώσει, με όσο πιο ανώδυνο τρόπο γίνεται, τις δικές μου βεβαιότητες για τον αναρχισμό. Ο σκέτος καθαρός αέρας των υψωμάτων, τα οποία έχει κατά νου, δεν φαίνεται να θολώνει την κρίση και μολύνει ελάχιστα τη σκέψη από τον βούρκο της πραγματικότητας. Αρκεί βέβαια να μην αποδειχτεί ότι τα υψώματα είναι λοφίσκοι. 
Σε κάθε περίπτωση, η συνοδοιπορία την οποία προτείνει είναι ατυχής, εφόσον οι δρόμοι μας είναι ευθύς εξ αρχής αντίθετοι κι έτσι δεν μπορώ να ωφεληθώ από το καταστάλαγμα των ερευνών του. Κι αυτό γιατί η διαδρομή την οποία ακολουθεί δεν είναι η οδός της «αποκατάστασης» (οι λέξεις και φράσεις εντός εισαγωγικών του κ. Γαλανόπουλου) του αναρχισμού γενικώς αλλά των αναρχιστικών ιδεολογιών, της ψευδούς συνείδησης κάποιων υποκειμένων της πολιτικής. 

Κοντολογίς, βεβαιότητες είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι ο ίδιος νομίζει∙ βεβαιότητες είναι οι ιδεολογίες όπως ο αναρχισμός, κι όχι απλά και μόνον ό,τι ο αντίπαλος, που ο ίδιος κατασκευάζει, βολεύεται να θεωρεί ως αναρχισμό. Οι ιδεολογίες διαμορφώνουν την ψευδή συνείδηση των δρώντων υποκειμένων, που είναι αναγκαία για να δράσουν και να αντιμετωπίσουν άλλα υποκείμενα με την ίδια ή και αντίθετη ιδεολογία σ’ ένα αγώνα ισχύος. Εάν δεν το κάνουν είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν ή να αφομοιωθούν ως υποκείμενα από κάποια άλλα που είναι έτοιμα να το κάνουν.

Ο «ιδεολογικός άξονας» στον οποίο αναφέρονται οι βεβαιότητες του κ. Γαλανόπουλου, και που συμπεριλαμβάνει την «ευρύτερη σοσιαλιστική οικογένεια» της υψιπετούς πολιτικής φιλοσοφίας, όταν έρχεται σ’ επαφή με την πραγματικότητα έχει παράξει νόθους γόνους και θανάσιμες αμοιβαίες έχθρες. Ο ελευθεριακός, αντισυγκεντρωτικός σοσιαλισμός ή ο ελευθεριακός κομμουνισμός, μα και ο υπαρκτός σοσιαλισμός μπορεί να περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο ιδεολογικό άξονα αλλά έκφρασαν κι εκφράζουν εντελώς διαφορετικές κοινωνικές δυναμικές, ενώ υπήρξαν θανάσιμοι εχθροί όποτε έγιναν ιδεολογία κοινωνικών δρώντων στον αγώνα για ισχύ.

Οι νεότεροι και καλύτεροι διανοούμενοι που διορθώνουν όσους έχουν «μια κακή ιδέα για τον αναρχισμό ή δεν τον γνωρίζουν καλά, όπως συνέβαινε με τον Καστοριάδη» (sic) θα έπρεπε να εξηγήσουν ορισμένα απλά και αφελή ερωτήματα που ωθούν να κατηγοριοποιήσει κανείς τον αναρχισμό στον επαναστατικό ρομαντισμό ή χιλιασμό: γιατί οι ιδέες του αναρχικού Προυντόν, στον οποίο αναφέρεται ο κ. Γαλανόπουλος, υιοθετήθηκαν από τον φασισμό, περνώντας μέσα από τον αναρχοσυνδικαλισμό του Σορέλ, κι απετέλεσαν τη βάση του συντεχνιακού φασιστικού κράτους. Μήπως ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός εντάσσονται στην ευρύτερη σοσιαλιστική οικογένεια ή μήπως ο αναρχισμός εντάσσεται στην ευρύτερη οικογένεια του πολιτικού ρομαντισμού, γόνος του οποίου είναι και ο επαναστατικός ρομαντισμός; 
Εάν ακολουθήσω τη λογική του φθάνω στο πρώτο συμπέρασμα. Επειδή όμως ο Προυντόν ταιριάζει τόσο καλά με τη φιλελεύθερη οικονομική αγορά και τους θιασώτες της, παρέχοντας την ευχέρεια σε συγκεκριμένα υποκείμενα μέσω αναρχικών πειραμάτων να ενταχθούν ομαλά σ’ αυτή, θα όφειλα να υποθέσω ότι υπάρχει μία ευθεία γραμμή μεταξύ αναρχισμού, εθνικοσοσιαλισμού και φιλελευθερισμού κι ότι όλα αυτά εντάσσονται στην ευρύτερη οικογένεια του σοσιαλισμού; 

Παραμένουν όμως κι άλλα δυσεξήγητα σ’ αυτά στα οποία αναφέρεται όπως ο περιστασιακός ρεπουμπλικανισμός του Μπακούνιν, και οι μεταπτώσεις του, κάθε φορά που αποκρυσταλλώνεται μία πολιτική τάξη, από την ένθερμη υποστήριξη στην αδυσώπητη κριτική. Παραμένει μετέωρη η επίθεση του Μπακούνιν στον παγγερμανισμό του Μαρξ με βάση τον πανσλαβισμό, ενώ αμφότεροι καλύπτονται πίσω από επαναστατικές ιδεολογίες με κοινό παρονομαστή την πρόοδο. 
Είναι επίσης ανεξήγητες οι απόψεις του Μπακούνιν για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς στους κολίγους, απόψεις που δημιουργούν μία ιεραρχία του ανθρώπου αντίστοιχη με το επαναστάτης ίσον άνθρωπος, κολίγος ίσον υπάνθρωπος. Η «λησμοσύνη των ιστορικών και των φιλοσόφων» την οποία η νέα έρευνα για τον αναρχισμό υποτίθεται ότι καταπολεμά επανέρχεται από την πίσω πόρτα ως επιλεκτική μνήμη η «οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ την παραλία των ...

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Νόαμ Τσόμσκι: Mπορούμε να ξεφύγουμε από την κατάρα της οικονομικής εκμετάλλευσης;

  • Ο κλασικός φιλελευθερισμός ναυάγησε στις ξέρες του καπιταλισμού, όμως οι ανθρωπιστικές δεσμεύσεις και φιλοδοξίες του δεν πέθαναν

Από την διάλεξη του Νόαμ Τσόμσκι που δόθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2013 στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης:
Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα και το τι είδους άνθρωπος γίνεται κανείς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές, πολιτισμικές και θεσμικές συνθήκες της ζωής του.

Οι κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν την ευημερία των ανθρώπων, την εκπλήρωση των δίκαιων προσδοκιών τους -εν συντομία, το κοινό καλό- αποτελούν θέμα προς εξέταση.

Για να δώσω το υπόβαθρο, θα επικαλεστώ κάποιες -για μένα- κοινοτοπίες. Έχουν να κάνουν με μια ενδιαφέρουσα κατηγορία ηθικών αρχών: εκείνες που δεν είναι μόνο καθολικές επειδή σχεδόν πάντα τις επικαλούμαστε, αλλά είναι διπλά καθολικές, γιατί σχεδόν καθολικά απορρίπτονται στην πράξη.

Ποικίλλουν από τις πολύ γενικές αρχές, όπως το ότι θα πρέπει να θέτουμε στους εαυτούς μας τα ίδια στάνταρ που θέτουμε στους άλλους (αν όχι αυστηρότερα), σε πιο συγκεκριμένα πράγματα, όπως η αφοσίωση στην προώθηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διακηρύσσεται σχεδόν καθολικά, ακόμη και από τα χειρότερα τέρατα.

Ένα καλό σημείο εκκίνησης είναι με το "Περί Ελευθερίας" του Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος γράφει: «Η μεγάλη, προεξάρχουσα αρχή, προς την οποία κάθε προηγούμενο επιχείρημα συγκλίνει, αφορά την απόλυτη και ουσιαστική σημασία της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλη την ποικιλομορφία της». (...)


Το κοινό καλό

Το ενδιαφέρον (λοιπόν) για το κοινό καλό θα πρέπει να μας ωθεί να βρούμε τρόπους ώστε να καλλιεργήσουμε την ανθρώπινη ανάπτυξη σε όλη την ποικιλομορφία της.

Ο Άνταμ Σμιθ, άλλος διανοητής του Διαφωτισμού με παρόμοιες ιδέες, θεωρούσε πως δεν είναι πολύ δύσκολο να θεσμοθετήσει κανείς ανθρώπινες πολιτικές. Στη "Θεωρία Ηθικών Συναισθημάτων" παρατήρησε: «Όσο εγωιστής κι αν είναι ο άνθρωπος, υπάρχουν προφανώς κάποιες αρχές στη φύση του, τον ενδιαφέρει η τύχη των άλλων, καθιστώντας την ευτυχία τους αναγκαία για τον ίδιο, αν και δεν κερδίζει τίποτα, εκτός από την ευχαρίστησή του βλέποντάς την".

Ο Σμιθ αναγνωρίζει τη δύναμη αυτού που αποκαλεί «χυδαίο αξίωμα των κυρίαρχων": "Όλα για μας, τίποτα για τους άλλους". Αλλά τα πιο καλοήθη "πάθη της ανθρώπινης φύσης" θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν αυτή την παθογένεια.

Ο κλασικός φιλελευθερισμός ναυάγησε στις ξέρες του καπιταλισμού, όμως οι ανθρωπιστικές δεσμεύσεις και φιλοδοξίες του δεν πέθαναν. Ο Ρούντολφ Ρόκερ, αναρχικός διανοητής του 20ού αιώνα και ακτιβιστής, επανέλαβε παρόμοιες ιδέες. Ο Ρόκερ περιέγραψε αυτό που αποκαλεί "μια σαφή τάση στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας» καθώς αγωνίζεται για «την ελεύθερη, απρόσκοπτη ανάδειξη όλων των ατομικών και κοινωνικών δυνάμεων στη ζωή".


Προς τα ιδεώδη του Διαφωτισμού


Ο Ρόκερ συνόψιζε στις θέσεις του μια αναρχική παράδοση, βασική στον αναρχοσυνδικαλισμό, μια ποικιλία «ελευθεριακού σοσιαλισμού." Αυτό το είδος σοσιαλισμού, θεωρούσε, δεν ...