Θεωρούμε συνήθως ότι η ανάγκη μας για ύπνο αποτελεί είτε απώλεια χρόνου είτε μια ενοχλητική χαλάρωση της επαγρύπνησής μας. Για παράδειγμα, ο ύπνος χρησιμοποιείται ως παρομοίωση για να περιγράψει την απάθεια των λαών μπροστά στην καταπίεση που υφίστανται. Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός έχει θέσει ως στόχο να μετατρέψει την ανθρώπινη ζωή σε μια διαδικασία αδιάκοπης παραγωγής και κατανάλωσης, μήπως θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτά τα στερεότυπα;

Του Jonathan Crary*

Όποιος έχει ζήσει στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών σίγουρα γνωρίζει το φαινόμενο της μετανάστευσης των αποδημητικών πτηνών που διασχίζουν κάθε χρονιά ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Ωστόσο, ανάμεσα στα εκατοντάδες είδη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα είδος τσίχλας με λευκό λαιμό. Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα υπόλοιπα είδη, το συγκεκριμένο χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητα ότι, κατά τη διάρκεια της αποδημίας του, μπορεί να μείνει ξύπνιο έως και επτά συνεχόμενες ημέρες. Η ιδιαίτερη εποχική συμπεριφορά τού επιτρέπει να πετάει τη νύχτα και να αναζητεί την τροφή του κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς να ξεκουράζεται διόλου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, την τελευταία πενταετία, το υπουργείο Άμυνας έχει διαθέσει σημαντικά ποσά για την έρευνα της συμπεριφοράς αυτού του είδους πουλιών. Οι ερευνητές διάφορων πανεπιστημίων -και κυρίως του Μάντισον (Ουισκόνσιν)- έχουν λάβει πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση για να μελετήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα των πτηνών κατά τη διάρκεια των περιόδων στέρησης ύπνου. 

Ο σκοπός των ερευνών είναι η απόκτηση γνώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν στη συνέχεια να μεταφερθούν στο ανθρώπινο είδος.

Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός στρατιώτη ο οποίος δεν θα κοιμάται. Η μελέτη αυτού του είδους τσίχλας αποτελεί ένα πολύ μικρό τμήμα ενός κατά πολύ ευρύτερου σχεδίου το οποίο αποσκοπεί στην επίτευξή της, έστω μερικής, κυριαρχίας πάνω στον ανθρώπινο ύπνο. 
  • Ο βραχυπρόθεσμος στόχος συνίσταται στη δημιουργία μεθόδων οι οποίες θα επιτρέπουν σε έναν στρατιώτη να βρίσκεται σε επιχειρησιακή ετοιμότητα χωρίς να κοιμάται επί τουλάχιστον επτά ημέρες. 
  • Σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, ο στόχος είναι να διπλασιαστεί αυτό το χρονικό διάστημα, ενώ παράλληλα θα διατηρούνται σε υψηλό επίπεδο οι σωματικές και οι πνευματικές δυνατότητες των άγρυπνων στρατιωτών. 
Μέχρι σήμερα, τα μέσα που διαθέταμε για να επιτύχουμε καταστάσεις αϋπνίας συνοδεύονταν πάντα από έλλειμμα ψυχικών και διανοητικών ικανοτήτων (για παράδειγμα, μειωμένο επίπεδο επαγρύπνησης). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο στόχος της επιστημονικής έρευνας δεν είναι πλέον η ανακάλυψη μεθόδων για την τόνωση της εγρήγορσης, αλλά ο περιορισμός της ίδιας της σωματικής ανάγκης για ύπνο.

Όπως έχει ήδη αποδείξει η ιστορία, οι καινοτομίες που προκύπτουν από τη στρατιωτική έρευνα έχουν στη συνέχεια την τάση να μεταφέρονται στην ευρύτερη κοινωνική σφαίρα: έτσι, ο άγρυπνος στρατιώτης ενδέχεται να αποτελέσει τον πρόδρομο του άγρυπνου εργαζόμενου ή του άγρυπνου καταναλωτή. 
Τα προϊόντα «χωρίς ύπνο» που θα προβληθούν και θα προωθηθούν από τη φαρμακοβιομηχανία μέσα από ένα επιθετικό μάρκετινγκ ενδέχεται αρχικά να παρουσιαστούν ως μια απλή επιλογή τρόπου ζωής, για να μετατραπούν τελικά σε μια αναγκαιότητα για πολλούς ανθρώπους.
Δεδομένου ότι ο ύπνος είναι απόλυτα άχρηστος και εντελώς παθητικός, με αποτέλεσμα να προκαλεί ανυπολόγιστες απώλειες στους τομείς της παραγωγής, της κυκλοφορίας και της κατανάλωσης αγαθών, θα αποτελεί πάντα εμπόδιο για την εγκαθίδρυση ενός κόσμου που θα ήθελε να λειτουργεί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα. Η μεγαλύτερη προσβολή που μπορούν να κάνουν τα ανθρώπινα όντα στον αδηφάγο σύγχρονο καπιταλισμό συνίσταται στο να περνούν ένα τεράστιο μέρος της ζωής τους κοιμισμένοι, αποδεσμευμένοι από τον βάλτο των τεχνητών αναγκών που αυτός τους επιβάλλει. 
Ο ύπνος αποτελεί μια ανυποχώρητη διακοπή της κλοπής του χρόνου μας, την οποία διαπράττει εις βάρος μας ο καπιταλισμός.
Οι περισσότερες από τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες της ανθρώπινης ζωής -η πείνα, η δίψα, η σεξουαλική επιθυμία και, πρόσφατα, η ανάγκη για φιλία- έχουν αποκτήσει εμπορευματική μορφή ή έχουν μετατραπεί σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ο ύπνος επιβάλλει την ιδέα μιας ανθρώπινης ανάγκης κι ενός χρονικού διαστήματος που δεν είναι δυνατόν ούτε να ελεγχθούν, ούτε και να μετατραπούν σε δραστηριότητα που θα αποφέρει μαζικά κέρδη. 
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο ύπνος εξακολουθεί να αποτελεί μια ανωμαλία κι έναν πόλο κρίσης μέσα στον σύγχρονο κόσμο. 

Παρόλες τις προσπάθειες της επιστημονικής έρευνας στον τομέα, ο ύπνος εξακολουθεί να προκαλεί απογοήτευση και αμηχανία σε όσους σχεδιάζουν στρατηγικές για να τον εκμεταλλευθούν ή για να τροποποιήσουν τη φύση του. Όσο κι αν αυτό τούς φαίνεται εντυπωσιακό ή αδιανόητο, δεν καταφέρνουν να αποσπάσουν από τον ύπνο καμία οικονομική αξία.

Οι επιθέσεις ενάντια στον χρόνο του ύπνου εντάθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο μέσος Αμερικανός ενήλικος κοιμάται σήμερα εξήμισι ώρες κάθε βράδυ: παρατηρείται, συνεπώς, μια σημαντική μείωση των ωρών του ύπνου σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, που κοιμόταν κατά μέσον όρο οκτώ ώρες. Και δεν μιλάμε για τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου η διάρκεια του ύπνου έφθανε -όσο κι αν αυτό μας φαίνεται απίστευτο- τις δέκα ώρες. Το σκάνδαλο του ύπνου συνίσταται στο γεγονός ότι εισάγει στη ζωή μας τις ρυθμικές εναλλαγές του ηλιακού φωτός και του σκοταδιού, της δραστηριότητας και της ανάπαυσης, της εργασίας και της επανορθωτικής ξεκούρασης, οι οποίες σε άλλους τομείς της ζωής εξουδετερώθηκαν ή εξαλείφθηκαν.

Από τα μέσα τού 17ου αιώνα, ο ύπνος εκδιώχθηκε από τη σταθερή θέση που κατείχε μέσα στο πλαίσιο που έθεταν ο Αριστοτελισμός και η Αναγέννηση, καθώς αυτό θεωρήθηκε πλέον ξεπερασμένο. 

Άρχισαν να τον θεωρούν ασύμβατο με τις νεωτερικές έννοιες της παραγωγικότητας και του ορθολογισμού, και ο Ρενέ Ντεκάρτ, ο Ντέιβιντ Χιούμ και ο Τζον Λοκ δεν ήταν οι μοναδικοί φιλόσοφοι που αρνήθηκαν στον ύπνο τη σημασία του για όλες τις ενέργειες της πνευματικής ζωής και της αναζήτησης της γνώσης. Τον υποτίμησαν και αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία της συνείδησης και της βούλησης, καθώς επίσης και των εννοιών της χρησιμότητας, της αντικειμενικότητας και του προσωπικού συμφέροντος ως κινήτρου που ωθεί στην ανάληψη δράσης. Για τον Λοκ, ο ύπνος ήταν μια -λυπηρή, αλλά αναγκαία- διακοπή της υλοποίησης των προτεραιοτήτων που ανέθεσε ο Θεός στον άνθρωπο: να είναι εργατικός και ορθολογικός.

Στα μέσα τού 19ου αιώνα αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την ασύμμετρη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, με βάση ιεραρχικά μοντέλα που παρουσίαζαν τον ύπνο ως μια οπισθοδρόμηση προς έναν κόσμο κατώτερων και πιο πρωτόγονων μορφών δραστηριότητας: θεωρούσαμε ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου αναστελλόταν η ανώτερη και πολυπλοκότερη λειτουργία του εγκεφάλου. Ο Άρθουρ Σοπενάουερ υπήρξε ένας από τους ελάχιστους διανοητές που αντέστρεψαν αυτήν την ιεραρχία, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ότι ο «πραγματικός πυρήνας» της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να ανακαλυφθεί μονάχα κατά τη διάρκεια του ύπνου.1

Καθώς η εκβιομηχάνιση της Ευρώπης συνοδευόταν από τη χειρότερη δυνατή μεταχείριση των εργαζόμενων, οι διευθυντές των εργοστασίων συνειδητοποίησαν ότι τους συνέφερε να παραχωρήσουν κάποια μικρά διαστήματα ανάπαυσης στους εργάτες τους. Όπως απέδειξε ο Άνσον Ράμπινμπαχ στη μελέτη του για την επιστήμη τής κούρασης,2 το ζητούμενο ήταν να μετατραπούν σε παραγωγικότερους και αποτελεσματικότερους εργαζόμενους, με μεγαλύτερη αντοχή στην κούραση. 

Όμως, από την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, με την κατάρρευση όλου του ρυθμιστικού πλαισίου που περιόριζε την ασυδοσία του καπιταλισμού στην Αμερική και στην Ευρώπη, δεν υπάρχει πλέον μέσα στο σύστημα καμία εσωτερική αναγκαιότητα για ανάπαυση και ανάκτηση των δυνάμεων των συντελεστών της οικονομικής μεγέθυνσης και της κερδοφορίας. Δεδομένων των ιδιαίτερων δομών που αποτελούν χαρακτηριστικό του σημερινού καπιταλισμού, η αφιέρωση χρόνου για την ανάπαυση και την ανάκτηση δυνάμεων των εργαζόμενων κοστίζει πλέον υπερβολικά ακριβά για να είναι δομικά εφικτή.

Στην ανάλυσή τους για τον σημερινό καπιταλισμό, ο Λικ Μπολτάνσκι και η Ιβ Τσιαπέλο κατέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ένα σύνολο δυνάμεων για να εξυμνηθεί το είδος του ατόμου που είναι απασχολημένο ανά πάσα στιγμή, πάντοτε σε διασύνδεση, αλληλεπίδραση, επικοινωνία, αντίδραση ή συναλλαγή με ένα οποιοδήποτε τηλεματικό περιβάλλον. Όπως παρατηρούν, στις περιοχές του πλανήτη όπου υπάρχει ευημερία το φαινόμενο συμβάδισε με το γκρέμισμα των περισσότερων συνόρων που χώριζαν στο παρελθόν τον ιδιωτικό χρόνο από τον επαγγελματικό και την εργασία από την κατανάλωση. 

Στο μοντέλο «διαρκούς διασύνδεσης» που περιγράφουν, καταγγέλλουν το κυνήγι της «δραστηριότητας για τη δραστηριότητα»: «Θεωρείται σημαντικό το να κάνεις ανά πάσα στιγμή κάτι, να βρίσκεσαι σε κίνηση, να αλλάζεις, ενώ συχνά η σταθερότητα θεωρείται συνώνυμο της αδράνειας]».3 

Αυτό το μοντέλο δραστηριότητας δεν εμφανίζεται ως μια απλή τροποποιημένη μορφή τού προηγούμενου μοντέλου της εργασιακής ηθικής, αλλά ως ένα εντελώς νέο μοντέλο προτύπων, το οποίο, για να λειτουργήσει, απαιτεί χρονικούς ρυθμούς του τύπου 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και επτά ημέρες την εβδομάδα, οι οποίοι συχνά συνοψίζονται στον τύπο 24/7.

Φυσικά οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κοιμούνται, κι ακόμα κι οι μεγαλουπόλεις με τους πλέον φρενήρεις ρυθμούς ζωής θα εξακολουθήσουν να γνωρίζουν νυχτερινά διαστήματα όπου επικρατεί μια σχετική ησυχία. Παρόλα αυτά, ο ύπνος αποτελεί στο εξής μια εμπειρία η οποία έχει αποσυνδεθεί από τις έννοιες της αναγκαιότητας και της φύσης. Πλέον, όπως και πολλά άλλα πράγματα, γίνεται αντιληπτός ως μια μεταβλητή λειτουργία, την οποία οφείλουμε να διαχειριστούμε και η οποία ορίζεται μονάχα με ...