Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Γιατί ζούμε μια Νέα Επίχρυση Εποχή

Thomas Piketty, Capital in the TwentyFirst Century [Το κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα], Belknap Press/Harvard University Press, σελ. 685

του ΠΟΛ ΚΡΟΥΓΚΜΑΝ*      

Ο Τομά Πικετί, καθηγητής στο Paris School of Economics, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, αν και αυτό μπορεί να αλλάξει μετά τη δημοσίευση της αγγλόφωνης έκδοσης του θαυμάσιου, σαρωτικού πονήματός του για την ανισότητα με τίτλο Capital in the Twenty-First Century (Το κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα). Ωστόσο η επίδρασή του είναι βαθιά. Το ότι ζούμε μια δεύτερη Επίχρυση Εποχή (1)  –ή μια δεύτερη μπελ επόκ, όπως αρέσκεται να λέει ο Πικετί–, η οποία ορίζεται από την απίστευτη άνοδο του «ένα τοις εκατό», είναι πλέον κοινός τόπος. Έγινε όμως κοινός τόπος χάρη στο έργο του Πικετί. Συγκεκριμένα, αυτός και λιγοστοί συνάδελφοί του (με προεξάρχοντες τον Άντονι Άτκινσον στην Οξφόρδη και τον Εμάνουελ Σάεζ στο Μπέρκλεϊ) έχουν επινοήσει καινοτόμες στατιστικές τεχνικές που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση της πορείας του εισοδήματος και του πλούτου στο παρελθόν – από τις αρχές του εικοστού αιώνα, για την Αμερική και τη Βρετανία, και από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, για τη Γαλλία. 

Το αποτέλεσμα έφερε επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τις μακροπρόθεσμες τάσεις στην ανισότητα. Πριν από αυτή την επανάσταση, οι περισσότερες συζητήσεις για τις οικονομικές ανισότητες αγνοούσαν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τους πολύ πλούσιους. Ορισμένοι οικονομολόγοι (για να μην αναφερθώ σε πολιτικούς) προσπάθησαν κραυγαλέα να αποσιωπήσουν οποιαδήποτε αναφορά στην ανισότητα: «Από τις τάσεις που είναι επιζήμιες για τα υγιή οικονομικά, η πλέον δελεαστική, και κατά τη γνώμη μου η πλέον δηλητηριώδης, είναι το ότι εστιάζουμε σε ζητήματα κατανομής», δήλωσε το 2004 ο Ρόμπερτ Λούκας ο νεότερος, του Πανεπιστημίου του Σικάγου –ο διαπρεπέστερος μακροοικονομολόγος της γενιάς του. Αλλά και όσοι ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν για την ανισότητα εστίαζαν γενικά στο χάσμα ανάμεσα στους φτωχούς ή την εργατική τάξη και τους απλά εύπορους, όχι τους πραγματικά πλούσιους – στους αποφοίτους κολεγίων των οποίων ο μισθός υπερέβαινε εκείνον των λιγότερο μορφωμένων, ή στην συγκριτικά καλή τύχη του ανώτερου ενός πέμπτου του πληθυσμού σε σύγκριση με τα κατώτερα τέσσερα πέμπτα, όχι στα ταχέως αυξανόμενα εισοδήματα των διευθυντικών στελεχών και των τραπεζιτών. 

Ήταν λοιπόν μια αποκάλυψη όταν ο Πικετί και οι συνάδελφοί του έδειξαν ότι τα εισοδήματα του περίφημου πλέον «ένα τοις εκατό», και εκείνα ακόμη πιο περιορισμένων ομάδων, παίζουν στην πραγματικότητα τον κυρίαρχο ρόλο στην αυξανόμενη ανισότητα. Και η ανακάλυψη αυτή συνοδευόταν από μια ακόμη αποκάλυψη: την αναφορά σε μια δεύτερη Επίχρυση Εποχή, που μπορεί να ακουγόταν υπερβολική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Στην Αμερική συγκεκριμένα, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που προσπορίζεται το ανώτερο ένα τοις εκατό έχει ακολουθήσει μια πορεία που θυμίζει μεγάλο τόξο σχήματος U. Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ένα τοις εκατό λάμβανε περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού εισοδήματος τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1950, το μερίδιο αυτό είχε πέσει κάτω από το μισό. Αλλά από το 1980 και μετά, το ένα τοις εκατό είδε και πάλι το εισόδημά του να εκτοξεύεται – και στις Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψε εκεί όπου ήταν έναν αιώνα πριν. 


Βέβαια, η σημερινή οικονομική ελίτ είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του δέκατου ένατου αιώνα, έτσι δεν είναι; Την εποχή εκείνη, ο μεγάλος πλούτος συνήθως κληρονομούνταν. Όσοι σήμερα ανήκουν στην οικονομική ελίτ, δεν έχουν αντιθέτως κερδίσει μόνοι τους τη θέση τους; Ο Πικετί μας λέει ότι αυτό δεν αληθεύει όσο νομίζουμε και ότι, σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων μπορεί να μην αποδειχθεί περισσότερο ανθεκτική από την κοινωνία της μεσαίας τάξης που άνθισε για μια γενιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μεγάλη ιδέα του Κεφαλαίου τον εικοστό αιώνα είναι ότι δεν έχουμε απλά επιστρέψει στα επίπεδα ανισότητας εισοδήματος του δέκατου ένατου αιώνα, αλλά ότι επίσης επιστρέφουμε στον «πατριαρχικό καπιταλισμό», στον οποίο οι ανώτερες κλίμακες της οικονομίας ελέγχονται όχι από τα ταλαντούχα άτομα αλλά από οικογενειακές δυναστείες. 

Ο ισχυρισμός είναι αξιοπρόσεκτος – και ακριβώς επειδή είναι τόσο αξιοπρόσεκτος πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά και με κριτικό πνεύμα. Πριν, ωστόσο, φτάσω σε αυτό, επιτρέψτε μου να πω ευθύς εξαρχής ότι ο Πικετί έχει γράψει ένα πραγματικά θαυμάσιο βιβλίο. Είναι ένα έργο που συνδυάζει την ιστορική ευρυμάθεια –πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε έναν οικονομολόγο να επικαλείται την Τζέιν Ώστιν και τον Μπαλζάκ– με την κοπιαστική ανάλυση των δεδομένων. Και παρότι ο Πικετί περιπαίζει το επάγγελμα των οικονομολόγων για το «παιδιάστικο πάθος τους για τα μαθηματικά», πίσω από την πραγμάτευσή του κρύβεται ένας πραγματικός άθλος οικονομικής μοντελοποίησης, μια προσέγγιση που ενοποιεί την ανάλυση της οικονομικής μεγέθυνσης με εκείνη της κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Είναι ένα βιβλίο που θα αλλάξει τόσο τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την κοινωνία όσο και τον τρόπο με τον οποίο ασκούμε την οικονομική επιστήμη. 

1. Τι γνωρίζουμε για την οικονομική ανισότητα, και για ποια εποχή το γνωρίζουμε; Πριν από την σαρωτική επανάσταση που έφερε ο Πικετί στον κλάδο, τα περισσότερα απ’ όσα γνωρίζαμε για την ανισότητα του εισοδήματος και του πλούτου προέρχονταν από έρευνες στις οποίες ζητούνταν από τυχαία επιλεγμένα νοικοκυριά να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια, οι απαντήσεις των οποίων συνυπολογίζονταν για να παραχθεί ένα στατιστικό πορτρέτο του συνολικού πληθυσμού. Διεθνώς ο χρυσός κανόνας είναι η ετήσια μελέτη που διεξάγει το Γραφείο Απογραφής. Η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα διεξάγει επίσης ανά τριετία τη δική της μελέτη για την κατανομή του πλούτου. 

Οι δύο αυτές μελέτες συνιστούν έναν απαραίτητο οδηγό για το μεταβαλλόμενο σχήμα της αμερικανικής κοινωνίας. Μεταξύ άλλων, έχουν εδώ και καιρό καταδείξει μια εντυπωσιακή μεταβολή στη διαδικασία της οικονομικής μεγέθυνσης των ΗΠΑ, η οποία ξεκίνησε περίπου το 1980. Πριν, οι οικογένειες όλων των επιπέδων έβλεπαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, λιγότερο ή περισσότερο, σε συμφωνία πάντοτε με τη συνολική μεγέθυνση της οικονομίας. Μετά το 1980, ωστόσο, η μερίδα του λέοντος των κερδών κατευθύνθηκε στο άνω άκρο της κατανομής των εισοδημάτων, με τις οικογένειες στο κατώτερο μισό να μένουν πολύ πίσω. 

Παλαιότερα, οι άλλες χώρες δεν διατηρούσαν ...

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας

Η αριστερά πάσχει από έλλειμμα ρεαλιστικών προτάσεων

Περίληψη: Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η βασική ιδεολογία στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου σήμερα. Αλλά όσο συμπιέζεται η μεσαία τάξη στην οποία στηρίζεται αυτή η ιδεολογία, ο κόσμος θα αρχίσει να ψάχνει εναλλακτικά συστήματα που θα δίνουν καλύτερες απαντήσεις στις ανάγκες των κοινωνιών. Όσο η αριστερά πάσχει από έλλειμμα αξιόπιστων απαντήσεων, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός θα συνεχίσει να κυριαρχεί ωσότου βρεθεί ο εναλλακτικός μύθος.

του Francis Fukuyama

Κάτι παράξενο συμβαίνει σήμερα στον κόσμο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 και η εξελισσόμενη κρίση του ευρώ, αποτελούν αμφότερες παράγωγα του μοντέλου του ελάχιστα παρεμβατικού καπιταλιστικού συστήματος που επικράτησε κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Εντούτοις, παρά τη διάχυτη οργή για τις διασώσεις επιχειρήσεων στη Wall Street, δεν σημειώθηκε μεγάλο κύμα λαϊκής αντίδρασης από την αμερικανική Αριστερά. Είναι πιθανό να σημειωθεί περαιτέρω ανάπτυξη του κινήματος Occupy Wall Street, αλλά μέχρι σήμερα το πιο δυναμικό λαϊκό κίνημα υπήρξε το δεξιόστροφο Πάρτι του Τσαγιού, η βασική επιδίωξη του οποίου είναι το ρυθμιστικό κράτος, που θέλει να προστατεύσει τους απλούς ανθρώπους από τους κερδοσκόπους. Κάτι αντίστοιχο αποτελεί πραγματικότητα και στην Ευρώπη, όπου η Αριστερά είναι αναιμική και τα κόμματα της λαϊκής Δεξιάς κερδίζουν έδαφος.

Είναι αρκετοί οι λόγοι για την παρατηρούμενη αδράνεια της Αριστεράς, αλλά μεταξύ αυτών ο κυριότερος πηγάζει από μια αποτυχία στη σφαίρα των ιδεών. Στην προηγούμενη γενιά, το ιδεολογικό πλεονέκτημα επί των οικονομικών ζητημάτων κατείχε η φιλελεύθερη Δεξιά. Η Αριστερά δεν ήταν ικανή να καταθέσει μια πειστική επιχειρηματολογία για μια ατζέντα διαφορετική από την επάνοδο στην ασύμφορη μορφή μιας ξεπερασμένης σοσιαλδημοκρατίας. Η απουσία πειστικού προοδευτικού αντιλόγου είναι ανθυγιεινή, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός κάνει καλό στην ιδεολογική αντιπαράθεση όσο και στην οικονομία. Και είναι αλήθεια ότι χρειαζόμαστε επειγόντως έναν σοβαρό πνευματικό δημόσιο διάλογο, καθώς η σημερινή μορφή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού διαβρώνει την κοινωνική βάση της μεσαίας τάξης, πάνω στην οποία στηρίζεται η φιλελεύθερη δημοκρατία.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΥΜΑ

Οι κοινωνικές δυνάμεις και συνθήκες δεν «καθορίζουν» απλώς τις ιδεολογίες, όπως άλλοτε υποστήριξε ο Καρλ Μαρξ. Οι ιδέες, αντιθέτως, δεν ισχυροποιούνται παρά μόνο αν αφορούν στα συμφέροντα μεγάλου αριθμού απλών ανθρώπων. Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η βασική ιδεολογία στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου σήμερα, εν μέρει επειδή ανταποκρίνεται σε ορισμένες κοινωνικο-οικονομικές δομές, αλλά και διευκολύνεται από αυτές. Τυχόν μεταβολές σε αυτές τις δομές ενδέχεται να επιφέρουν ιδεολογικές συνέπειες, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ιδεολογικές μεταβολές ενδέχεται να οδηγήσουν σε κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις.

Όλες σχεδόν οι ισχυρές ιδέες που διαμόρφωσαν τις κοινωνίες των ανθρώπων στα τελευταία 300 χρόνια είχαν μια φύση θρησκευτική. Σημαντική εξαίρεση στον κανόνα υπήρξε ο κομφουκιανισμός στην Κίνα. Η πρώτη μείζων κοσμική ιδεολογία με διαρκή και παγκόσμια απήχηση υπήρξε ο φιλελευθερισμός, ένα δόγμα που σχετίστηκε με την άνοδο, αρχικά μιας εμπορικής και κατόπιν μιας βιομηχανικής μεσαίας τάξης, σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης κατά τον 17ο αιώνα. (Με τον όρο «μεσαία τάξη» εννοώ ανθρώπους που δεν βρίσκονται ούτε στην κορυφή ούτε στο κατώτατο επίπεδο των κοινωνιών από πλευράς εισοδήματος, ανθρώπους που είναι απόφοιτοι τουλάχιστον της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και που κατέχουν είτε ακίνητη περιουσία είτε διαρκή αγαθά ή έχουν δική τους επιχείρηση).

Όπως διατυπώθηκε από κλασικούς διανοητές σαν τον Λοκ, τον Μοντεσκιέ και τον Μιλ, ο φιλελευθερισμός προϋποθέτει ότι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας πηγάζει από την ικανότητα του κράτους να προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών του και ότι αυτή η κρατική εξουσία οφείλει να συμμορφώνεται προς τον Νόμο. Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που πρέπει να προστατεύονται είναι αυτό της ατομικής ιδιοκτησίας. Η Ένδοξη Επανάσταση στην Αγγλία (1688-89) υπήρξε πολύ σημαντική για την εξέλιξη του σύγχρονου φιλελευθερισμού, επειδή για πρώτη φορά καθιέρωσε τη συνταγματική αρχή ότι το κράτος δεν νομιμοποιείται να φορολογεί τους πολίτες χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Στην αρχή, ο φιλελευθερισμός δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην και δημοκρατία. Οι Ουίγοι, που υποστήριξαν τη συνταγματική ρύθμιση του 1689, ήταν οι πλουσιότεροι γαιοκτήμονες στην Αγγλία. Το Κοινοβούλιο εκείνης της περιόδου εκπροσωπούσε λιγότερο από το 10% του συνόλου του πληθυσμού. Πολλοί κλασικοί φιλελεύθεροι, περιλαμβανομένου του Μιλ, αμφισβητούσαν έντονα τις αρετές της δημοκρατίας. Πίστευαν ότι η υπεύθυνη πολιτική συμμετοχή απαιτούσε μόρφωση και μια κοινωνική θέση, δηλαδή, ιδιοκτησία γης. Μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, το δικαίωμα ψήφου ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης εξαρτημένο από προϋποθέσεις γαιοκτησίας και μορφωτικού επιπέδου. Η εκλογή του Άντριου Τζάκσον ως προέδρου των ΗΠΑ το 1928 και η συνακόλουθη κατάργηση των προϋποθέσεων ιδιοκτησίας για το δικαίωμα ψήφου, τουλάχιστον για τους λευκούς άρρενες, υπήρξε μια πρώτη και σημαντική νίκη προς έναν πιο ισχυρό δημοκρατικό κανόνα.

Στην Ευρώπη, ο αποκλεισμός μιας μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού από την πολιτική εξουσία και η ανάδειξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης άνοιξαν τον δρόμο για τον μαρξισμό. Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδόθηκε το 1848, την ίδια χρονιά που οι επαναστάσεις απλώθηκαν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι ξεκίνησε ένας αιώνας διαγκωνισμού για την ηγεσία του δημοκρατικού κινήματος, ανάμεσα στους κομμουνιστές, που ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τη διαδικαστική δημοκρατία (πολυκομματικές εκλογές) προς χάριν αυτού που πίστευαν ως ουσιαστική δημοκρατία (αναδιανομή του πλούτου), και τους φιλελεύθερους δημοκράτες, οι οποίοι πίστευαν στη διευρυμένη πολιτική συμμετοχή με παράλληλη διατήρηση μιας νομοθεσίας που θα προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας.

Αυτό που διακυβευόταν ήταν η υποταγή της νέας βιομηχανικής εργατικής τάξης. Οι πρώτοι μαρξιστές πίστευαν ότι θα νικούσαν με την καθαρή δύναμη των αριθμών: καθώς στα τέλη του 19ου αιώνα το δικαίωμα ψήφου διευρύνθηκε, κόμματα όπως το Εργατικό στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Σοσιαλδημοκρατικό στη Γερμανία, αναπτύχθηκαν αλματωδώς και απείλησαν την ηγεμονία τόσο των συντηρητικών όσο και των παραδοσιακών φιλελευθέρων. Η άνοδος της εργατικής τάξης εμποδίστηκε λυσσαλέα, συχνά με αντιδημοκρατικά μέσα. Από την πλευρά τους, οι κομμουνιστές και πολλοί σοσιαλιστές, εγκατέλειψαν την τυπική δημοκρατία προς χάριν της απευθείας κατάληψης της εξουσίας.

Στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, διαμορφώθηκε μια ισχυρή συναίνεση όσον αφορά την προοδευτική Αριστερά, ότι δηλαδή μια μορφή σοσιαλισμού (κρατικός έλεγχος στους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, ώστε να διασφαλιστεί μια δίκαιη αναδιανομή του πλούτου) ήταν αναπόφευκτη για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Ακόμη και ένας συντηρητικός οικονομολόγος, όπως ο Joseph Schumpeter, στο βιβλίο που εξέδωσε το 1942 με τον τίτλο Capitalism, Socialism and Democracy, μπόρεσε να γράψει ότι ο σοσιαλισμός θα έβγαινε νικητής, επειδή η καπιταλιστική κοινωνία υφίστατο πολιτιστική αυτοϋπονόμευση. Ο σοσιαλισμός θεωρήθηκε ότι εκπροσωπούσε τη βούληση και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού στις σύγχρονες κοινωνίες.

Και ενώ οι μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις του 20ου αιώνα εξαντλούνταν σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, πολύ σημαντικές αλλαγές συνέβαιναν στο κοινωνικό επίπεδο, γεγονός που υπονόμευε το μαρξιστικό σενάριο. Πρώτον, το πραγματικό βιοτικό επίπεδο της βιομηχανικής εργατικής τάξης συνέχισε να βελτιώνεται, σε σημείο που πολλοί εργάτες ή τα παιδιά τους μπόρεσαν να αναρριχηθούν στη μεσαία τάξη. Δεύτερον, το συγκριτικό μέγεθος της εργατικής τάξης σταμάτησε να αυξάνει, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν οι υπηρεσίες άρχισαν να εκτοπίζουν τη βιομηχανική παραγωγή, στις οικονομίες που ονομάστηκαν «μετα-βιομηχανικές». Τέλος, μια καινούργια ομάδα φτωχών και μη προνομιούχων ανθρώπων αναδύθηκε κάτω από τη βιομηχανική εργατική τάξη, ένα ετερογενές μίγμα φυλετικών και εθνικών μειονοτήτων, πρόσφατων μεταναστών και κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, όπως οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι ανάπηροι. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, στις περισσότερες βιομηχανικές κοινωνίες, η παλιά εργατική τάξη είχε μετεξελιχθεί σε άλλη μια εγχώρια ομάδα συμφερόντων, που χρησιμοποιούσε την πολιτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να προστατεύσει τα με σκληρό τρόπο αποκτημένα κέρδη μιας παλαιότερης εποχής.

Η εργατική τάξη, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν το τρανό εκείνο λάβαρο, που έμελλε να κινητοποιήσει τους λαούς των προηγμένων βιομηχανικών χωρών στην πολιτική δράση. Η Δεύτερη Διεθνής αφυπνίστηκε απότομα το 1914, όταν οι εργατικές τάξεις στην Ευρώπη ...