Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Γιατί ζούμε μια Νέα Επίχρυση Εποχή

Thomas Piketty, Capital in the TwentyFirst Century [Το κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα], Belknap Press/Harvard University Press, σελ. 685

του ΠΟΛ ΚΡΟΥΓΚΜΑΝ*      

Ο Τομά Πικετί, καθηγητής στο Paris School of Economics, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, αν και αυτό μπορεί να αλλάξει μετά τη δημοσίευση της αγγλόφωνης έκδοσης του θαυμάσιου, σαρωτικού πονήματός του για την ανισότητα με τίτλο Capital in the Twenty-First Century (Το κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα). Ωστόσο η επίδρασή του είναι βαθιά. Το ότι ζούμε μια δεύτερη Επίχρυση Εποχή (1)  –ή μια δεύτερη μπελ επόκ, όπως αρέσκεται να λέει ο Πικετί–, η οποία ορίζεται από την απίστευτη άνοδο του «ένα τοις εκατό», είναι πλέον κοινός τόπος. Έγινε όμως κοινός τόπος χάρη στο έργο του Πικετί. Συγκεκριμένα, αυτός και λιγοστοί συνάδελφοί του (με προεξάρχοντες τον Άντονι Άτκινσον στην Οξφόρδη και τον Εμάνουελ Σάεζ στο Μπέρκλεϊ) έχουν επινοήσει καινοτόμες στατιστικές τεχνικές που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση της πορείας του εισοδήματος και του πλούτου στο παρελθόν – από τις αρχές του εικοστού αιώνα, για την Αμερική και τη Βρετανία, και από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, για τη Γαλλία. 

Το αποτέλεσμα έφερε επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τις μακροπρόθεσμες τάσεις στην ανισότητα. Πριν από αυτή την επανάσταση, οι περισσότερες συζητήσεις για τις οικονομικές ανισότητες αγνοούσαν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τους πολύ πλούσιους. Ορισμένοι οικονομολόγοι (για να μην αναφερθώ σε πολιτικούς) προσπάθησαν κραυγαλέα να αποσιωπήσουν οποιαδήποτε αναφορά στην ανισότητα: «Από τις τάσεις που είναι επιζήμιες για τα υγιή οικονομικά, η πλέον δελεαστική, και κατά τη γνώμη μου η πλέον δηλητηριώδης, είναι το ότι εστιάζουμε σε ζητήματα κατανομής», δήλωσε το 2004 ο Ρόμπερτ Λούκας ο νεότερος, του Πανεπιστημίου του Σικάγου –ο διαπρεπέστερος μακροοικονομολόγος της γενιάς του. Αλλά και όσοι ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν για την ανισότητα εστίαζαν γενικά στο χάσμα ανάμεσα στους φτωχούς ή την εργατική τάξη και τους απλά εύπορους, όχι τους πραγματικά πλούσιους – στους αποφοίτους κολεγίων των οποίων ο μισθός υπερέβαινε εκείνον των λιγότερο μορφωμένων, ή στην συγκριτικά καλή τύχη του ανώτερου ενός πέμπτου του πληθυσμού σε σύγκριση με τα κατώτερα τέσσερα πέμπτα, όχι στα ταχέως αυξανόμενα εισοδήματα των διευθυντικών στελεχών και των τραπεζιτών. 

Ήταν λοιπόν μια αποκάλυψη όταν ο Πικετί και οι συνάδελφοί του έδειξαν ότι τα εισοδήματα του περίφημου πλέον «ένα τοις εκατό», και εκείνα ακόμη πιο περιορισμένων ομάδων, παίζουν στην πραγματικότητα τον κυρίαρχο ρόλο στην αυξανόμενη ανισότητα. Και η ανακάλυψη αυτή συνοδευόταν από μια ακόμη αποκάλυψη: την αναφορά σε μια δεύτερη Επίχρυση Εποχή, που μπορεί να ακουγόταν υπερβολική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Στην Αμερική συγκεκριμένα, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που προσπορίζεται το ανώτερο ένα τοις εκατό έχει ακολουθήσει μια πορεία που θυμίζει μεγάλο τόξο σχήματος U. Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ένα τοις εκατό λάμβανε περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού εισοδήματος τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1950, το μερίδιο αυτό είχε πέσει κάτω από το μισό. Αλλά από το 1980 και μετά, το ένα τοις εκατό είδε και πάλι το εισόδημά του να εκτοξεύεται – και στις Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψε εκεί όπου ήταν έναν αιώνα πριν. 


Βέβαια, η σημερινή οικονομική ελίτ είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του δέκατου ένατου αιώνα, έτσι δεν είναι; Την εποχή εκείνη, ο μεγάλος πλούτος συνήθως κληρονομούνταν. Όσοι σήμερα ανήκουν στην οικονομική ελίτ, δεν έχουν αντιθέτως κερδίσει μόνοι τους τη θέση τους; Ο Πικετί μας λέει ότι αυτό δεν αληθεύει όσο νομίζουμε και ότι, σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων μπορεί να μην αποδειχθεί περισσότερο ανθεκτική από την κοινωνία της μεσαίας τάξης που άνθισε για μια γενιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μεγάλη ιδέα του Κεφαλαίου τον εικοστό αιώνα είναι ότι δεν έχουμε απλά επιστρέψει στα επίπεδα ανισότητας εισοδήματος του δέκατου ένατου αιώνα, αλλά ότι επίσης επιστρέφουμε στον «πατριαρχικό καπιταλισμό», στον οποίο οι ανώτερες κλίμακες της οικονομίας ελέγχονται όχι από τα ταλαντούχα άτομα αλλά από οικογενειακές δυναστείες. 

Ο ισχυρισμός είναι αξιοπρόσεκτος – και ακριβώς επειδή είναι τόσο αξιοπρόσεκτος πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά και με κριτικό πνεύμα. Πριν, ωστόσο, φτάσω σε αυτό, επιτρέψτε μου να πω ευθύς εξαρχής ότι ο Πικετί έχει γράψει ένα πραγματικά θαυμάσιο βιβλίο. Είναι ένα έργο που συνδυάζει την ιστορική ευρυμάθεια –πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε έναν οικονομολόγο να επικαλείται την Τζέιν Ώστιν και τον Μπαλζάκ– με την κοπιαστική ανάλυση των δεδομένων. Και παρότι ο Πικετί περιπαίζει το επάγγελμα των οικονομολόγων για το «παιδιάστικο πάθος τους για τα μαθηματικά», πίσω από την πραγμάτευσή του κρύβεται ένας πραγματικός άθλος οικονομικής μοντελοποίησης, μια προσέγγιση που ενοποιεί την ανάλυση της οικονομικής μεγέθυνσης με εκείνη της κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Είναι ένα βιβλίο που θα αλλάξει τόσο τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την κοινωνία όσο και τον τρόπο με τον οποίο ασκούμε την οικονομική επιστήμη. 

1. Τι γνωρίζουμε για την οικονομική ανισότητα, και για ποια εποχή το γνωρίζουμε; Πριν από την σαρωτική επανάσταση που έφερε ο Πικετί στον κλάδο, τα περισσότερα απ’ όσα γνωρίζαμε για την ανισότητα του εισοδήματος και του πλούτου προέρχονταν από έρευνες στις οποίες ζητούνταν από τυχαία επιλεγμένα νοικοκυριά να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια, οι απαντήσεις των οποίων συνυπολογίζονταν για να παραχθεί ένα στατιστικό πορτρέτο του συνολικού πληθυσμού. Διεθνώς ο χρυσός κανόνας είναι η ετήσια μελέτη που διεξάγει το Γραφείο Απογραφής. Η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα διεξάγει επίσης ανά τριετία τη δική της μελέτη για την κατανομή του πλούτου. 

Οι δύο αυτές μελέτες συνιστούν έναν απαραίτητο οδηγό για το μεταβαλλόμενο σχήμα της αμερικανικής κοινωνίας. Μεταξύ άλλων, έχουν εδώ και καιρό καταδείξει μια εντυπωσιακή μεταβολή στη διαδικασία της οικονομικής μεγέθυνσης των ΗΠΑ, η οποία ξεκίνησε περίπου το 1980. Πριν, οι οικογένειες όλων των επιπέδων έβλεπαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, λιγότερο ή περισσότερο, σε συμφωνία πάντοτε με τη συνολική μεγέθυνση της οικονομίας. Μετά το 1980, ωστόσο, η μερίδα του λέοντος των κερδών κατευθύνθηκε στο άνω άκρο της κατανομής των εισοδημάτων, με τις οικογένειες στο κατώτερο μισό να μένουν πολύ πίσω. 

Παλαιότερα, οι άλλες χώρες δεν διατηρούσαν ...
εξίσου καλά ιστορικά αρχεία για το ποιος παίρνει τι. Με την πάροδο όμως του χρόνου, η κατάσταση έχει βελτιωθεί, σε μεγάλο βαθμό χάρη στις προσπάθειες της Μελέτης Εισοδήματος του Λουξεμβούργου (με την οποία σε λίγο καιρό θα συνεργάζομαι). Και τα ολοένα πιο πολλά διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα από διάφορες χώρες έχουν οδηγήσει σε περαιτέρω σημαντικά ευ- ρήματα. Συγκεκριμένα, γνωρίζουμε σήμερα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια πολύ πιο άνιση κατανομή εισοδήματος σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες και ότι μεγάλο μέρος αυτής της ανισοκατανομής μπορεί να αποδοθεί απευθείας στις κυβερνητικές δράσεις. Τα ευρωπαϊκά έθνη σε γενικές γραμμές χαρακτηρίζονται από πολύ άνισα εισοδήματα λόγω των δραστηριοτήτων της αγοράς, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και μάλλον όχι στην ίδια έκταση. Τα αναδιανέμουν όμως σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι η Αμερική, μέσω φόρων και μεταβιβάσεων, γεγονός που οδηγεί σε πολύ μικρότερη ανισότητα στα διαθέσιμα εισοδήματα. 

Ωστόσο, παρ’ όλη τη χρησιμότητά τους, τα δεδομένα των μελετών χαρακτηρίζονται από σημαντικούς περιορισμούς. Συνήθως υποτιμούν ή δεν καταγράφουν καθόλου το εισόδημα που προσπορίζονται τα λίγα άτομα στην κορυφή της κλίμακας των εισοδημάτων. Το δε ιστορικό τους βάθος είναι περιορισμένο. Ακόμη και τα δεδομένα των μελετών στις ΗΠΑ φτάνουν μέχρι το 1947. 

Και εδώ έρχεται ο Πικετί και οι συνάδελφοί του, οι οποίοι στράφηκαν προς μια εντελώς διαφορετική πηγή πληροφοριών: τα φορολογικά αρχεία. Δεν πρόκειται για καινούργια ιδέα. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες αναλύσεις της κατανομής εισοδήματος στηρίζονταν στα δεδομένα για τη φορολογία επειδή ήταν ελάχιστα τα άλλα διαθέσιμα στοιχεία. Ο Πικετί και οι συνάδελφοί του, ωστόσο, βρήκαν τρόπους για να συνδυάσουν τα δεδομένα της φορολογίας με άλλες πηγές και να αντλήσουν πληροφορίες οι οποίες συμπληρώνουν με κρίσιμο τρόπο τα δεδομένα των μελετών. Συγκεκριμένα, τα δεδομένα για τους φόρους μάς λένε πολλά για την ελίτ. Οι δε εκτιμήσεις που βασίζονται στον φόρο μπορούν να φτάσουν πολύ πιο πίσω στον χρόνο: οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν φόρο στο εισόδημα από το 1913, η Βρετανία από το 1909. Η Γαλλία, χάρη σε ένα περίπλοκο σύστημα είσπραξης και καταγραφής των φόρων ακινήτων, διαθέτει έναν πλούτο δεδομένων που φτάνουν μέχρι τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. 

Η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων δεν είναι εύκολη. Χρησιμοποιώντας όμως όλα τα κόλπα του επαγγέλματος, καθώς και ορισμένες βάσιμες εικασίες, ο Πικετί καταφέρνει να συνοψίσει την πτώση και την άνοδο της ακραίας ανισότητας κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Η σύνοψή του μοιάζει με τον Πίνακα 1. 

Όπως είπα, το να μιλάμε σήμερα για μια νέα Επίχρυση Εποχή ή μπελ επόκ δεν είναι υπερβολή· είναι η απλή αλήθεια. Πώς όμως συνέβη κάτι τέτοιο; 

2. Ο Πικετί πετάει αμέσως το διανοητικό γάντι, με τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου του: Το κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα. Επιτρέπεται οι οικονομολόγοι να μιλούν έτσι σήμερα; 

Δεν είναι μόνο ο προφανής υπαινιγμός στον Μαρξ που εκπλήσσει. Επικαλούμενος το κεφάλαιο ευθύς εξαρχής, ο Πικετί αρνείται να συμμετάσχει στις περισσότερες σύγχρονες συζητήσεις περί ανισότητας, και δείχνει να αφουγκράζεται μια παλαιότερη παράδοση. 

Οι περισσότεροι ερευνητές της ανισότητας θεωρούν γενικά ότι όλη η ουσία βρίσκεται στο δεδουλευμένο εισόδημα, συνήθως στους μισθούς, και ότι το εισόδημα από το κεφάλαιο δεν είναι ούτε σημαντικό ούτε ενδιαφέρον. Ο Πικετί, ωστόσο, δείχνει ότι ακόμη και σήμερα το εισόδημα από το κεφάλαιο, όχι από την εργασία, είναι αυτό που κυριαρχεί στην κορυφή της κατανομής εισοδήματος. Δείχνει επίσης ότι στο παρελθόν –κατά τη διάρκεια της μπελ επόκ στην Ευρώπη και, σε μικρότερη έκταση, κατά την Επίχρυση Εποχή στην Αμερική– η άνιση ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων, κι όχι οι άνισοι μισθοί, ήταν η κύρια αιτία των εισοδηματικών δια- φορών. Υποστηρίζει μάλιστα ότι έχουμε ήδη αρχίσει να επιστρέφουμε σε αυτό το είδος κοινωνίας. Και δεν μιλά κάνοντας απερίσκεπτες εικασίες. Για όλα τα παραπάνω, το Κεφάλαιο στον εικοστό πρώτο αιώνα είναι ένα έργο βασισμένο σε δομημένη μεθοδολογία εμπειρικισμού, παρακινούμενο σε μεγάλο βαθμό από ένα θεωρητικό πλαίσιο που επιχειρεί να ενοποιήσει τη συζήτηση για την οικονομική μεγέθυνση και την κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου. 

Βασικά, ο Πικετί βλέπει την οικονομική ιστορία σαν την ιστορία ενός αγώνα ανάμεσα στη συσσώρευση κεφαλαίου και στους παράγοντες που τροφοδοτούν την οικονομική μεγέθυνση, κυρίως την πληθυσμιακή αύξηση και την τεχνολογική πρόοδο. Βέβαια, πρόκειται για έναν αγώνα που δεν μπορεί να έχει οριστικό νικητή: μακροπρόθεσμα, το συσσωρευμένο κεφάλαιο και το συνολικό εισόδημα πρέπει να μεγεθύνονται με τον ίδιο περίπου ρυθμό. Μπορεί ωστόσο κατά περιόδους να προπορεύεται η μία ή η άλλη πλευρά. Στην Ευρώπη, παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν συγκεντρωθεί κεφάλαια αξίας έξι ή επτά φορές μεγαλύτερης του εθνικού εισοδήματος. Ωστόσο, τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, ένας συνδυασμός φυσικών καταστροφών και η διοχέτευση της αποταμίευσης στην πολεμική προσπάθεια υποδιπλασίασαν το παραπάνω ποσοστό. Η συσσώρευση κεφαλαίου ξανάρχισε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά αυτή ήταν μια περίοδος εντυπωσιακής οικονομικής μεγέθυνσης – τα Trente Glorieuses, ή «Ένδοξα Τριάντα» χρόνια. Γι’ αυτό και ο λόγος κεφαλαίου προς εισόδημα παρέμεινε χαμηλός. 

Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η επιβραδυνόμενη μεγέθυνση οδήγησε σε αύξηση του μεριδίου του κεφαλαίου, και έκτοτε το κεφάλαιο και ο πλούτος επιστρέφουν με σταθερό ρυθμό προς τα επίπεδα της μπελ επόκ. Αυτή η συσσώρευση κεφαλαίου, λέει ο Πικετί, θα δημιουργήσει πάλι μια ανισότητα τύπου μπελ επόκ, εκτός αν βρεθεί αντιμέτωπη με την προοδευτική φορολόγηση. Γιατί; Όλα έχουν να κάνουν με τη σχέση του r με το g – με το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου σε σχέση με τον ρυθμό της οικονομικής μεγέθυνσης. Σχεδόν όλα τα οικονομικά μοντέλα μάς λένε πως αν μειωθεί ο g –πράγμα το οποίο συμβαίνει από το 1970, και μάλλον θα συνεχιστεί εξαιτίας της βραδύτερης αύξησης του εργαζόμενου πληθυσμού και της βραδύτερης τεχνολογικής προόδου–, τότε μειώνεται και το r. Όμως ο Πικετί υποστηρίζει ότι το r θα μειωθεί λιγότερο από τον g. Πράγμα που μπορεί να μην αληθεύει. Ωστόσο, αν οι εργαζόμενοι μπορούν αρκετά εύκολα να αντικατασταθούν από μηχανές –αν, για να χρησιμοποιήσω τεχνική ορολογία, η ελαστικότητα υποκατάστασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας είναι μεγαλύτερη από ένα– η αργή μεγέθυνση, και η προκύπτουσα αύξηση του λόγου του κεφαλαίου προς το εισόδημα, θα αυξήσουν το χάσμα ανάμεσα στο r και τον g. Και ο Πικετί ισχυρίζεται ότι, με βάση την εμπειρία της ιστορίας, αυτό θα συμβεί. 

Αν έχει δίκιο, μία άμεση συνέπεια θα είναι η αναδιανομή του εισοδήματος, από το εργατικό δυναμικό προς τους κατόχους του κεφαλαίου. Η κοινά αποδεκτή έως τώρα αντίληψη ήταν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, ότι τα ποσοστά του κεφαλαίου και της εργασίας αντίστοιχα επί του συνολικού εισοδήματος διατηρούνται πολύ σταθερά στον χρόνο. Κάτι που σε μεγάλο βάθος χρόνου έχει ωστόσο διαψευστεί. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, το μερίδιο του κεφαλαίου στο εισόδημα –με τη μορφή επιχειρηματικών κερδών, μερισμάτων, μισθωμάτων, ή πωλήσεων ιδιοκτησίας, για παράδειγμα– έπεσε από περίπου 40% πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο 20% γύρω στο 1970, και έκτοτε αυξήθηκε σχεδόν κατά το ήμισυ. Το ιστορικό τόξο είναι λιγότερο έκδηλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και εδώ επίσης βρίσκεται σε εξέλιξη μια αναδιανομή προς όφελος του κεφαλαίου. Τα εταιρικά κέρδη ιδιαιτέρως έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, ενώ οι μισθοί –συμπεριλαμβανομένων των μισθών των ατόμων ανώτατης εκπαίδευσης– παρουσιάζουν στασιμότητα. Το διογκούμενο μερίδιο του κεφαλαίου, με τη σειρά του, αυξάνει άμεσα την ανισότητα, αφού η ιδιοκτησία του κεφαλαίου κατανέμεται πάντοτε πολύ πιο άνισα απ’ ό,τι το εισόδημα από την εργασία. Και τα φαινόμενα δεν σταματούν εκεί, διότι, όταν το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου υπερβαίνει κατά πολύ τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, «το παρελθόν τείνει να καταβροχθίσει το μέλλον»: η κοινωνία οδεύει ακάθεκτη προς την κυριαρχία της από τον κληρονομημένο πλούτο. 

Σκεφτείτε πώς λειτούργησε αυτό στην Ευρώπη της μπελ επόκ. Την εποχή εκείνη, οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου μπορούσαν να αναμένουν ένα κέρδος της τάξης του 4 με 5% επί των επενδύσεών τους, με ελάχιστη φορολόγηση· παράλληλα, η οικονομική μεγέθυνση κυμαινόταν μόλις στο 1%. Έτσι οι πλούσιοι μπορούσαν εύκολα να επανεπενδύσουν αρκετό από το εισόδημά τους ώστε να διασφαλίσουν ότι ο πλούτος και επομένως το εισόδημά τους θα μεγεθυνόταν ταχύτερα από την οικονομία, ενισχύοντας έτσι την οικονομική κυριαρχία τους, ακόμη κι αν ξάφριζαν αρκετά ώστε να διάγουν βίο μεγάλης πολυτέλειας. Και τι συνέβη όταν πέθαναν οι πλούσιοι; Κληροδότησαν τον πλούτο τους –και πάλι, με ελάχιστη φορολόγηση– στους κληρονόμους τους. Το χρήμα που περνούσε στην επόμενη γενιά αντιστοιχούσε στο 20 με 25% του ετήσιου εισοδήματος· το μεγάλο μέρος του πλούτου, περίπου το 90%, κληρονομούνταν παρά εξοικονομούνταν από το δεδουλευμένο εισόδημα. Και ο κληρονομημένος πλούτος συγκεντρωνόταν στα χέρια μιας πολύ μικρής μειονότητας: το 1910 το πλουσιότερο 1% ήλεγχε το 60% του πλούτου στη Γαλλία και το 70% στη Βρετανία.

Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν η εμμονή που είχαν οι μυθιστοριογράφοι του δέκατου ένατου αιώνα με την κληρονομιά. Ο Πικετί συζητά επί μακρόν τη διάλεξη που ο παλιάνθρωπος Βοτρέν δίνει στον Ραστινιάκ στον Μπαρμπα-Γκοριό του Μπαλζάκ, κεντρική ιδέα της οποίας είναι ότι μια άκρως επιτυχημένη καριέρα δεν θα μπορούσε να δώσει περισσότερα από ένα κλάσμα του πλούτου που ο Ραστινιάκ θα μπορούσε να αποκτήσει μεμιάς αν παντρευόταν τη θυγατέρα ενός πλουσίου. Αποδεικνύεται ότι ο Βοτρέν είχε δίκιο: όποιος ανήκε στο ανώτερο ένα τοις εκατό των κληρονόμων του δέκατου ένατου αιώνα και απλά ζούσε από τον κληρονομημένο πλούτο του είχε αυτομάτως ένα βιοτικό επίπεδο δυόμισι φορές υψηλότερο από εκείνο που θα μπορούσε να επιτύχει αν αναρριχιόταν στο κορυφαίο ένα τοις εκατό των εργαζομένων. 


Ίσως βιαστείτε να πείτε ότι η σύγχρονη κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με τα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τόσο το κεφαλαιακό εισόδημα όσο και ο κληρονομημένος πλούτος, αν και δεν είναι τόσο σημαντικά όσο ήταν στην μπελ επόκ, εξακολουθούν να αποτελούν τους κινητήριους μοχλούς της ανισότητας – και η βαρύτητά τους αυξάνεται. Στη Γαλλία, όπως δείχνει ο Πικετί, το κληρονομημένο μερίδιο του συνολικού πλούτου έπεσε απότομα κατά τη διάρκεια της πολεμικής και μεταπολεμικής ταχείας οικονομικής μεγέθυνσης· γύρω στο 1970 ήταν μικρότερο από 50%. Σήμερα όμως έχει επιστρέψει στο 70%, και αυξάνεται. 

Αντιστοίχως, η σημασία που είχε η κληρονομιά για την ένταξη στις τάξεις της ελίτ γνώρισε πρώτα μια πτώση και έπειτα μια άνοδο: από το 1910 έως το 1950 το βιοτικό επίπεδο του ανώτερου ένα τοις εκατό των κληρονόμων έπεσε κάτω από εκείνο του ανώτερου ένα τοις εκατό των εργαζομένων, αλλά μετά το 1970 άρχισε πάλι να αυξάνεται. Δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα του Ραστινιάκ, αλλά για μία ακόμη φορά οι σωστοί γονείς (ή τα σωστά πεθερικά) έχουν μεγαλύτερη αξία από τη σωστή δουλειά. Και αυτή μπορεί να είναι μόνο η αρχή. Στο Σχήμα 1 απεικονίζονται οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις του Πικετί για τις τιμές των r και g παγκοσμίως, από τις οποίες φαίνεται ότι η εποχή της ισότητας έχει πλέον παρέλθει, και ότι οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες για την επανεδραίωση του πατριαρχικού καπιταλισμού. 

Δοθείσης της παραπάνω εικόνας, γιατί ο κληρονομημένος πλούτος παίζει τόσο μικρό ρόλο στον σημερινό δημόσιο διάλογο; Ο Πικετί υποστηρίζει ότι το ίδιο το μέγεθος των κληρονομημένων περιουσιών τις καθιστά κατά κάποιον τρόπο αόρατες: «Ο πλούτος είναι τόσο συγκεντρωμένος ώστε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας να μην γνωρίζει καν την ύπαρξή του, με αποτέλεσμα ορισμένοι να φαντάζονται ότι ανήκει σε εξωπραγματικές ή μυστηριώδεις οντότητες». Πρόκειται για ένα πολύ καλό επιχείρημα. Σίγουρα όμως δεν είναι η πλήρης εξήγηση. Διότι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τεράστιας ανισότητας στον σημερινό κόσμο –η άνοδος του πλουσιότερου ένα τοις εκατό στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ιδιαιτέρως στις Ηνωμένες Πολιτείες– δεν σχετίζεται τόσο με τη συγκέντρωση κεφαλαίου – τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Έχει περισσότερο να κάνει με τις εξαιρετικά υψηλές αποδοχές και εισοδήματα. 

3. Το Κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα είναι, όπως ελπίζω να έκανα σαφές, ένα εκπληκτικό έργο. Σε μια εποχή στην οποία η συγκέντρωση του πλούτου και του εισοδήματος στα χέρια των λίγων έχει επανέλθει στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής, ο Πικετί δεν προσφέρει απλώς μια πολύτιμη τεκμηρίωση του τι συμβαίνει, με απαράμιλλο ιστορικό βάθος. Προσφέρει επίσης κάτι που μοιάζει με ενοποιημένη θεωρία πεδίου για την ανισότητα, η οποία ενσωματώνει σε ένα ενιαίο πλαίσιο την οικονομική μεγέθυνση, την κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, και την κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος ανάμεσα στα άτομα. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει κάτι που μειώνει ελαφρώς τη σημασία του επιτεύγματος – ένα κάποιο διανοητικό τέχνασμα, το οποίο όμως δεν οφείλεται σε παραπλάνηση ή ανειλικρίνεια από την πλευρά του Πικετί. Παρ’ όλα αυτά, είναι εδώ: ο κύριος λόγος για τον οποίο πολλοί λαχταρούσαν ένα τέτοιο βιβλίο είναι η άνοδος όχι απλά του ένα τοις εκατό, αλλά συγκεκριμένα του αμερικανικού ένα τοις εκατό. Και όπως αποδεικνύεται, αυτή η άνοδος οφείλεται σε λόγους που δεν εξετάζονται στο μεγαλεπήβολο πόνημα του Πικετί. 

Ο Πικετί, φυσικά, είναι υπερβολικά καλός και υπερβολικά ειλικρινής οικονομολόγος για να τολμήσει να σιωπήσει μπροστά σε ενοχλητικά γεγονότα. «Η ανισότητα στις ΗΠΑ το 2010», γράφει, «είναι ποσοτικά τόσο ακραία όσο ήταν στην παλιά Ευρώπη την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, αλλά η δομή της είναι ξεκάθαρα διαφορετική». Πράγματι, αυτό που έχουμε δει στην Αμερική και αρχίζουμε να βλέπουμε και αλλού είναι κάτι «ριζικά νέο» – η άνοδος των «υπερμισθών». Το κεφάλαιο εξακολουθεί να είναι σημαντικό· στις υψηλότερες κλίμακες της κοινωνίας, το εισόδημα από το κεφάλαιο υπερβαίνει ακόμη το εισόδημα από τους μισθούς, τις αμοιβές εργασίας και τα μπόνους. Ο Πικετί εκτιμά ότι η αυξημένη ανισότητα του κεφαλαιακού εισοδήματος αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της συνολικής αύξησης της ανισότητας στις ΗΠΑ. Έχουν όμως εκτοξευτεί και τα υψηλότερα εισοδήματα από την εργασία. 

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 οι πραγματικοί μισθοί των περισσότερων εργαζομένων στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί ελάχιστα – αν έχουν αυξηθεί. Απεναντίας, οι απολαβές του ένα τοις εκατό των εργαζομένων στην κορυφή της μισθολογικής κλίμακας έχουν αυξηθεί κατά 165%, ενώ εκείνες του ανώτερου 0,1%, κατά 362%. Αν σήμερα ζούσε ο Ραστινιάκ, ο Βοτρέν μάλλον θα παραδεχόταν ότι θα τα κατάφερνε μια χαρά αν γινόταν μάνατζερ κάποιου hedge fund (κεφάλαιο αντιστάθμισης κινδύνων), όσο θα τα κατάφερνε αν παντρευόταν μια πλούσια θυγατέρα. Πώς εξηγείται αυτή η εντυπωσιακή αύξηση της ανισότητας στις αποδοχές, με τη μερίδα του λέοντος των κερδών να πηγαίνει στα άτομα που βρίσκονται στην κορυφή; Ορισμένοι αμερικανοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι οφείλεται στις τεχνολογικές αλλαγές. Σε ένα διάσημο άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1981 με τίτλο «Τα οικονομικά των σούπερσταρ», ο οικονομολόγος Σέργουιν Ρόζεν από το Σικάγο ισχυριζόταν ότι η σύγχρονη τεχνολογία των επικοινωνιών, επεκτείνοντας το πεδίο δράσης των ταλαντούχων ατόμων, δημιουργούσε αγορές του τύπου «ο νικητής τα παίρνει όλα», από τις οποίες μια χούφτα εξαιρετικών ατόμων αποκομίζει τεράστια οφέλη, ακόμη κι αν είναι απλά ελαφρώς ικανότεροι από τους ανταγωνιστές τους που κερδίζουν πολύ λιγότερα. 

Ο Πικετί δεν έχει πειστεί. Όπως σημειώνει, οι συντηρητικοί οικονομολόγοι αρέσκονται να μιλούν γενικά κι αόριστα για τους περφόρμερ, όπως είναι οι αστέρες του κινηματογράφου και του αθλητισμού, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι αξίζουν πραγματικά τα υψηλά εισοδήματά τους. Όλοι αυτοί όμως αντι- στοιχούν σε ένα μικροσκοπικό κλάσμα της ελίτ των αποδοχών. Οι περισσότεροι είναι αντιθέτως στελέχη του ενός ή του άλλου είδους – άνθρωποι των οποίων οι επιδόσεις δύσκολα αξιολογούνται ή αποτιμώνται χρηματικά. Ποιος προσδιορίζει πόσα αξίζει ο δι- ευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας; Συνήθως υπάρχει μια επιτροπή πληρωμών η οποία διορίζεται από τον ίδιο τον διευθύνοντα σύμβουλο. Στην πράξη, υποστηρίζει ο Πικετί, τα ανώτερα στελέχη ορίζουν τις απολαβές τους, και περιορίζονται από κοινωνικούς κανόνες και νόρμες, όχι από κάποιο είδος πειθαρχίας στην αγορά. Αποδίδει δε τις εκτοξευμένες αποδοχές των κορυφαίων στελεχών στη διάβρωση αυτών των κανόνων. Ουσιαστικά, αποδίδει τα τεράστια εισοδήματα των υψηλότερα αμειβόμενων σε κοινωνικές και πολιτικές παρά σε αυστηρά οικονομικές δυνάμεις.

Για να είμαστε ακριβείς, παραθέτει στη συνέχεια μια οικονομική ανάλυση των μεταβαλλόμενων κανόνων, υποστηρίζοντας ότι οι μειούμενοι φορολογικοί συντελεστές για τους πλουσίους έχουν τελικά ενισχύσει την ελίτ των αποδοχών. Αν ένας κορυφαίος μάνατζερ πίστευε ότι θα κρατούσε εντέλει ένα μικρό μόνο μέρος του εισοδήματος που θα κέρδιζε αψηφώντας τις κοινωνικές νόρμες και ορίζοντας έναν πολύ μεγάλο μισθό για τον εαυτό του, τότε μπορεί να έκρινε ότι μια τέτοια ντροπή δεν αξίζει τον κόπο. Μειώστε όμως σημαντικά τον οριακό φορολογικό συντελεστή του, και θα δείτε ότι θα συμπεριφερθεί διαφορετικά.Έτσι, καθώς όλο και περισσότεροι από τους υψηλότατα αμειβομένους αψηφούν τις νόρμες, οι ίδιες οι νόρμες αλλάζουν. Μπορεί κανείς να πει πολλά για την παραπάνω διάγνωση, είναι όμως σαφές ότι στερείται της αυστηρότητας και της καθολικότητας της ανάλυσης του Πικετί για την κατανομή και τις αποδόσεις του πλούτου. 

Επιπλέον, δεν νομίζω ότι το Κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα απαντά επαρκώς στην ισχυρότερη κριτική κατά της υπόθεσης της δύναμης των στελεχών: τη συγκέντρωση των πολύ υψηλών εισοδημάτων στον κλάδο των χρηματοοικονομικών, όπου οι επιδόσεις μπορούν, κατά ένα τρόπο, να εκτιμηθούν. Δεν αναφέρθηκα τυχαία στους μάνατζερ των hedge fund: οι άνθρωποι αυτοί πληρώνονται βάσει της ικανότητάς τους να προσελκύουν πελάτες και να κάνουν επενδύσεις υψηλής απόδοσης. Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την κοινωνική αξία των σύγχρονων χρηματοοικονομικών, αλλά οι Γκόρντον Γκέκο (2)  που κυκλοφορούν εκεί έξω είναι σίγουρα καλοί σε κάτι, και η άνοδός τους δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις σχέσεις εξουσίας, αν και θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η προθυμία να συμμετάσχεις σε συναλλαγές αμφιβόλου ηθικής, όπως και η προθυμία να αψηφήσεις τους κανόνες που ισχύουν για τους μισθούς, ενθαρρύνεται από τους χαμηλούς οριακούς φορολογικούς συντελεστές. 

Συνολικά, λίγο-πολύ έχω πειστεί από την εξήγηση του Πικετί για την εκτόξευση της ανισότητας στους μισθούς, αν και η παράλειψή του να συμπεριλάβει την απελευθέρωση των κανόνων και ελέγχων απογοητεύει. Όπως όμως είπα, η ανάλυσή του εδώ στερείται της αυστηρότητας που συναντούμε στην ανάλυση του κεφαλαίου που κάνει ο ίδιος, για να μην αναφερθώ στην απλά απολαυστική διανοητική κομψότητα της τελευταίας. Εδώ, ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπερβάλλουμε. Ακόμη και αν η εκτόξευση της ανισότητας στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα οφείλεται κυρίως στα εισοδήματα από την εργασία, το κεφάλαιο δεν έπαψε να παίζει σημαντικό ρόλο. Και σε κάθε περίπτωση, το μέλλον μάλλον θα είναι διαφορετικό. Η σημερινή γενιά των πολύ πλούσιων στην Αμερική μπορεί να αποτελείται κυρίως από διευθυντικά στελέχη παρά από εισοδηματίες, από ανθρώπους που ζουν από το συσσωρευμένο κεφάλαιό τους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτά τα στελέχη έχουν κληρονόμους. Και η Αμερική σε δύο δεκαετίες από σήμερα θα μπορούσε να είναι μια κοινωνία κυριαρχούμενη από εισοδηματίες, με μεγαλύτερη ανισότητα από την Ευρώπη της μπελ επόκ. Αλλά αυτό δεν χρειάζεται να συμβεί. 

4. Κάποιες φορές, ο Πικετί μοιάζει να υιοθετεί μια ντετερμινιστική άποψη για την ιστορία, σύμφωνα με την οποία τα πάντα απορρέουν από τους ρυθμούς της πληθυσμιακής αύξησης και της τεχνολογικής προόδου. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, στο Κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα γίνεται σαφές ότι η δημόσια πολιτική μπορεί να κάνει την τεράστια διαφορά, ότι ακόμη κι αν οι υποκείμενες οικονομικές συνθήκες οδηγούν στην ακραία ανισότητα, αυτό που ο Πικετί αποκαλεί «μετατόπιση προς την ολιγαρχία» μπορεί να ανακοπεί, ακόμη και να αντιστραφεί, αν το επιλέξει η πολιτεία.

Το στοιχείο-κλειδί είναι το εξής: όταν κάνουμε την κρίσιμη σύγκριση ανάμεσα στο ποσοστό απόδοσης του πλούτου και τον ρυθμό της οικονομικής μεγέθυνσης, αυτό που μετρά είναι η απόδοση του πλούτου μετά τους φόρους. Συνεπώς η προοδευτική φορολογία –συγκεκριμένα, η φορολόγηση στον πλούτο και την κληρονομιά– μπορεί να αποδειχθεί σημαντική δύναμη περιορισμού της ανισότητας. Μάλιστα, ο Πικετί κλείνει το κορυφαίο έργο του κάνοντας έκκληση ακριβώς για μια τέτοια μορφή φορολογίας. Δυστυχώς, τα ιστορικά δεδομένα που παρατίθενται στο ίδιο το βιβλίο του δεν αφήνουν περιθώρια για μια τέτοια αισιοδοξία. 

Είναι αλήθεια ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα η έντονα προοδευτική φορολογία βοήθησε πράγματι στη μείωση της συγκέντρωσης του εισοδήματος και του πλούτου, και ίσως να φαντάζεστε ότι η υψηλή φορολογία στα ανώτατα εισοδήματα είναι η φυσική πολιτική έκβαση όταν η δημοκρατία έρχεται αντιμέτωπη με τη μεγάλη ανισότητα. Ο Πικετί, ωστόσο, απορρίπτει το συμπέρασμα: ο θρίαμβος της προοδευ- τικής φορολογίας τον εικοστό αιώνα, διατείνεται, ήταν ένα «εφήμερο προϊόν του χάους». Αν δεν υπήρχαν οι πόλεμοι και οι αναταραχές του σύγχρονου Τριακονταετούς Πολέμου της Ευρώπης, υποστηρίζει, δεν θα είχε συμβεί τίποτε απ’ αυτά. Για να στοιχειοθετήσει την άποψή του, παραθέτει το παράδειγμα της Τρίτης Δημοκρατίας της Γαλλίας. Η επίσημη ιδεολογία της Δημοκρατίας υποστήριζε ένθερμα την κοινωνική ισότητα. Ωστόσο ο πλούτος και το εισόδημα ήταν τόσο συγκεντρωμένα, και τα οικονομικά προνόμια τόσο κυριαρχούμενα από την κληρονομικότητα, όσο ήταν στην αριστοκρατική συνταγματική μοναρχία στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Και η δημόσια πολιτική δεν έκανε σχεδόν τίποτε για να αντιτεθεί στην οικονομική κυριαρχία των εισοδηματιών: οι φόροι στην κληρονομιά, συγκεκριμένα, ήταν γελοιωδώς χαμηλοί. 

Γιατί οι πολίτες της Γαλλίας, οι οποίοι απολαμβάνουν την καθολικότητα της ψήφου, δεν ψήφισαν πολιτικούς που θα τα έβαζαν με την τάξη των εισοδηματιών; Γιατί, τότε, όπως και τώρα, ο μεγάλος πλούτος αγόραζε τη μεγάλη επιρροή – όχι μόνο επί των πολιτικών, αλλά και επί του δημόσιου διαλόγου. Όπως λέει και η διάσημη ρήση του Άπτον Σίνκλερ, «είναι δύσκολο να κά- νεις κάποιον να κατανοήσει κάτι όταν ο μισθός του εξαρτάται ακριβώς από τη μη κατανόησή του». Ο Πικετί, εξετάζοντας την ιστορία του έθνους του, καταλήγει σε μια παρόμοια παρατήρηση: «Η εμπειρία της Γαλλίας κατά την μπελ επόκ αποδεικνύει, αν υποτεθεί ότι χρειάζεται απόδειξη, ότι καμία υποκρισία δεν είναι τόσο μεγάλη όταν οι οικονομικές και χρηματοοικονομικές ελίτ είναι υποχρεωμένες να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους». Το ίδιο φαινόμενο εκδηλώνεται σήμερα. Μια ιδιαιτερότητα μάλιστα της αμερικανικής σκηνής είναι ότι η πολιτική της ανισότητας φαίνεται αν μη τι άλλο να προπορεύεται της πραγματικότητας. 

Όπως έχουμε δει, αυτή τη στιγμή η αμερικανική οικονομική ελίτ οφείλει τη θέση της κυρίως στην εργασία και λιγότερο στο κεφαλαιακό εισόδημα. Παρ’ όλα αυτά, η συντηρητική οικονομική ρητορική έχει ήδη αρχίσει να δίνει έμφαση και να εξυμνεί το κεφάλαιο παρά την εργασία – «τους δημιουργούς εργασίας», όχι τους εργαζόμενους. Το 2012, ο Έρικ Κάντορ, ο επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, επέλεξε να σημαδέψει την Εργατική Πρωτομαγιά –την Εργατική Πρωτομαγιά!– με ένα τιμητικό για τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων τουίτ: Σήμερα, τιμούμε εκείνους που ρίσκαραν, δούλεψαν σκληρά, έχτισαν μια επιχείρηση και κέρδισαν τη δική τους επιτυχία. Συνειδητοποιώντας το λάθος του εξαιτίας των αντιδράσεων, λέγεται ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να υπενθυμίσει στους συναδέλφους του, σε μία από τις επόμενες συγκεντρώσεις του ρεπουμπλικανικού κόμματος, ότι οι περισσότεροι δεν είναι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων – κάτι που από μόνο του δείχνει πόσο πολύ ταυτίζεται το συγκεκριμένο κόμμα με το κεφάλαιο σε ό,τι αφορά τον ουσιαστικό αποκλεισμό της εργασίας. 

Τούτος ο προσανατολισμός προς το κεφάλαιο δεν είναι απλά ρητορικός. Τα φορολογικά βάρη στους Αμερικανούς με υψηλό εισόδημα έχουν σε γενικές γραμμές πέσει από τη δεκαετία του 1970, αλλά οι μεγαλύτερες μειώσεις αφορούν το κεφαλαιακό εισόδημα –μεταξύ άλλων και μια απότομη πτώση στους εταιρικούς φόρους, που εμμέσως ωφελεί τους μετόχους– και την κληρονομιά. Κάποιες φορές μοιάζει σαν ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής μας τάξης να εργάζεται πυρετωδώς για την αποκατάσταση του πατριαρχικού καπιταλισμού του Πικετί. Και αν κανείς εξετάσει τις πηγές των δωρεών στους πολιτικούς, πολλές από τις οποίες προέρχονται από πλούσιες οικογένειες, το ενδεχόμενο αυτό γίνεται πολύ λιγότερο εξωτικό απ’ ό,τι μπορεί αρχικά να φαίνεται. 

Ο Πικετί τελειώνει το Κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα καλώντας στα όπλα –καλώντας, συγκεκριμένα, για φόρους περιουσίας, παγκόσμιους αν είναι δυνατόν, για να αναχαιτιστεί η αυξανόμενη δύναμη του κληρονομημένου πλούτου. Είναι εύκολο να σταθεί κανείς κυνικά απέναντι στην προοπτική τέτοιων κινήσεων. Σίγουρα όμως η αριστοτεχνική διάγνωση από τον Πικετί, για το πού είμαστε και το πού πηγαίνουμε, τις καθιστά σημαντικά πιθανότερες. Το Κεφάλαιο τον εικοστό πρώτο αιώνα είναι λοιπόν από κάθε άποψη ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο. Ο Πικετί έχει μεταμορφώσει την οικονομική συ- ζήτηση· ποτέ δεν θα ξαναμιλήσουμε για τον πλούτο και την ανισότητα όπως μι- λούσαμε μέχρι τώρα.  

© THE NEW YORK REVIEW OF BOOKS 2014 — Μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος  

1 Σημ. ARB: The Gilded Age. Η περίοδος περί το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι- ώνα στις ΗΠΑ, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, σε μια εποχή οικονομικής προόδου αλλά και αστάθειας και μεγάλων μετασχηματισμών στην αμερικανική οικονομία και κοινωνία, κατά την οποία εμφανίστηκαν μεγάλες ανισότητες και φαινόμενα προκλητικής σπατάλης από τους υπερβολικά πλούσιους. Την ονομασία της πήρε από το βιβλίο των Μαρκ Τουέιν και Τσαρλς Ντάντλεϊ Γουόρεν The Gilded Age: A Tale of Today (1873). Τον όρο επινόησε ο Τουέιν εμπνευσμένος από τους στίχους του Σαίξπηρ στον Βασιλιά Ιωάννη (1596/7): Να θες να επιχρυσώσεις το χρυσάφι, να βάψεις το κρίνο, /…/ είναι μάταιο, γελοία υπερβολή. (To gild refined gold, to paint the lily, /…/ Is wasteful and ridiculous excess.). 

2 O αδίστακτος και άπληστος πρωταγωνιστής της ταινίας Wall Street. (Σ.τ.Μ.) 3 Ευχαριστούμε την Αναστασία Μωράκη και τον Μιχάλη Μητσόπουλο για τις παρατηρήσεις τους


3 Ευχαριστούμε την Αναστασία Μωράκη και τον Μιχάλη Μητσόπουλο για τις παρατηρήσεις τους.


0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου