Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Ο νεοφιλελευθερισμός και η ιστορία του, εδώ στο Νότο

Πελατειακό σύστημα και διόγκωση της ελληνικής φούσκας
του Γιώργου Β. Ριτζούλη

Από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και μετά, παντού στον τότε ανεπτυγμένο κόσμο της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης, ο νεοφιλελευθερισμός προωθήθηκε με ενεργό συμμετοχή του κράτους και της πολιτικής - παρόμοια όπως εναργέστατα περιγράφηκε από τον Karl Polanyi (Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός») η «σχεδιασμένη» προέλαση («planned lessaiz-faire») ανεξέλεγκτων μορφών καπιταλισμού που συνέβη σε προηγούμενες εποχές. 

Ωστόσο ο νεοφιλελευθερισμός δεν εμφανίστηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη με την ίδια μορφή. Ούτε εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα αργότερα από τις άλλες χώρες της Ευρώπης ή σε «αραιωμένη» και «ήπια» μορφή, όπως ισχυρίζονται πολλοί εντός της εγχώριας Αριστεράς, ακόμη και της ακραίας. Το αντίθετο. Ήταν και εδώ - όπως και στη λοιπή Ευρώπη (πλην σκανδιναβικών χωρών) - παρών από τα πρώτα ιδρυτικά του χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 1980.

Η διαφορά είναι ότι στην Ελλάδα (όπως λίγο-πολύ σ' όλο του Μεσογειακό Νότο), ο νεοφιλελευθερισμός είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σκληρού πελατειακού κράτους, της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, μιας πρώιμης στεγανής διαίρεσης των εργαζομένων σε απροστάτευτους και προστατευμένους και τέλος, της ακραίας (για τα ευρωπαϊκά μέτρα) στρέβλωσης του ούτως ή άλλως υποσχηματισμένου κράτους πρόνοιας, που ακόμη και αυτό, υφαρπάχτηκε από ομάδες προνομιούχων.
Πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά τα κληρονόμησε από το τυπικό μετεμφυλιακό κράτος της κομματικής και κυρίως οικογενειοκρατικής-τοπικιστικής πελατείας. Ωστόσο τα παγίωσε και διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής τους, πράγμα που κάνει ξεχωριστή την περίοδο μετά το 1980. 

Χαρακτηριστική ήταν η τροφοδοσία των «νέων τζακιών», χωρίς να σβήσουν όσα μεγάλα παλιά τζάκια και καμινάδες προσαρμόστηκαν έγκαιρα στο νέο κλίμα, κυρίως όμως ο συνεχώς βαθύτερος διαχωρισμός των προστατευμένων μισθωτών, και ιδίως των πιο ευνοημένων μερίδων τους, από τους απροστάτευτους συνήθεις εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. 

Η διαίρεση βάθυνε τόσο ως προς το ύψος των μισθών, όσο και ως προς το καθεστώς εργασιακής ασφάλειας, με τη διαρκή απορρύθμιση στην πράξη της ευρύτερης ιδιωτικής αγοράς εργασίας και με τη δράση του ενσωματωμένου στο κράτος συντεχνιακού-εργοδοτικού (του εργοδότη-κράτους, κυρίως) συνδικαλισμού της «εργασιακής αριστοκρατίας».
Ωστόσο, αυτός ο ιδιόρρυθμος ελληνικός νεοφιλελευθερισμός της δεκαετίας του 1980 είχε ένα καθολικό διακριτικό γνώρισμα των απανταχού νεοφιλελευθερισμών: Την αυστηρά φιλο-κυκλική διαχείριση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (στο θέμα αυτό ο Κέϋνς - και όχι τόσο οι νεο-κεϋνσιανοί - έχει πει ενδιαφέροντα πράγματα). 

Η διαχείριση Παπανδρέου ΙΙ του 1981 δεν ήταν λιγότερο νεοφιλελεύθερη από του Σημίτη μετά το 2001,ούτε από τη μεγάλη πελατειακή τρόμπα του Καραμανλή ΙΙ που παραγέμιζε το 2007 με κοπανιστό αέρα την ελληνική φούσκα.
Το ΠΑΣΟΚ, από τη φύση του και λόγω των κοινωνικών δυνάμεων που επικρατούσαν μέσα του από την ίδρυσή του, σε καμμιά από τις φάσεις της ζωής του δεν ήταν σοσιαλιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό, δηλαδή αριστερό κόμμα. Και ποτέ δεν μπόρεσε ούτε μπορούσε να γίνει, ούτε στην περίοδο Σημίτη ούτε στις διάφορες περιόδους Α. Παπανδρέου. Πουθενά στον κόσμο δεν γεννήθηκε Σοσιαλδημοκρατία με την κλασική της μορφή, παρά μόνον σε στενή σύνδεσημε την μισθωτή εργασία. Γι αυτό άλλωστε, όπως αποδείχτηκε μετά, είχαν δίκιο όσοι λίγοι τότε, αμέσως πριν και αμέσως μετά το 1981, «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού ατένιζαν το ΠΑΣΟΚ παγερά αδιάφοροι».
Άλλωστε, όταν ανέβαινε στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία είχε ήδη εξαντλήσει (προσωρινά;) τα πολιτικά της αποθέματα και βάδιζε ήδη προς τους αδιέξοδους πειρασμούς του«τριτοδρομικού» Μπλερισμού και προς τον εναγκαλισμό της με τις πρόσκαιρα ανερχόμενες μεσαίες τάξεις και τα μη βιώσιμα καταναλωτικά τους πρότυπα.Αντίθετα με τους νεοφιλελεύθερους, που προγυμνάστηκαν από τους ακαδημαϊκούς τους μέντορες (από τον Φρίντριχ Χάγιεκ μέχρι τη Σχολή του Σικάγου), η Σοσιαλδημοκρατία δεν μπόρεσε να έχει έγκαιρα πολιτικό πρόγραμμα για μια διατηρήσιμη κοινωνικά συνεκτική ή στοιχειωδώς αποδεκτή διαχείριση της παγκοσμιοποίησης και παρασύρθηκε στο επικλινές έδαφος των οικονομικών εξελίξεων: από τις «αγορές τις ενσωματωμένες στα κράτη»αφέθηκε χωρίς αντίσταση στα «κράτη τα ενσωματωμένα στην παγκόσμια αγορά» (market embedded states).
Οι μορφικές διαφορές δεν αναιρούν την ταυτότητα περιεχομένου όλων «των νεοφιλελευθερισμών» ως προς τα βασικά: τις κοινωνικές συμμαχίες και την (αντεστραμμένη) αναδιανεμητική λειτουργία. Και στην Ελλάδα, γνωρίσαμε για 2-3 δεκαετίες τόσο την παροδική μη διατηρήσιμη στήριξη σε (και προς) ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα, ελευθεροεπαγγελματικά αλλά και «αριστοκρατίες μισθωτών», όσο και την έμμονη φιλο-κυκλική πολιτική άτακτης συσσώρευσης και πολιτικά υποβοηθούμενης διόγκωσης ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων, κινητών και ακίνητων, δηλαδή τις τυπικές νεοφιλελεύθερες φούσκες. Με μόνη διαφορά ότι εδώ στο Νότο, όλα αυτά επιχορηγήθηκαν με δημόσιο δανεισμό και με τερατώδη υποφορολόγηση των μεγαλομεσαίων στρωμάτων και με την αντίστροφα αναδιανεμητική υπερτροφοδότηση των «ευγενών» μισθωτών συνιστωσών τους μέσω ειδικών μισθολογίων και συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Δηλαδή, και στις δύο περιπτώσεις, με ληστεία εις βάρος του μη εξασφαλισμένου τομέα των συνήθων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.
Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό του μετά το 1980, «ώριμου» πελατειακού κράτους στο μεσογειακό Νότο με τον τυπικό αγγλοσαξωνικής κοπής νεοφιλελευθερισμό, είναι ο σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής: η έμμεση βοήθεια του κράτους (σε συντονισμό με τη φυγή κεφαλαίων λόγω παγκοσμιοποίησης) για καταστολή της βιομηχανίας και στροφή των κεφαλαίων στον τριτογενή τομέα, κυρίως στις χρηματοοκονομικές δραστηριότητες. Αυτό έγινε, πάνω απ' όλα, με τη διαρκή αύξηση του μη εργασιακού, «παράπλευρου»κόστους (πανάκριβη εγχώρια ενέργεια και μεταφορικά, κόστος γής και ακινήτων, νομικές υπηρεσίες, προστιθέμενα κόστη λόγω γραφειοκρατίας, αργού δικαστικού μηχανισμού, διαφθοράς κτλ), με συνακόλουθη ραγδαία πτώση της ανταγωνιστικότητας. Το μεταπολιτευτικό κράτος, πασοκικό ή νεοδημοκρατικό, παρακολουθούσε αδιάφορα τα παράπλευρα κόστη· συχνά τα εκτόξευε το ίδιο με τις πολιτικές του και με στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Προς όφελος όσων κοινωνικών στρωμάτων επωφελήθηκαν από τη διόγκωση.
Αντίθετα με τα ιδεολογήματα που διακινούν οι «εκπρόσωποι Τύπου» των εγχώριων μεταπολιτευτικών ελίτ, δεξιών και αριστερών, τόσο το «αρχικό» ΠΑΣΟΚ 1981-1984 όσο και η ΝΔ του 2004-2009, που «το τερμάτισε το γκάζι», διακρίθηκαν στην αναδιανομή από κάτω προς τα πάνω. Αυτή είναι άλλωστε η raison d' etre όλων των νεοφιλελευθερισμών.

0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου