Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης: Εβδομάδα εργασίας 24 ωρών χωρίς μείωση αποδοχών και εργασιακών δικαιωμάτων

Οικονομική κρίση και η ανάγκη για μια νέα καινοτομία

του Γιάννη Χατζηχρήστου από 29/07/2014

Ο ισχυρισμός που διατυπώνεται εδώ είναι ότι για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης (και όχι μόνο των επιπτώσεών της) απαιτείται μια νέα καινοτομία που θα στηρίζεται στον περιορισμό του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας των εργαζομένων στις 24 ώρες χωρίς μείωση αποδοχών και εργασιακών δικαιωμάτων, ενώ οι επιχειρήσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί θα λειτουργούν 6 ή και 7 ημέρες την εβδομάδα.

Ακολουθεί η ανάλυση αυτού του ισχυρισμού:

Σε αυτή τη παρατεταμένη περίοδο της κρίσης φαίνεται ότι ζούμε μιαν ακόμη κοσμογονία, ανάλογη με εκείνη της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά, δυνάμει, αρκετά διαφορετική ως προς την ουσιώδη σημασία της. 

Ενώ τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η επικράτηση του καπιταλισμού της αγοράς συνοδεύτηκε και ταυτίστηκε με την επιτάχυνση της οικονομικής απορρύθμισης, σήμερα, μετά την εκδήλωση της κρίσης των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και των δημοσιονομικών χρεών που ακολούθησε την διάσωσή τους, αλλά και εν μέσω της εξέλιξης τάσεων ραγδαίας επιβράδυνσης ή/και μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας, συζητείται, ενθαρρύνεται και, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, ήδη πραγματώνεται η (επαν-)ενεργοποίηση του οικονομικού ρόλου του κράτους, το οποίο καλείται με τον α ή β τρόπο να αναλάβει το κόστος των ζημιών (όπως πχ με τις λεγόμενες bad banks όπως σχηματοποιήθηκαν στο Νταβός του 2007). 

Και δεν είναι λίγοι όσοι επιζητούν, μα και προβλέπουν, πως, μαζί με την ενίσχυση του οικονομικού ρόλου του κράτους, αναπόφευκτα θα γίνει ενδυνάμωση των θεσμών διεθνούς οικονομικής συνεργασίας πρωτοστατούσης της G20, δηλαδή, των θεσμών ρύθμισης των διασυνοριακών οικονομικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών. Έτσι καθίσταται μοιραία η ανάσχεση των ρυθμών ολοκλήρωσης των διεθνών αγορών, με ευπρόσδεκτη συνέπεια την άμβλυνση, εάν όχι εξουδετέρωση και αναστροφή, των τάσεων αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων, θέτοντας έτσι την υπογραφή στην ληξιαρχική πράξη θανάτου των ιδεολογημάτων του νεοφιλελευθερισμού από τους ίδιους τους εμπνευστές τους.

Από διανοητές της αριστεράς, η ταυτότητα της τρέχουσας κρίσης, που σωστά αντιμετωπίζεται ως διαφορετική από τις συνήθεις κυκλικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος και ως προς τις αιτίες και ως προς την ένταση και έκταση, εστιάζονται:
  • Πρώτα απ’ όλα στο γεγονός ότι δεν είχαμε στο παρελθόν μια τέτοια κατάσταση ταυτόχρονης υπερχρέωσης και κρατών και επιχειρήσεων και κοινωνικών στρωμάτων (ιδίως το τρίτο στοιχείο είναι ιστορικά καινούριο). Και γι’ αυτό η κρίση αυτή παίρνει εξαρχής ένα ευρύ, κοινωνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα.
  • Δεύτερον, το ότι η κρίση αυτή εκδηλώνεται σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από μια νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και μια προχωρημένη απορρύθμιση των αγορών, διεθνώς και εθνικά, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέσα για μια καπιταλιστική διαχείριση της κρίσης είναι περιορισμένα.
  • Τρίτον, είναι μια κρίση που ξεσπάει σε μια ιστορική φάση, όπου εισέρχονται ή επανεισέρχονται στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας χώρες τεράστιες, με τεράστιους πληθυσμούς και δυνατότητες, όπως είναι η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, η Βραζιλία, χώρες που κινούνται σε καπιταλιστική τροχιά, αλλά έχουν αποκλίνοντα συμφέροντα.
Αν και αυτά τα βασικά επιχειρήματα- αιτιάσεις της κρίσης είναι σωστά και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, δεν αναλύουν ούτε ερμηνεύουν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης. Αυτές μπορούμε να πούμε ότι εκδηλώνονται από την συνύπαρξη τεσσάρων ομάδων αντιθέσεων.
  • Πρώτον, με την όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, με όλη την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού που προηγήθηκε. Κατά την αντίληψή μου, η αντίθεση αυτή εστιάζεται στην τρέχουσα κρίση στην τεράστια πλέον αναντιστοιχία ανάμεσα στην παραγωγικότητα και τους μισθούς.
  • Δεύτερον, με μια αντίθεση που προϋπήρχε και την γνωρίζαμε, ίσως δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να πάρει τέτοια διάσταση, την αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στο χρηματιστικό κεφάλαιο και την πραγματική οικονομία και συνολικά την κοινωνία.
  • Τρίτον, την αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα του δολαρίου και των ΗΠΑ γενικότερα, αλλά και τις ανάγκες της παγκόσμιας ανάπτυξης όπως αυτές τίθενται σήμερα.
  • Και τέταρτο, από το γεγονός ότι αυτές οι τρεις ομάδες αντιθέσεων διαπλέκονται με μια ευρύτερη αντίθεση ανάμεσα στο σημερινό μοντέλο ανάπτυξης και τις ανάγκες της φύσης, του περιβάλλοντος, της οικολογικής ισορροπίας και των διαφαινόμενων έντονων νέων ενεργειακών κρίσεων που αναμένονται μέσα στην επόμενη δεκαετία λόγω της αναμενόμενης υπέρβασης της ζήτησης από την προσφορά προϊόντων πετρελαίου.
Οι οικονομολόγοι, παρά τις επί μέρους διαφορές που προέρχονται από τις αγκυλώσεις των σχολών οικονομικής σκέψης που, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κρίση, προτείνουν ζαλισμένοι για την αντιμετώπιση της ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο και μια νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική, που δείγματά της ζήσαμε και ζούμε στην εποχή των Μνημονίων στην Ελλάδα από το 2010. 

Οι προτάσεις αυτές εστιάζουν και περιορίζονται σε διορθώσεις του δεύτερου από τις προαναφερθείσες αιτίες τις κρίσεις, στις αντιθέσεις δηλαδή ανάμεσα στην λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου με όλη την υπόλοιπη οικονομία με ταυτόχρονο περιορισμό του οικονομικού ρόλου των κρατών. 

Έτσι έχουν ήδη συσταθεί "ομάδες σοφών" που καταθέτουν τις αντιφατικές προτάσεις τους για τις δέουσες μεταρρυθμίσεις. 
Ελπίζουν ότι ένα νέο «ολοκληρωμένο διατομεακό πλαίσιο» (unified cross-sectoral framework), το οποίο έχει προτείνει και ο ΟΟΣΑ, θα εξαφανίσει τα όποια κενά υφίστανται σήμερα (π.χ. μεταξύ εποπτείας εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών) και θα μειώσει τα προβλήματα συντονισμού, την άνιση μεταχείριση και την ασύμμετρη πληροφόρηση. 
Επίσης, θεωρούν την ενίσχυση της τήρησης ρευστότητας έναντι κινδύνων εκτός ισολογισμού, την υιοθέτηση κανόνων αντικυκλικής κεφαλαιακής επάρκειας (counter-cyclical capital requirements) ενώ κάποιοι τονίζουν την ανάγκη μεγαλύτερης έμφαση στο ποσοστό «μόχλευσης», πχ με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, ισχυριζόμενοι ότι μπορεί να εξασφαλιστεί έτσι η σταθερότητα του συστήματος.

O φόβος που προέρχεται από τη διαπίστωση ότι το γεγονός και μόνο της πολυπλοκότητας του εγχειρήματος, της επανα-ρύθμισης δηλαδή των υπό κατάρρευση αγορών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και με μεθόδους αντίστοιχες της εποχής του Bretton Woods δεν μπορεί να επαναληφθεί παρά μόνο ως φάρσα. Και αυτό γιατί όλες οι προσπάθειες στρέφονται στο να παρθούν πρωτοβουλίες για να μην επαναληφθεί η κρίση, μεταφέροντας παράλληλα το κόστος της υπέρβασης της κρίσης σε αυτούς που δεν την δημιούργησαν. Αυτό πλέον είναι κοινός πλέον τόπος όχι μόνο για τους διανοητές οικονομολόγους της Αριστεράς.

Όμως:

Οι μεγαλύτερες από τις ιστορικά καταγεγραμμένες οικονομικές κρίσεις (από αυτή που ακολούθησε την χρηματιστηριακή κατάρρευση του χρηματιστήριου της Βιέννης το 1873, το κραχ του 1929 και την περίοδο ύφεσης-στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970) συνόδευσαν την έξοδό τους κυρίως με την υιοθέτηση κάποιων (μη υποχρεωτικά τεχνολογικών) καινοτομιών, όπως για παράδειγμα η δημιουργία των εμπορικών τραπεζών στα τέλη του 19ου αιώνα, η εφεύρεση από τον Σάιρους Μακόρμικ των πληρωμών με δόσεις για την αγορά αρχικά γεωργικών μηχανημάτων και η υιοθέτηση από την GE Capital της χρήσης αξιογράφων για την χρηματοδότηση της βιομηχανίας την δεκαετία του 1970.

Όλες αυτές οι καινοτομίες, που είχαν σαν κοινό χαρακτηριστικό τους την μετατροπή των αγορών σε κρίση σε αγορές προσανατολισμένων στην έντονη ζήτηση έναντι μελλοντικών εσόδων, ακολουθήθηκαν και από κρατικές παρεμβάσεις και επενδύσεις που στηρίζονταν και αυτές στον δανεισμό. Η λογική όμως που κυριάρχησε στην οικονομική σκέψη μετά από την επιτυχία τους οδήγησε και στην φούσκα των σύγχρονων σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων που, μέσα από τις προαναφερθείσες 4 αντιθέσεις του συστήματος, μετατράπηκαν στις μέρες μας σε τοξικά χαρτοφυλάκια, παρασύροντας σαν ντόμινο άλλοτε πανίσχυρες επιχειρήσεις και τις κρατικές οικονομίες.

Ο ισχυρισμός της θέσης που διατυπώνεται σε αυτό το κείμενο είναι ότι η αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης απαιτεί και αυτή την «καινοτομία της». 
Μόνο που αυτή τη φορά, η ζητούμενη καινοτομία δεν μπορεί να αφορά στην διόρθωση των αντιθέσεων ανάμεσα στην λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου με όλη την υπόλοιπη οικονομία (λόγω των τριών χαρακτηριστικών της κρίσης που αναφέρονται πιο πάνω) αλλά στην βασική αντίθεση που δημιουργείται από την τεράστια πλέον αναντιστοιχία ανάμεσα στην παραγωγικότητα και τους μισθούς. 
Και η καινοτομία βρίσκεται στον επανα-ορισμό του χρόνου εργασίας με την ακόλουθη μορφή:
  • Παραμείνουν σταθεροί οι μισθοί και η 8ωρη ημερήσια εργασία
  • Να αποδεσμευτεί η έννοια της εργάσιμης εβδομάδας, με την έννοια του χρόνου που λειτουργούν οι επιχειρήσεις και οι υπηρεσίες, από την εβδομάδα εργασίας με την έννοια του συνολικού εβδομαδιαίου χρόνου που εργάζονται οι εργαζόμενοι.
  • Αν και οι επιχειρήσεις και οι κρατικές υπηρεσίες θα βρίσκονται σε λειτουργία 6 ή και 7 ακόμη ημέρες της εβδομάδας, ο χρόνος εργασίας των εργαζομένων θα μειωθεί στις 28 ώρες αντίστοιχα ανά εβδομάδα (3 ή 3,5 συνεχείς εργάσιμες ημέρες), θεωρητικά διπλασιάζοντας έτσι τον αριθμό των σημερινών θέσεων εργασίας
Η κρατική παρέμβαση θα πρέπει να στοχεύσει:
  • Στην επιθεώρηση της τήρησης των νέων εργασιακών δεδομένων
  • Στην δημιουργία ισχυρών κινήτρων συγχώνευσης ομοειδών μικρών ή πολύ μικρών επιχειρήσεων και δημιουργίας συνεργατικών δικτύων ελεύθερων επαγγελματιών
  • Στον ανασχεδιασμό των επιχειρησιακών λειτουργιών "από τα κάτω" της δημόσιας διοίκησης με στόχο την μέγιστη αποδοτικότητα τους στις νέες συνθήκες
Με μια τέτοια ρύθμιση (που σίγουρα θα κάνει πολλούς νεοφιλελυθερους οικονομολόγους αλλά και παραδοσιακούς διανοητές της Αριστεράς να ανατριχιάσουν), επιτυγχάνεται:
  • H σοβαρή αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας (περίπου κατά 28.5%), χωρίς πρόσθετες σοβαρές κεφαλαιακές επενδύσεις
  • Η αύξηση της ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών μιας, και στις οικονομίες με διογκωμένο τον τριτογενή τομέα, η ζήτηση είναι άμεσα συνυφασμένες πλέον με τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων και τις ανάγκες που αυτός δημιουργεί
  • Η ρύθμιση προς τα πάνω (άρα και πιο κοντά στην «δίκαιη» αμοιβή) των επιπέδων των μισθών, διατηρώντας την ζήτηση σε υψηλά επίπεδα
  • Η τόνωση της ανάγκης ανασχεδιασμού των επιχειρησιακών διαδικασιών και λειτουργιών, ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα, έτσι ώστε αυτές να αποφεύγουν να ενσωματώνουν οποιαδήποτε κρυμμένη ανεργία, αλλά και να επιτυγχάνουν την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης εργασίας, που δεν θα μπορέσει να καλυφθεί από το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.
  • Η απορρόφηση του επιπρόσθετου κόστους εργασίας στην παραγωγή από την αύξηση της παραγωγικότητας και της ζήτησης.
Με δεδομένο το γεγονός ότι η περαιτέρω συρρίκνωση του εργατικού κόστους στο μοναδιαίο προϊόν στην Ευρωζώνη δεν μπορεί να συνεισφέρει ούτε στο ελάχιστο στο ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης (αλλά αντιθέτως την επιτείνει), δίνει στην πιο πάνω πρόταση τα χαρακτηριστικά του ρεαλισμού που ενδεχομένως δεν ήταν τόσο προφανή στην προηγούμενη, πριν την κρίση του 08, ιστορική περίοδο. 

Ρεαλισμός που θα πρέπει να συνοδευτεί και με άλλες καινοτομίες για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους των προϊόντων, που σήμερα κατέχει την μερίδα του λέοντος στην διαμόρφωση του κόστους παραγωγής τους.

Ο κύριος ρόλος του, διευρυμένου και με κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες, χρηματοπιστωτικού συστήματος στο εγχείρημα αυτό θα πρέπει να εστιάζει στην χρηματοδότηση του κόστους αυτής της αναδιοργάνωσης, αξιοποιώντας τα ήδη εγκεκριμένα ειδικά πακέτα ενίσχυσής του προς όφελος της πραγματικά πραγματικής οικονομίας, δημιουργώντας έτσι και τις συνθήκες για την ανάκαμψη και της δικής του κρίσης.

Η εν λόγω «καινοτομία», που προέρχεται από την παραδοσιακή διεκδικητική φαρέτρα της αριστεράς, φυσικά και δεν οδηγεί από μόνη της στην ανατροπή των βασικών αντιθέσεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, που θα συνεχίζουν να υφίστανται και ενδεχομένως να οξύνονται. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως πλατφόρμα συσπείρωσης όλων εκείνων των δυνάμεων που αντιτίθενται στην χορήγηση πολιτικού συγχωροχάρτου στους υπεύθυνους της σημερινής κρίσης ένθεν και ένθεν και που συνεχίζουν κρυφά να ονειρεύονται την μελλοντική νεκρανάσταση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στο τέλος αυτού του κύκλου της κρίσης, στοχεύοντας να την αξιοποιήσουν σαν το colpo grosso αναδιανομής πλούτου σε βάρος των μη προνομιούχων στρωμάτων της κοινωνίας.

Και όπως είναι γνωστό, ο πιο πάνω ισχυρισμός (όπως και ο οποιοσδήποτε άλλος) θα πρέπει να αποδεικνύεται ως σωστός ή να καταρρίπτεται μέσα στα πλαίσια της αμφισβήτησής του. Εγώ τόλμησα μόνο στον να τον διατυπώσω.



(Μια δοκιμαστική προβολή της πιο πάνω πρότασης διατυπώθηκε στο μυθιστόρημα "Ανασκαφή στο μέλλον", 2006, Εκδόσεις Εστίας)

Γιάννης Χατζηχρήστος
πηγή johnhadjichristos