Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Για την Εκκλησιαστική Περιουσία

Φάκελος "εκκλησιαστική περιουσία" - Μια σχέση πάθους, εκκλησίας και χρήματος

Ι.Καποδίστριας: αυτό το κράτος, το ελληνικό κράτος, δημιουργήθηκε "επαναστατικώς και δημευτικώς" και ως εκ τούτου ο λαός του δε χρωστάει τίποτα σε "κοτζαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιους δεσποτάδες"




Εμφανίστηκε κάποιος στον Ιησού, τον πλησίασε και του είπε: 
- Δάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να έχω ζωή αιώνια; 
Kι εκείνος του απάντησε:- Tι με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Mα αν θέλεις να μπεις στη ζωή, φύλαξε τις εντολές. 
Tον ρωτάει αυτός:- Ποιες; 
Kι ο Ιησούς του είπε:- Tο μη φονεύσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. 
Tου λέει ο νέος:- Όλ' αυτά τα φύλαξα από την παιδική μου ηλικία. Σε τι άλλο υστερώ; 
Tου είπε ο Ιησούς:- Aν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα σε φτωχούς, και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Kι έλα εδώ και ακολούθα με. 
O νέος όμως, σαν άκουσε την απάντηση, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά. 
Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του:- Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών. Και πάλι σας το τονίζω, πως είναι ευκολότερο να περάσει μια κάμηλος* από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. 
(Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο. Κεφάλαιο 19)

Αν λάβει κανείς σοβαρά υπόψιν τον παραπάνω διάλογο, τότε μόνο ένα πράγμα μπορεί να συμβαίνει: Οι «υπηρέτες» της Εκκλησίας και κήρυκες του «Θείου Λόγου», δεν ενδιαφέρονται για την «αιώνια ζωή». Γιατί αν ενδιαφέρονταν, θα έδιναν, αντί να παίρνουν, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους και την παραίνεση του Ιωάννη του βαπτιστή «Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι και ο έχων τροφάς ομοίως»....

Είναι πολλά τα λεφτά Άρη...


H αξία της περιουσίας της Εκκλησίας είναι ανεκτίμητη. H πολιτεία δεν την έχει καταγράψει και η ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος δηλώνει επισήμως ότι δεν γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των μονών, των μητροπόλεων και των ναών διότι κάθε μητρόπολη, μονή και ναός έχει τη δική του οικονομική διαχείριση. H εκκλησιαστική περιουσία καλύπτεται από ένα αδιαφανές πλέγμα που «υφαίνουν» περισσότερα από 10.000 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (μητροπόλεις, ναοί, μονές, προσκυνήματα, ιδρύματα, κληροδοτήματα και άλλα). Ο ιστός αυτών των ΝΠΔΔ, κρύβει αποτελεσματικά την εκκλησιαστική περιουσία από τα αδιάκριτα μάτια των «αντικληρικών». Είναι δε τόσο καλά προστατευμένο το μυστικό, που ούτε η κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος μπορεί να έχει εικόνα για την περιουσία των μονών και των μητροπόλεων.



Κάθε ένα από αυτά τα ΝΠΔΔ έχει δική του ανεξάρτητη οικονομική διαχείριση, γεγονός που καθιστά το εγχείρημα για την καταμέτρηση της εκκλησιαστικής περιουσίας λίγο-πολύ ανέφικτο. Εξάλλου και για τη γνωστή ιδιοκτησία της Εκκλησίας δεν μπορεί να βγει ασφαλές συμπέρασμα, διότι ουδείς μπορεί να αποτιμήσει, λόγου χάρη, την αξία των δασών, των χορτολιβαδικών εκτάσεων αλλά και των δεσμευμένων από δήμους και κράτος οικοπέδων.

Το οργανόγραμμα της Εκκλησίας χωρίζεται σε τέσσερις ομάδες. Την κεντρική διοίκηση, τις ιερές μητροπόλεις, τις ιερές μονές και τους ενοριακούς ναούς. Οι ομάδες αυτές διοικούνται από συλλογικά όργανα. Οι ιερές μητροπόλεις από τα μητροπολιτικά συμβούλια, οι ιερές μονές από τα ηγουμενοσυμβούλια και οι ενοριακοί ναοί από τα εκκλησιαστικά συμβούλια. Με εξαίρεση τα ηγουμενοσυμβούλια που απαρτίζονται μόνο από μοναχούς, όλα τα άλλα όργανα διοίκησης περιλαμβάνουν ως μέλη και «λαϊκούς».

Πολύ πρόχειροι υπολογισμοί, φέρουν την περιουσία του ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδος να ανέρχεται σε τουλάχιστον δεκαπέντε δισεκατομμύρια (15.000.000.000) ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθεται και η ανυπολόγιστη-αμύθητη περιουσία των περίπου δυόμισι χιλιάδων (2.500) μοναστηριών. Εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης, εκατοντάδες οικοδομικά τετράγωνα, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και καταθέσεις αξίας εκατομμυρίων ευρώ αποτελούν την την εκκλησιαστική περιουσία. Ωστόσο, το «ιερό» θησαυροφυλάκιο είναι τόσο βαθύ που αρκεί μία και μόνο αναφορά. Πέντε μονές που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση αποτιμούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των 8 τρισ. δρχ. (!!!). Και μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τους επιδίκασε το ποσό των 3 τρισ. δρχ. Μπορεί να φανταστεί κανείς ότι εάν η περιουσία των 5 μονών άγγιζε πριν μια 20ετία τα 3 ή 8 τρισ. δρχ., τότε πώς μπορεί κανείς να υπολογίσει την περιουσία των 2.500 μοναστηριών και ναών σε όλη τη χώρα;

Όλη αυτή η περιουσία που υπάρχει, τα στελέχη της Εκκλησίας, προσπαθούν να πείσουν ότι αξιοποιείται στην κατεύθυνση του φιλανθρωπικού έργου. Επιχείρημα που βέβαια δεν ευσταθεί, αφού, πλειάδα μητροπολιτών έχουν κατηγορηθεί για τεράστιες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Υπεράκτιες εταιρίες, περιουσίες δισεκατομμυρίων, τραπεζικές καταθέσεις, προφανώς δεν είναι το αποτέλεσμα του ...μόχθου των ιεραρχών. Αυτός ο τρελός χορός δισεκατομμυρίων, τη στιγμή μάλιστα που οι Έλληνες εργαζόμενοι βιώνουν την πιο άγρια αντιλαϊκή επίθεση, έχει μετατρέψει την Εκκλησία σε μια εμπορική επιχείρηση. Που σκοπό έχει τον πολλαπλασιασμό των κερδών της, ώστε να παίξει ακόμα πιο αποτελεσματικά το ρόλο της ως δεκανίκι της κυρίαρχης πολιτικής.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις αλλά και στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, η συνολική έκταση της εκκλησιαστικής περιουσίας φτάνει τα 1.300.000 στρέμματα. Απ΄ αυτά 732.000 είναι βοσκότοποι, 367.000 δασικές εκτάσεις και 189.000 γεωργικές. Και περίπου 400.000 στρέμματα χαρακτηρίζονται ως «διακατεχόμενα» αφού γι΄ αυτές τις εκτάσεις δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας. Έχει, επίσης, σημειωθεί ότι η Εκκλησία της Ελλάδος διαθέτει παράλληλα και ολόκληρα νησιά και βραχονησίδες (!) σε νησιωτικά συμπλέγματα, όπως π.χ στις Σποράδες και στις Κυκλάδες. Η Εκκλησία της Ελλάδος φέρεται μεταξύ άλλων να διαθέτει περίπου οκτακόσια (800) κτήρια με γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, ακόμα και μισθωμένα βενζινάδικα. Όσον αφορά δε την ρευστότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπολογίζεται σε μερικές δεκάδες (ίσως και εκατοντάδες) εκατομμύρια ευρώ. Ταυτόχρονα η Εκκλησία της Ελλάδος έχει συστήσει δύο Ανώνυμες Εταιρίες (Α.Ε.), μία για την διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με την επωνυμία «Υποστήριξη Επιχειρησιακών και Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων Μελετών και Έργων, Ανώνυμη Εταιρία» και μία για την διαχείριση της περιουσίας της.

H Εκκλησία ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν πληρώνει φόρους, παρά μόνο με ειδικό τρόπο, για κάποιες πράξεις αγοραπωλησιών. Ως πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία πλήρωνε το 10% των εσόδων της από ακίνητα ως φόρο. Οι ιεροί ναοί πλήρωναν το 35% των συνολικών εσόδων τους (από κεριά, μυστήρια κτλ.). Ο φόρος επί των εισοδημάτων (10%) καταργήθηκε σταδιακά ως το 2008. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε η Εκκλησία για να πείσει τις εκάστοτε κυβερνήσεις, για την κατάργηση των φόρων, ήταν ότι οι καθολικοί, τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και όλες οι άλλες Εκκλησίες δεν πλήρωναν φόρους. Μόνο η Ελλαδική Εκκλησία πλήρωνε και τελικώς εξαιρέθηκε και αυτή. Απαλλάσσεται, επίσης, από τον φόρο δωρεάς. Απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εισφέρει σε γη και χρήμα κατά τη διαμόρφωση ρυμοτομικών σχεδίων. Η μισθοδοσία των κληρικών γίνεται από το τον κρατικό προϋπολογισμό. Το ετήσιο κονδύλι φτάνει στο ύψος των 200 εκατομμυρίων δραχμών ετησίως.

Το πόθεν έσχες της Εκκλησίας

Ένα ακόμη ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια είναι πόθεν αποδεικνύεται ότι όλα αυτά ανήκουν πράγματι στην Εκκλησία, όταν οι ημερομηνίες κτήσης τους προηγούνται της ιδρύσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Επειδή η Εκκλησία υπήρχε όταν το κράτος δεν υπήρχε ακόμη, η χώρα θεωρητικά ανήκε στην Εκκλησία. Ως εκ τούτου οι «Άγιοι Πατέρες» θεωρούν ότι από το 1830 ως σήμερα η Εκκλησία απώλεσε με εκβιασμούς, καταπατήσεις, παραχωρήσεις κτλ. το 96% της περιουσίας της!

Η Εκκλησία άρχιζε να κτίζει την τεράστια περιουσία της από την γέννηση του Βυζαντίου, κυρίως χάρις στην αριστοκρατική τάξη, που της δώριζε εκτάσεις. Αρχαιότερες ή νεότερες μονές γνώρισαν την απλόχερη γαλαντομία των βυζαντινών αυτοκρατόρων, ενώ άλλες πέτυχαν την έκδοση πατριαρχικών σιγιλίων και σουλτανικών φιρμανίων, επί των Οθωμανών, που τους παραχωρούσαν γη και ύδωρ. Σήμερα ορισμένες επαναφέρουν από το χρονοντούλαπο της ιστορίας ξεχασμένα βεράτια ή διατάγματα και διεκδικούν κολοσσιαίες εκτάσεις.

Ο πλατωνικός φιλόσοφος Πορφύριος (γεννημένος το 232 μ.Χ.) στο έργο του «Κατά Χριστιανών» αναφέρει περιπτώσεις πλουσίων γυναικών που εξαπατήθηκαν από τους χριστιανούς κατηχητές και τους παρέδωσαν τις περιουσίες τους. 

Γράφει:
«...Μα μόλις χθες –κι όχι στο μακρινό παρελθόν- γι’ άλλη μία φορά, αυτά ακριβώς απάγγειλαν σε κάποιες ευκατάστατες γυναίκες: “Πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε στους πτωχούς και θα κερδίσεις το θησαυρό του ουρανού”. Και τις έπεισαν να μοιράσουν όλη τους την περιουσία στους φτωχούς. Κι οι γυναίκες έπεσαν σε τέτοια φτώχεια που το 'ριξαν στη ζητιανιά, και από ελεύθερες που ήταν, κατάντησαν να ζητάνε πίσω τα χαμένα με τρόπο αισχρό και όψη ελεεινή, ώσπου τέλος αναγκάστηκαν να βγουν στη γύρα και να χτυπούν τις πόρτες των πλουσίων. Η έσχατη ατίμωση και το χειρότερο πάθημα: Στο όνομα της ευσέβειας, να ξεπέσεις και να χάσεις το βιος σου και μετά, επειδή σε σφίγγει η ανάγκη, να λαχταράς τα ξένα αγαθά».

Οι ρασοφόροι του 4ου αιώνα μ.Χ. στα πλαίσια και της επιβολής τού Χριστιανισμού, στρέφονταν με αρπακτική διάθεση στις περιουσίες των αλλόθρησκων και κυρίως κατά των Ελλήνων ελευθέρων αγροτών-μικροκαλλιεργητών, χρησιμοποιώντας ακόμη και δόλιους τρόπους. Σύμφωνα με τον ρήτορα Λιβάνιο,

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Πανκ, αναρχία και ο δήμαρχος του Ρέικιαβικ



Ο Γκναρ, δήμαρχος του Ρέικιαβικ, μετά τη νίκη του στις δημοτικές του 2010, θέλησε να δώσει τον λόγο στους πολίτες. Δημιουργήθηκαν διαδικτυακές πλατφόρμες για μια «καλύτερη συνοικία» και ένα «καλύτερο Ρέικιαβικ». Έτσι οποιοσδήποτε κάτοικος μπορεί να πάρει μια πρωτοβουλία σε αυτές τις πλατφόρμες. Με τον τρόπο αυτόν, ανοίγει μια συζήτηση: υπέρ ή κατά, με τους πολίτες να συμμετέχουν επώνυμα. Η πρωτοβουλία που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη υποστήριξη εξασφαλίζει άμεση χρηματοδότηση.

του Gérard Lemarquis*



Την επομένη της κατάρρευσης του 2008 η πρωτεύουσα της Ισλανδίας ήταν η απόλυτη εικόνα της κατάθλιψης. Το δάσος των γερανών που υψωνόταν την περίοδο της χρηματιστηριακής φούσκας είχε εξαφανιστεί. Τα ανολοκλήρωτα κτήρια του Ρέικιαβικ προσέφεραν στους παγωμένους ανέμους τα τσιμεντένια σωθικά τους. Σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, υπερχρεωμένο, έχανε το σπίτι του ή πάσχιζε για να το διατηρήσει με αιματηρές οικονομίες. Στις δημοτικές εκλογές του 2010 οι παραζαλισμένοι ψηφοφόροι επέλεξαν για δήμαρχο έναν κωμικό ηθοποιό, τον Γιον Γκναρ.

Στην αρχή η υποψηφιότητα αυτού του πανκ με τη βαριά δυσλεξία και την ταραχώδη διαδρομή,[1] θαυμαστή του Τριστάν Τζαρά, του Πιέρ - Ζοζέφ Προυντόν και του Μιχαήλ Μπακούνιν, ήταν μια καθαρή παρωδία. Δήλωνε ότι ήθελε την εξουσία για «να γεμίσει τις τσέπες του χωρίς να κουράζεται» και για να επωφεληθεί «τοποθετώντας τους δικούς του σε θέσεις με παχυλές αμοιβές».

Περιστοιχιζόταν από μουσικούς και ηθοποιούς, ιδιαίτερα από το περιβάλλον της τραγουδίστριας Μπιορκ, οι οποίοι αυτοχαρακτηρίζονταν «αναρχικοί σουρεαλιστές». Εξαγγέλλοντας ότι θα αθετήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις του, ο συνδυασμός του Καλύτερου Κόμματος πρότεινε τη διαγραφή όλων των χρεών, ταξίδια - έκπληξη για τους ηλικιωμένους, την υποχρεωτική παραμονή των ανδρών στο σπίτι ορισμένες ημέρες ή την εισαγωγή στη χώρα λευκών αρκούδων, σκίουρων και βατράχων.


Όταν έγινε δήμαρχος, ο Γκναρ συνεργάστηκε με τους σοσιαλδημοκράτες για να διοικήσει τον δήμο, ο οποίος για πολλά χρόνια αποτελούσε προπύργιο του συντηρητικού Κόμματος Ανεξαρτησίας και συγκεντρώνει πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας. Τότε ο Γκναρ υιοθέτησε έναν νέο ρόλο. Ο ζαμανφουτίστας προβοκάτορας έδωσε τη θέση του σε ένα πρόσωπο αφοπλιστικής ταπεινότητας.

Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας τον ακολούθησαν στο εγχείρημα διαφάνειας και συμμετοχικής δημοκρατίας που ξεκίνησε. Και αυτό το ασυνήθιστο πρόσωπο έγινε, κατά παράδοξο τρόπο, ο σωστός άνθρωπος τη σωστή στιγμή. Οι Ισλανδοί, τσακισμένοι από την ύφεση, δεν πίστευαν πια στις υποσχέσεις και αισθάνονταν ότι θα ήταν καλύτερο να κερδίσουν σε άλλα ζητήματα, όπως στην ποιότητα ζωής.

Η κρίση βοήθησε τον Γκναρ και τους φίλους του να μεταμορφώσουν μια πόλη όπου το «αμάξι» ήταν κυρίαρχο σε μια οικολογική, «προχωρημένη» πρωτεύουσα με ένα πολύ πυκνό δίκτυο ποδηλατοδρόμων. Έχοντας περάσει βίαια από την αφθονία στην ύφεση, οι Ισλανδοί πούλησαν το τρίτο, ακόμη και το δεύτερο, αυτοκίνητό τους και η κυκλοφορία μειώθηκε. Οι ποδηλατόδρομοι στις δύο πλευρές των πεζοδρόμων πολλαπλασιάστηκαν - γεγονός που σήμερα, με την επιστροφή της ευημερίας και των μποτιλιαρισμάτων, προκαλεί εκνευρισμό στους οδηγούς.

Ο Γκναρ θέλησε να δώσει τον λόγο στους πολίτες. Υπερβαίνοντας όμως τα στενά συμφέροντα της κάθε συνοικίας. Δύο προγραμματιστές είχαν δημιουργήσει διαδικτυακές πλατφόρμες για μια «καλύτερη συνοικία» και ένα «καλύτερο Ρέικιαβικ». Ο δήμος όχι μόνο δεν ένιωσε ότι παρακάμπτεται, αλλά τους ενθάρρυνε. Έτσι οποιοσδήποτε κάτοικος μπορεί να πάρει μια πρωτοβουλία σε αυτές τις πλατφόρμες. Με τον τρόπο αυτόν, ανοίγει μια συζήτηση: υπέρ ή κατά, με τους πολίτες να συμμετέχουν επώνυμα. Η πρωτοβουλία που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη υποστήριξη εξασφαλίζει άμεση χρηματοδότηση. Όλες οι θέσεις πρέπει να εξηγούνται και να τεκμηριώνονται, γεγονός που αποκλείει τις φάρσες, τις εκδικητικές ενέργειες και τις κινήσεις εντυπωσιασμού.




Στις δημοτικές εκλογές του 2014 το πολιτικό κατεστημένο περίμενε τον Γιον Γκναρ στη γωνία. Αφού γεύτηκε την εξουσία, δεν θα γλυκαινόταν; Ήταν μέσα στη λογική των πραγμάτων: τελικά θα γινόταν ένας από αυτούς. 

Με τις δημοσκοπήσεις να τον εμφανίζουν στο απόγειο, ο Γκναρ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Αρνήθηκε να αλλάξει γνώμη το 2016, μετά το επεισόδιο των Panama Papers, όταν οι θαυμαστές του τού ζήτησαν να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η περιπέτεια συνεχίζεται για το Καλύτερο Κόμμα, το οποίο έχει μετονομαστεί σε Λαμπρό Μέλλον. Αριθμεί έξι βουλευτές (Σ.τ.Μ.: τέσσερις μετά τις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 2016) και εξακολουθεί να ασκεί διοίκηση στον Δήμο του Ρέικιαβικ, στο πλαίσιο ενός συνασπισμού με επικεφαλής έναν σοσιαλδημοκράτη και τη συμμετοχή των οικολόγων της Αριστεράς και του Κόμματος των Πειρατών.

Άλλοτε μουντή πρωτεύουσα μόλις έπεφτε η νύχτα, το Ρέικιαβικ, με την έκρηξη του τουρισμού, έχει γίνει μια πόλη ζωντανή, χαρούμενη, με δυναμισμό από τα πολλά πολιτιστικά γεγονότα και από ένα αίσθημα ασφάλειας που είναι μεταδοτικό. Ενώ συχνά κατηγορούνται ότι υποβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον, οι επισκέπτες έχουν κάνει την πόλη πιο οικολογική, καθώς μετακινούνται με τα πόδια, συνήθεια που οι κάτοικοι του Ρέικιαβικ είχαν εγκαταλείψει. Οπωσδήποτε προκάλεσαν την αύξηση της τιμής των ποτών, αλλά, χωρίς αυτούς, τα πολυάριθμα μπαρ και εστιατόρια που έχουν ανοίξει δεν θα υπήρχαν.


Σοβαρό μειονέκτημα; Χρειάζονται χώροι. Οι γερανοί έχουν επιστρέψει. Η αριστερή δημοτική αρχή χορηγεί οικοδομικές άδειες για πολυτελή ξενοδοχεία, ενώ οι φτωχότεροι κάτοικοι δεν καταφέρνουν να βρουν στέγη. Η τεράστια επιτυχία του διαδικτυακού τόπου ενοικίασης ιδιωτικών καταλυμάτων Airbnb κάνει ακόμη λιγότερες τις κατοικίες που είναι διαθέσιμες όλον τον χρόνο και ωθεί τις τιμές προς τα πάνω. Η δεξιά αντιπολίτευση, που ήταν μέχρι πρόσφατα υπέρ της καταστροφής των παλαιών ξύλινων σπιτιών, ξεδιπλώνει τις αισθητικές ανησυχίες της και επικρίνει την τσιμεντοποίηση του κέντρου της πόλης.

Το 2010 ο Γκναρ υποσχόταν ένα όνειρο με προσιτή τιμή σε μια πρωτεύουσα χτυπημένη από τη φτώχεια. Η κατασκευή ανισόπεδων κόμβων στις οδικές αρτηρίες που συνδέουν τις απομακρυσμένες συνοικίες και η μέχρι τώρα αχαλίνωτη αστική εξάπλωση θα είναι αναμφίβολα το επίδικο των επόμενων δημοτικών εκλογών για μια κοινωνία που ευημερεί ξανά. Διαγράφεται μια πόλη δύο ταχυτήτων, με την κυριολεκτική έννοια του όρου: ένα κομψό κέντρο χωρίς αυτοκίνητα, όπου μπορείς άνετα να περπατήσεις, και κοινότοπα προάστια με υπερβολικά πολλά αυτοκίνητα που κινούνται σημειωτόν.





[1] Την οποία διηγείται σε δύο βιβλία μεταφρασμένα στα αγγλικά, “The Indian” και “The Pirate”, Deep Vellum, Ντάλας, 2015 και 2016.

* Ο Gérard Lemarquis είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας του «Les Islandais», Ateliers Henri Dougier (HD), Παρίσι, 2014, και του «Reykjavìk», Signal Books, συλλογική έκδοση, «Innercities Cultural Guides», Οξφόρδη, 2013.



πηγή Monde Diplomatique ένθετη στην ΑΥΓΗ
επιμέλεια: Χάρης Λογοθέτης

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Πάντα φταίει ο βιαστής!


της Κλειώς Βλαχάκη

Φορούσε γόβες και μίνι φούστα. Κόκκινες γόβες. Περπατούσε και λιποθυμούσαν τα αρσενικά. Είχε ένα άστρο πάντα πάνω από το κεφάλι της που φώτιζε μάτια, στόμα, μαλλιά. Αυτά τα λαμπερά μαλλιά πόσες ρωγμές άνοιξαν στις καρδιές! Να ακούγεται εκείνο το κρακ σα γυαλί που ράγισε πάνω σε αναμμένο μάτι!

Πήρε ταξί από τη «Δικαιοσύνης». Ήταν αργά. Το κραγιόν παρέμενε ακόμα στα χείλη. Ανεξίτηλο σημάδι γυναίκας! Κάθισε αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα και έδωσε τη διεύθυνση στον οδηγό. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο την ερημιά της νύχτας κι έπαιζε με μια τούφα από τα μαλλιά.

Όταν έφτασε άνοιξε τη γυναικεία τσάντα, πλήρωσε τον ταξιτζή, έκλεισε την πόρτα και πατώντας σα γάτα πάνω στις κόκκινες γόβες έφτασε στην είσοδο. Ποτέ δε φοβόταν. Μα εκείνο το βράδυ ένιωθε αλλιώτικα. Είναι κι εκείνο το αλάθητο ένστικτο μας!

Την ώρα που έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα ένα χέρι της έκλεισε το στόμα και μια κοφτερή λάμα άστραψε στο φως της νύχτας. Μια βρώμικη ανάσα της προκαλούσε ανακατωσούρα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τόσο δυνατά που νόμιζε πως εμφανίστηκαν άνθρωποι με ταμπούρλα μέσα στη νύχτα για να τη σώσουν.

Κι ύστερα θυμόταν μονάχα αυτή τη βρώμικη ανάσα ενός κτήνους πεσμένου πάνω της να της ξεσκίζει την ψυχή μέσα στην απόλυτη ερημιά μιας νύχτας. Και οι σωτήρες με τα ταμπούρλα και τα νταούλια απόντες αλλά παρόντες σε ένα κρεσέντο βίας και απόλυτου εξευτελισμού.

Κόκκινες γόβες και μίνι φούστα. Να ντρέπεσαι που είσαι γυναίκα με ανοιχτό ντεκολτέ και αστέρι στα μαλλιά! Αυτά τα λαμπερά μαλλιά! Να ανοίγουν ρωγμές στη δική σου καρδιά!

Κι έπειτα εκείνη η φωνή την ώρα που χορτασμένο το κτήνος κούμπωνε το παντελόνι του κι έγλειφε τα χείλη του. «Καλά περάσαμε καργιόλα! Μη μου πεις ότι δεν τα ‘θελες! Όλο το βράδυ με κοιτούσες. Και μην τολμήσεις να ανοίξεις το στόμα σου.»

Η Ευτυχία δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της. Δε φόρεσε ξανά φούστα και γόβες. Έκοψε τα μαλλιά της κοντά. Σκοτείνιασε για να μη φαίνεται σ’ αυτό τον κόσμο που κατοικούν ανθρωπόμορφα τέρατα.

Σήμερα κάποιος της ευχήθηκε χρόνια πολλά. Έχει γενέθλια. Κι εκείνη απάντησε: «Δύσκολο να είσαι γυναίκα. Ακόμα δύσκολο είναι. Κάθε μέρα δίνεις αγώνα για να αποδείξεις ότι είσαι άνθρωπος».

πηγή 3pointmagazine

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Ιερές Αγελάδες

του Τριαντάφυλλου Τρανού*

Οι αιωνίως παθογενείς "θεσμικοί παράγοντες" του τόπου, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται προκατειλημμένοι δικαστές, διεφθαρμένα ΜΜΕ και ακροδεξιοί δεσποτάδες, προκαλούν σήμερα εσκεμμένα σοκ στο ήδη χαμηλό ανοσοποιητικό σύστημα της κοινωνίας, με στόχο να τη σπρώξουν οριστικά στα δεξιά του "κυρίου και των κυρίων".

Τυχόν αδυναμία ικανοποιητικής απάντησης τέτοιων προκλήσεων από τον ΣΥΡΙΖΑ για λογαριασμό της κοινωνίας μειώνει και το συμβολικό, και το πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο που αυτή μας εμπιστεύτηκε. Αυτό το άτεγκτο γεγονός δεν πρέπει να μας διαφεύγει, όπως δεν πρέπει να μας διαφεύγει και ο συναφής κίνδυνος που μας απειλεί: τα όρια της αριστερής πολιτικής φαντασίας να τα ορίζει πλέον ο νεοφιλελευθερισμός.

Ο κυριότερος παράγοντας που μειώνει σήμερα την πραγματική πολιτική μας εμβέλεια είναι η αυτοπαγίδευση σε έναν καταναγκαστικό πολιτικό πραγματισμό

Αυτό κατέστη οδυνηρά σαφές με την προγραφή και την καθ' υπόδειξιν αποπομπή του Ν. Φίλη από το υπουργείο Παιδείας. 

Μετά την οργιώδη κατασυκοφάντησή του όλη την προηγούμενη περίοδο και τη "δολοφονία χαρακτήρα", όχι μόνο αυτού αλλά και όλων όσοι πριν από αυτόν και μαζί με αυτόν επιχείρησαν δημοκρατικές αλλαγές στην Παιδεία, η περιφρόνηση για τη Δημοκρατία εκφράζεται απροκάλυπτα και ανεμπόδιστα πλέον από εκείνους που έχουν αναλάβει αζημίως την πειθαναγκαστική αποκατάσταση της καθεστηκυίας τάξης στην πολιτική συνείδηση των θυμάτων της: Από τη “Νεοδεξιά”, τους παπάδες της και τους δικαστές της. Η στομφώδης απολογητική των ανακοινώσεων των συνδικαλιστικών ενώσεων των δικαστικών, μετά την τελευταία αμφιλεγόμενη απόφαση του ΣτΕ, προδίδει την ενοχή όσων γνωρίζουν από μέσα το "πώς μαγειρεύονται τα πράγματα". 

Αυτή η αντικοινωνική, ιδιοτελής στάση είναι ιδεολογικά ταυτόσημη με τις θέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη τις οποίες μηρυκάζει και η επίσημη Εκκλησία, μαγεμένη από την προοπτική της επερχόμενης ακροδεξιάς συμφοράς. 

Ο πλήρως μεταλλαγμένος αρχιεπίσκοπος μετατράπηκε οριστικά στο "γαλάζιο άνθος" της διασταύρωσης της κοινωνικής ακροδεξιάς (Βορίδης, Γεωργιάδης κ.ά.) με την οικονομική Ακροδεξιά του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και την "πνευματική" του Σεραφείμ, του Άνθιμου και του Αμβρόσιου. 

Η κουρντισμένη στο έπακρο απειλητική ρητορεία όλων αυτών εναντίον της "προβληματικής" Αριστεράς δεν είναι προσωρινής φύσεως, όπως φαντάζονται ορισμένοι. Εκπορεύεται από τις εκλεκτικές συγγένειες της δεσποτοκρατίας με το καταστροφικό παρελθόν της “Νεοδεξιάς” και στοχεύει στη νεκρανάστασή της στο άμεσο μέλλον.

Αυτό το πολιτικά νοσηρό σύμπλεγμα, που κατέστρεψε τον τόπο, επανακάμπτει, θριαμβολογεί και απειλεί, ενισχυμένο με μπόλικο τηλεσκοταδισμό, πατριδοκαπηλία και θρησκευτικό φανατισμό.

Όποιος όμως επιθυμεί να είναι ο εκφραστής της αριστερής συλλογικής σκέψης και ευαισθησίας δεν πρέπει να χάνει ούτε στιγμή την εγρήγορσή του απέναντι στη δυσοίωνη προοπτική τής επικράτησης της Ακροδεξιάς αλλά ούτε και την κριτική στάση απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. 

Η επίμονη ματιά αυτού που δεν αποστρέφει το πρόσωπο από όσα μας πονούν -από τα "οικεία δεινά" - είναι εργαλείο για τις μάχες του μέλλοντος, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η μοναδική ελπίδα που διαγράφεται στον ορίζοντα είναι η σταθεροποίηση της εύθραυστης διακυβέρνησης της Αριστεράς. Αυτήν ακριβώς την Αριστερά, όμως, τα όρια της οποίας επιχειρεί σε μια εποχή συστηματικού πολιτικού οπορτουνισμού σε Ευρώπη και Αμερική να περιορίσει ο νεοφιλελευθερισμός, και την οποία η ρεβανσιστική “Νεοδεξιά” και οι σύμμαχοί της στο εξωτερικό βυσσοδομούν για να ανατρέψουν, αυτή πρέπει να προστατέψουμε.

Οι λίγοι που επιμένουν να λένε σήμερα την αλήθεια, προς πάσα κατεύθυνση ακόμα και σε βαθμό "απρέπειας", αποτελούν τα αναγκαία ερυθρά αιμοσφαίρια της κοινωνίας. Κερδίζουν ως αντάλλαγμα για το ότι δεν είναι δημοφιλείς στους ιδιοκτήτες αυτού του τόπου, τους τηλεοπτικούς απολογητές τους και τους θεσμικούς προύχοντες ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: η ζώσα Ιστορία δεν αποτελεί πλέον γι’ αυτούς ένα κλειστό βιβλίο· η Παιδεία, η θρησκεία και η Δικαιοσύνη δεν είναι γι’ αυτούς "ιερές αγελάδες".


πηγή Η ΑΥΓΗ