Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Κολέμπας: Για μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, με βάση την βιοπεριφέρεια

Clifford Harper, Visions #2: Collectivised Gardens (1974)

Για μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση[1], με βάση την βιοπεριφέρεια[2]

Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες, τράπεζες κ.λπ.) και στην Οικοδομή.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.

Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.

Και αυτή η κατεύθυνση - που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο - κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Λόγω της άρσης της "εμπιστοσύνης των πιστωτών", η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των "μνημονίων".
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων των "μνημονίων", θα είναι υποχρεωμένες – με τη "βοήθεια" των ευρωπαϊκών θεσμών - να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.

Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη

Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. 
Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά δε στην Ελλάδα, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».

Για να ξεφύγει η χώρα από τη μέγγενη των μνημονίων, από την φτωχοποίηση και το πολιτισμικό αδιέξοδο, καθώς και από την κατάθλιψη και την μεμψιμοιρία στην οποία έχει πέσει ο πληθυσμός της, θα χρειασθεί να αναπτερωθεί το ηθικό του μέσα και από μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση

Πρώτα όμως θα χρειασθεί:
  • Να αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης.
  • Να αρνηθούμε να συμμορφωθούμε με τα μέτρα που προώθησαν και θα προωθήσουν οι κυβερνήσεις, ώστε να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού. Καθώς επίσης να αρνηθούμε και τις διεθνείς και διατλαντικές συμφωνίες τύπου ΤΤΙΡ, CETA κ.λπ., που αποτελούν στην ουσία παγκόσμια μνημόνια.
  • Να αρνηθούμε την προτεινόμενη από την ευρωπαϊκή ελίτ «διάσωση» της Ελλάδας, που στην ουσία είναι διάσωση του χρεοκοπημένου τραπεζικού της συστήματος. Για αυτό θα χρειασθεί καταρχήν να γίνει κρατικοποίηση των τραπεζών που χρεοκοπούν και εκκαθάριση των ισολογισμών τους διαγράφοντας τα «τοξικά προϊόντα». Οι καταθέτες να εξασφαλίζονται στο ακέραιο και όλες οι υπόλοιπες υποχρεώσεις να διαγράφονται ή να ικανοποιούνται με ότι περισσεύει. Να μη γίνει καμιά κατάσχεση πρώτης κατοικίας. 
  • Ανασυγκρότηση της Κεντρικής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Τ.Α), με εθελούσια μετακίνηση προσωπικού από γραφειοκρατικές δομές σε υποδομές κοινωνικής-περιβαλλοντικής προστασίας-που σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτες-για ενίσχυση του κλάδου της Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας (Κ.ΑΛ.Ο). Οι ΟΤΑ-όπως φαίνεται από την περίπτωση των «χαρατσιών»- μπορούν να πιεσθούν να βοηθήσουν στη δημιουργία των θεσμών της. Θα είναι απαραίτητο φυσικά οι υπερτροφικοί καλλικρατικοί θεσμοί της σημερινής Τ.Α. να αλλάξουν και να υπάρξει επανασύσταση των χωρικών κοινοτήτων ως αυτοδιοικητικών μονάδων, επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων (που συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις γειτονιές που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους) και των διοικητικών περιφερειών σαν ομοσπονδίες δήμων.
  • Να απαιτήσουμε έκτακτα μέτρα εσόδων από τα υψηλά εισοδήματα για να στηριχθούν τα κλυδωνιζόμενα ασφαλιστικά ταμεία. Να προωθήσουμε και να αναβαθμίσουμε τα συλλογικά-κοινωνικά αγαθά (σιδηρόδρομος, ενέργεια, νερό, περιβάλλον, έρευνα-καινοτομία), ενάντια στην επιδιωκόμενη σημερινή ιδιωτικοποίησής τους, ώστε να λειτουργήσουν σαν παράλληλος «κοινωνικός μισθός», με στόχο να ξαναγίνει η ποιότητα ζωής δικαίωμα για όλους. Φορολογική μεταρρύθμιση με χαρακτήρα δικαιοσύνης και αναδιανομής, που θα χρησιμοποιεί τους φόρους και ως εργαλεία για ενθάρρυνση ή αποθάρρυνση δραστηριοτήτων ανάλογα με τις επιπτώσεις των τελευταίων στο περιβάλλον και την κοινωνία. 
Τα παραπάνω θα έπρεπε να προωθήσει σημερινή κυβέρνηση, αντί να διατυμπανίζει ότι με την «υλοποίηση της συμφωνίας» θα «έρθουν οι επενδύσεις και η ανάπτυξη» και άρα θα «μπορέσουμε να βγούμε ξανά στις αγορές» για νέα δάνεια, θα πρέπει να επανέλθει σε αυτό που έλεγε προεκλογικά: να βγάλει τη χώρα από τη σημερινή κρίση

Αλλά η ηγετική ομάδα του Σύριζα ξέχασε πολύ γρήγορα ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο ψηφίσθηκε ήταν ακριβώς αυτό. Να επεξεργασθεί και να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση!
Αντί να εγκαταλείψει τον διάλογο με την κοινωνία για τη διαμόρφωση αυτού του προγράμματος και να τον μεταφέρει αποκλειστικά στο κοινοβουλευτικό επίπεδο και τους «ευρωπαϊκούς θεσμούς» των πιστωτών μόνο, θα έπρεπε να τον εισάγει στο εσωτερικό της κοινωνίας, και στις τοπικές κοινωνίες, και εκεί να βρει «συνομιλητές».

Τώρα μιλάει μόνο με τους εξουσιαστές. 
Η εξουσία πολύ γρήγορα πήρε μαζί της σχεδόν όλα τα στελέχη της και τους έκανε όπως τους χρειάζεται αυτή, δηλαδή «αλαζόνες, ανάλγητους και ανερμάτιστους»[3]. Ο Σερζ Λατούς, όταν είχε έρθει στην Ελλάδα πριν γίνει κυβέρνηση ο Σύριζα και συναντήθηκε με τον Τσίπρα, δήλωσε σε σχετική ερώτηση (στην Εφημερίδα των Συντακτών) : «Ο Τσίπρας δε θα πάρει την εξουσία, θα τον πάρει η εξουσία». Πόσο δίκιο είχε!

Τελικά όλο το σημερινό πολιτικό προσωπικό, ανεξάρτητα από ποιο κόμμα έχει τοποθετηθεί στις θέσεις κλειδιά, προέρχεται από τους κρατικούς μηχανισμούς και σχεδόν από κείνους τους τομείς της οικονομίας ( ΔΕΚΟ, κατασκευές, τράπεζες, εμπόριο, τουρισμό), που είναι υπεύθυνοι για τη σημερινή κατάντια και αποτελούν μέρος του προβλήματος.
Το υπάρχον αυτό πολιτικό προσωπικό δε μπορεί να αντιληφθεί, να προτείνει και να διατυπώσει το απαραίτητο εκείνο πρόγραμμα που θα στηρίζεται στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και των περιφερειών της, ώστε να αφήσουμε πίσω την κρίση και να εξασφαλίσουμε την ευζωία των σημερινών και επόμενων γενιών με μετάβαση σε μετακαπιταλιστική κοινωνία. 

Και για αυτή τη μετάβαση δεν ενδιαφέρεται καν, γιατί ζει σε «άλλο τόπο». 
Ζει στο «παγκόσμιο εικονικό χωριό», στα πλαίσια των διάφορων «αγορών» και έχει εκπαιδευθεί να μιλά άλλη γλώσσα. 
Διαπραγματεύεται καινούργια δάνεια – μνημόνια, μέχρι να έρθει η μια από τα ίδια «ανάπτυξη» και η μέσω κατανάλωσης «ευημερία» με την είσοδό μας στις «Αγορές» (το α με κεφαλαίο). 
Ο σκοπός του είναι να μπορέσει πάλι να πάρει νέα δάνεια για να συντηρήσει τον παρασιτικό κρατικό μηχανισμό και κυρίως την κρατικοδίαιτη ελίτ (τράπεζες, εργολάβους, κρατικούς αξιωματούχους, ΜΜΕ, πολιτικό προσωπικό κλπ). Αυτό έχει μάθει και σε αυτό στηρίζεται και η σημερινή κυβέρνηση.

Αλλά αυτό δεν μπορεί και δε θα πρέπει πλέον να το αφήσουμε να συνεχισθεί. Τα κόμματα της εξουσίας, ενώ προεκλογικά τονίζουν ότι ο λαός μόνο μπορεί να μας βγάλει από την κρίση, όταν μπαίνουν στην κυβέρνηση φαίνεται ότι το ξεχνάνε.

Η Χώρα θα γίνει οικονομικά πραγματικά ελεύθερη, ανεξάρτητη και αυτάρκης σε μεγάλο βαθμό, τότε και μόνο τότε (αναγκαία και ικανή συνθήκη), αν η απαραίτητη ανοικοδόμηση γίνει από τα κάτω και από τους «από κάτω» του λαού της

Εδώ, στους «από κάτω», υπάρχουν αρκετά αξιόλογα πρόσωπα -αρκεί να

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ντέιβιντ Χάρβεϊ: "Δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο αν δεν αλλάξεις τις ιδέες σου!"



Διαβάζοντας τα βιβλία σας, αυτό που πραγματικά κάνει εντύπωση είναι πως δεν κάνετε μια στεγνή ανάλυση της κατάστασης, αλλά, παράλληλα, ψάχνετε και λύσεις. Τι είδους εργαλεία μπορούμε να δώσουμε στους ανθρώπους που, κατά έναν τρόπο, είναι παγιδευμένοι σε αυτό το σύστημα, ώστε να τους επιτρέψουμε να δώσουν νόημα στις δομές, στις φυσικές δομές μέσα στις οποίες ζουν, όπως η πόλη;

Δεν ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι οι ιδέες από μόνες τους μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά πιστεύω ότι δεν είναι δυνατόν να αλλάξεις τον κόσμο αν δεν αλλάξεις τις ιδέες σου. 

Έτσι, ένα από τα καθήκοντα που θα έθετα στη σημερινή κατάσταση, θα ήταν να προσπαθήσω να βοηθήσω τους ανθρώπους να αντιληφθούν τη φύση της κοινωνίας που παράγει έναν κόσμο δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και ματαίωσης. Το να προσπαθήσω να δώσω ένα πλαίσιο κατανόησης μέσα στο οποίο οι άνθρωποι να μπορούν να εντοπίσουν τη φύση του προβλήματος, αποτελεί για μένα ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής πάλης. 

Αυτό που βλέπουμε γύρω μας, αυτή τη στιγμή, είναι μια σειρά από παρανοήσεις. Έτσι, για παράδειγμα, αν υπάρχει δυσφορία, οφείλεται στους μετανάστες, ή στους φτωχούς, ή σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το κεφάλαιο. 
Και το κεφάλαιο έχει εξεζητημένους τρόπους να απομακρύνει τις πιέσεις από πάνω του και να τις μεταφέρει αλλού. Στο βαθμό που ελέγχει τα μίντια, την πολιτική, τη συζήτηση, είναι σε θέση να την γλιτώνει. 

Έτσι υπάρχει μια μεγάλη μάχη να δοθεί από όσους από εμάς ενδιαφέρονται να αλλάξουν τα πράγματα κόντρα σε αυτή την κατάσταση, να τα μετασχηματίσουν. Αυτό θα σήμαινε ακόμα και μια μάχη μέσα στα πανεπιστήμια, διότι στο εσωτερικό τους βλέπουμε, όλο και περισσότερο, να καταλαμβάνονται από ένα νεοφιλελεύθερο, επιχειρηματικό τρόπο σκέψης. Χρειαζόμαστε μια κριτική απέναντι σε αυτόν τον τρόπο σκέψης και πρέπει να δουλέψουμε προς αυτήν την κατεύθυνση. 

 Επίσης, πιστεύω ότι το κεφάλαιο δεν πρόκειται να αυτοκαταστραφεί. Υπάρχει μια στρεβλή σχολή σκέψης, σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ θεωρούσε ότι το κεφάλαιο θα πέσει σαν αποτέλεσμα των δικών του εσωτερικών αντιθέσεων. Δεν το πιστεύω αυτό καθόλου. Πιστεύω ότι πρέπει να πιεστεί, πως απαιτείται ισχυρή κοινωνική και πολιτική οργάνωση για να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε πορεία και να δώσουμε πνοή σε ένα επαναστατικό κίνημα που θα μετασχηματίσει την καθημερινή ζωή με έναν ριζοσπαστικό τρόπο και θα ξεριζώσει την πηγή και, μαζί της, πολλή από τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σήμερα.


Έτσι διαφοροποιήστε από την κλασική μαρξιστική οπτική, με την έννοια ότι δεν εστιάζετε μόνο στην παραγωγική σκοπιά, στην παραγωγή υπεραξίας, αλλά δίνετε σημασία και σε άλλες οπτικές που συνδέονται περισσότερο με την αστική ζωή.

Δέχομαι τη βασική ιδέα του Μαρξ ότι, δηλαδή, αξία παράγεται στην παραγωγή και πουθενά αλλού. Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο πού παράγεται η αξία και πού πραγματώνεται. Και αυτό που υποστήριξε ο Μαρξ, στο τέλος του πρώτου μέρους του Κεφαλαίου, ήταν ότι: Εάν ένας καπιταλιστής παράξει κάποιο προϊόν που κανείς δεν θέλει, κανείς δεν χρειάζεται ή επιθυμεί, τότε δεν έχει αξία. 

Γι’ αυτό και οι πολιτικές που διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι θέλουν, χρειάζονται και επιθυμούν τα προϊόντα είναι απόλυτα θεμελιώδεις για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. 

Πράγμα που σημαίνει ότι η ιστορία του καπιταλισμού έχει συνδεθεί στενά με τη δημιουργία, την αδιάκοπη δημιουργία, νέων αναγκών και επιθυμιών. Και φυσικά, αυτό έχει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο να καθοριστεί η σημασία της αστικής ζωής. 
Πρόκειται για την οργάνωση των επιθυμιών και των αναγκών. 
Και μάλιστα την οργάνωσή τους με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να μην έχουν επιλογή. 

Για παράδειγμα, μπορεί να μην χρειάζομαι ή να θέλω ένα αυτοκίνητο, αλλά αν το μόνο μέρος στο οποίο μπορώ να ζήσω είναι ένα προάστιο, τότε πρέπει να έχω ένα. Όχι μόνο πρέπει να έχω αυτοκίνητο, αλλά να θέλω να έχω και ένα συγκεκριμένο τύπο σπιτιού. 

Έτσι, όλο το στιλ ζωής έχει στην πραγματικότητα οριστεί, κι αυτό είναι σε συνέπεια με εκείνο που ο Μαρξ ονομάζει «ορθολογική κατανάλωση». Αυτό είναι ορθολογικό όχι απαραίτητα από τη σκοπιά των ανθρώπων, αλλά από εκείνην της συσσώρευσης κεφαλαίου.


Συνεπώς το να χτιστεί ένα κίνημα με αστικές ρίζες εκπληρώνει αυτό το επιχείρημα…

Επίσης, συμβαίνει αυτό το επιχείρημα να συναντιέται με όσα έθεσαν μεγάλοι αγώνες που ξέσπασαν σε όλον τον κόσμο τα τελευταία χρόνια. 

Τι ήταν το πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη; 
Ήταν ένας ξεσηκωμός της εργατικής τάξης ενάντια στους καπιταλιστές; 
Όχι, σχετιζόταν με την δυσφορία για την αστική ζωή. 

Και ο ξεσηκωμός στην Βραζιλία το 2013, περίπου την ίδια εποχή, όπου η μεγαλύτερη δυσφορία ήταν για την ποιότητα της αστικής ζωής. 

Αν προσέξει κανείς, τα μεγαλύτερα κινήματα δυσαρέσκειας των τελευταίων 15-20 χρόνων ξέσπασαν σε αστικούς χώρους. Και η Αριστερά χρειάζεται έναν τρόπο θεώρησης για τη φύση αυτής της δυσαρέσκειας, ώστε να τη συναντήσει με έναν ενοποιημένο τρόπο. Έτσι υπάρχει κάποια μορφή συσχέτισης ανάμεσα στο σημείο όπου οργανώνεται η παραγωγή και της οργάνωσης που περιβάλει την πραγμάτωση της αξίας.


Λέτε ότι το κεφάλαιο είναι σε καθοδική πορεία και σε σημείο καμπής. Επίσης λέτε ότι αυτές οι κυκλικές κρίσεις του κεφαλαίου είναι σημαντικές ευκαιρίες για τους αντικαπιταλιστικούς αγώνες. Τι θα μπορούσατε να πείτε για την επόμενη κρίση και τι θα έπρεπε να προσέξουμε για να προωθήσουμε αυτόν τον αγώνα;

Δεν έχω καμία ιδέα για το από πού θα έρθει η επόμενη κρίση. 

Ένα πράγμα που είναι αληθές για το κεφάλαιο σήμερα είναι ότι είναι πολύ ασταθές, όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Ποτέ δεν ξέρεις από πού θα έρθει η επόμενη κρίση. 

Αλλά προτίθεμαι να στοιχηματίσω ότι όποια κι αν είναι η κρίση, και με μια έννοια ήδη βρισκόμαστε κοντά της, θα υπάρχει πάντοτε μέσα της ένα στοιχείο που αποτελεί κομμάτι της αστικής ζωής. Πώς; 
Είτε θα πρόκειται για κάποιο βασικό συνθετικό στοιχείο είτε όχι, ποιος ξέρει; 
Θα μπορούσε να είναι μια περισσότερο γεωπολιτική κρίση. 
Ίσως ακόμα και να περιλαμβάνει στρατιωτικές αντιπαραθέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Αυτά τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν πολύ γρήγορα. 

Αλλά νομίζω ότι η Αριστερά πρέπει να έχει μια πολύ συνεκτική πολιτική αυτή τη στιγμή. 
Μια πολύ συνεκτική σκέψη. 
Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο. 

Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτό που βλέπουμε στην πολιτική, είναι μια πρόθεση στις μέρες μας να συλλογιστούμε επιλογές και πιθανότητες που δεν υπήρχαν πριν. 

Θα ήταν αδιανόητο πριν 5-6 χρόνια να έχουμε μια σημαντική προσωπικότητα, να περιτριγυρίζεται από τεράστια πλήθη και να λέει ότι στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε μια πολιτική επανάσταση στη χώρα. Την ίδια στιγμή, έχουμε τέτοιο κόσμο και στη Δεξιά, οπότε υπάρχει και μια δεξιά εκδοχή αυτού, νεοφασιστικά κινήματα υπάρχουν σε μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης. 

Έχουμε αυξανόμενη αυταρχικότητα σε πολλά σημεία του πλανήτη: Τουρκία και Βραζιλία, Αυστρία και Ουγγαρία και αλλού. Υπάρχουν πολλές δυσκολίες σήμερα. 

Αλλά η πολιτική πιστεύω ότι είναι νεκρή αυτή τη στιγμή, και έχουμε να δώσουμε μια μεγάλη μάχη για να επανανοηματοδοτήσουμε την ουσία της πολιτικής διεργασίας. Προσπαθώ να επιχειρηματολογήσω ότι πρέπει να έχουμε μια αντικαπιταλιστική στρατηγική. 

Είμαι μέρος μια πολύ μικρής μειονότητας, μα αυτό δεν με εμποδίζει να επιχειρηματολογώ. 
Αλλά πιστεύω ότι όλο και περισσότερος κόσμος βλέπει ότι το κεφάλαιο δεν διανέμει τα αγαθά με τον τρόπο που θα έπρεπε. 
Ότι τα είδη των δουλειών που είναι διαθέσιμες, όταν είναι διαθέσιμες, είναι σκατοδουλειές, ότι ο τρόπος ζωής στις πόλεις γίνεται αφόρητος. 
Όλο και περισσότερο μποτιλιάρισμα. 
Όλο και περισσότερη δυσκολία μετακίνησης, όλο και περισσότερη μόλυνση. Υπάρχει πολύ δυσφορία. 

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτά πρέπει να κατοχυρωθούν. 

Το πιστεύω αυτό, στο βαθμό εκείνο που οι άνθρωποι αρχίζουν να ρωτούν γιατί όλη αυτή η δυσφορία εν μέσω όλων αυτών των τεχνολογικών δυνατοτήτων. 

Και εν μέσω όλων αυτών των συναρπαστικών πιθανοτήτων, γιατί δεν οργανώνουμε τα πράγματα με έναν τρόπο που να προσφέρει αξιοπρεπή ζωή και αξιοπρεπές περιβάλλον για τη ζωή της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού; 

Αυτή η απλή ερώτηση θεωρώ ότι μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στο να κάνουν πολιτικά κάτι εντελώς διαφορετικό.


Τη συνέντευξη πήραν οι Ιμρέ Αζέμ και Γκαγιέ Γκιουνάι.

Πηγή e-dromos από το Express Magazine


Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Όροι και προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός ενδογενούς παραγωγικού σχεδίου



του Αλέξανδρου Οικονομίδη, επιχειρηματία


Διανύουμε τον όγδοο χρόνο συνεχούς φτωχοποίησης του ελληνικού λαού ως αποτέλεσμα των συνεχών αδιέξοδων πολιτικών. Η σημερινή κυβέρνηση πολύ γρήγορα ξέχασε, ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο ο λαός την εμπιστεύθηκε, ήταν να βγάλει την χώρα από την κρίση. Επέλεξε να εγκαταλείψει τον όποιο διάλογο μαζί με την κοινωνία, και να τον μεταφέρει αποκλειστικά στο κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Έτσι έπαψαν πλέον να υπάρχουν ως "συνομιλητές" στο εσωτερικό της κοινωνίας. Μιλάει μόνο η εξουσία. Εξουσία που πολύ γρήγορα τους κρατικοποίησε και τους έκανε αλαζόνες, ανάλγητους και ανερμάτιστους.

Αυτό όμως δεν έγινε τυχαία. Τα στελέχη που συμμετέχουν σήμερα στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα προέρχονται είτε από τον κρατικό μηχανισμό, είτε είναι χρόνια μισθοδοτούμενα κομματικά μέλη, είτε από τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστικούς φορείς, κυρίως των ΔΕΚΟ, αποκομμένοι ουσιαστικά από το αντικείμενο της εργασίας τους. Τελικά το σύνολο του σημερινού πολιτικού προσωπικού προέρχεται από τους αποκαλούμενους διεθνώς προστατευόμενους τομείς της οικονομίας (κράτος, εκπαίδευση, κατασκευές, τράπεζες, εμπόριο και λοιπές υπηρεσίες). Δηλαδή ακριβώς από τους τομείς οι οποίοι κατέστρεψαν και συνεχίζουν να καταστρέφουν την ελληνική οικονομία. Αυτοί που είναι μέρος του προβλήματος.

Το πολιτικό αυτό προσωπικό είναι πρακτικά αδύνατον να αντιληφθεί και να διατυπώσει μια συγκεκριμένη ανάλυση - αιτιολόγηση - αποσαφήνιση της σημερινής ελληνικής και διεθνούς παραγωγικής πραγματικότητας, προκειμένου να προτείνει ένα πρόγραμμα που να εδράζεται στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες αυτού του τόπου.

Στο κάτω -κάτω είναι πολύ αμφίβολο αν τους ενδιαφέρει καν! Ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν. Αρκούνται να διαπραγματεύονται για καινούργια δάνεια - μνημόνια μέχρι την έλευση του Παραδείσου, που δεν είναι άλλος γι' αυτούς από την είσοδό μας στις Αγορές. Ο σκοπός είναι να μπορέσουν πάλι να πάρουν νέα δάνεια προκειμένου να συντηρήσουν όλον αυτόν τον παρασιτικό κρατικό μηχανισμό και τους διαφόρους συγκατανευσιφάγους τους (τράπεζες, εργολάβους, κρατικούς αξιωματούχους, ΜΜΕ, πολιτικό προσωπικό κλπ).

Ο λόγος είναι πολύ απλός: Αν θέλανε να συγκροτήσουν στην πραγματικότητα ένα τέτοιο σχέδιο, τότε θα έπρεπε να αναγνωρίσουν όχι μόνο σαν βασικούς συνομιλητές τους αλλά και σαν καθοδηγητές τους, όλους αυτούς που μπορούν να το στηρίξουν, να το κάνουν προσωπικό τους ζήτημα, σηκώνοντας κυριολεκτικά στην πλάτη τους αυτό το τιτάνιο έργο της εξόδου της χώρας μας από την κρίση, μέσα σε συνθήκες επιβαλλόμενης παγκοσμιοποίησης και επικείμενης διάλυσης της Ευρωζώνης.

Ένα τέτοιο σχέδιο είναι αδύνατο να δημιουργηθεί μέσα σε γραφεία από οιουσδήποτε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς (αριστερούς ή δεξιούς) ως δια μαγείας, στο όνομα της κοινωνίας αλλά με απούσα αυτήν, είναι αδύνατο να συμβεί χωρίς την αληθινή αφύπνιση και συμμετοχή της ιδίας της κοινωνίας, και η ίδια η κοινωνία είναι αδύνατο να συμμετέχει αν δεν διαθέτει σαφέστατη συγκεκριμένη ανάλυση του πραγματικού ζητήματος, των αληθινών προοπτικών που ανοίγονται και της πραγματικής υποκειμενικής της δυνατότητας να συνεισφέρει στη λύση, όχι απλά σαν ψηφοφόρος αλλά κυρίως σαν ενεργό κοινωνικό και παραγωγικό υποκείμενο.

Ένα τέτοιο σχέδιο έχει πιθανότητα και δυνατότητα να συμβεί, μόνο αν ανακτηθεί η αυτοεκτίμηση του ελληνικού λαού στην πράξη, μέσα από μια πραγματική ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, με την ουσιαστική συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας. Το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα της χώρας, δεν είναι άλλο από τη δυνατότητά της να ξαναβρεί την παραγωγική της ταυτότητα.

Η παραγωγή όμως μιας χώρας δεν είναι μόνο πρόβλημα οικονομικό, είναι πρόβλημα κοινωνικής συνοχής, πρόβλημα θεσμών, είναι πρόβλημα λειτουργίας του κράτους.

Ποια είναι αυτή η Στρατηγική για την ελληνική οικονομία;
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ορίσουμε είναι το εξής:
  • Θέλουμε μια ανάπτυξη τύπου «Μπαχάμες» βασιζόμενη ουσιαστικά στις ξένες επενδύσεις;
  • ή, μια ανάπτυξη που βασίζεται στην Εγχώρια παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας;
Αυτό τουλάχιστον πρέπει να απαντηθεί. Ο αρχικός αυτός προσδιορισμός είναι απολύτως κρίσιμος για την περαιτέρω ανάπτυξη του οιοδήποτε αναπτυξιακού σχεδίου. Είναι εντελώς διαφορετικές οι εργασιακές σχέσεις και η φορολογική πολιτική που ισχύουν στην περίπτωση ανάπτυξης τύπου Μπαχάμες και εντελώς διαφορετικές στην περίπτωση Ενδογενούς Ανάπτυξης.

Αν όμως θέλουμε μια ανάπτυξη που να βασίζεται στη δεύτερη επιλογή, τότε πρέπει τουλάχιστον να απαντηθούν τα εξής απλά ερωτήματα:
  • Τι μπορούμε να παράγουμε καλά σήμερα σε αυτόν τον τόπον;
  • Τι θέση μπορεί να έχει το προϊόν αυτό στις διεθνείς αγορές σήμερα;
  • Ποιοι είναι αυτοί που θα παράγουν;και
  • Ποια είναι αυτά που τους εμποδίζουν να παράγουν αυτό το προϊόν;
  • Ποιες είναι οι ανάγκες τους σήμερα;
  • Τι συμβαίνει στα αλήθεια οι Γερμανοί είναι καλύτεροι απο εμάς στην παραγωγή σύνθετων προϊόντων ή απλώς δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά, μια και οι ίδιοι έχουν επιβάλλει τις προδιαγραφές τους που αποκλείουν την δυνατότητά μας να εξάγουμε.
  • Μήπως θα έπρεπε να αντεπιτεθούμε δημιουργώντας τις δικές μας προδιαγραφές αρχίζοντας τουλάχιστον από τις κρατικές προμήθειες και φθάνοντας στις εξαγωγές;
  • Είναι πλέον γνωστό ότι οι τράπεζες μας είναι πτωχευμένες, το δε κράτος επίσης. Μήπως αντί να ψάχνουμε για καινούργια λεφτά και δάνεια, θα έπρεπε να αρχίσουμε εξαλείφοντας όλα τα άδικα κόστη που επιβαρύνουν σήμερα τον παραγωγικό ιστό; Δεν θέλουμε άλλα δάνεια για να πληρώνουμε την θηλιά στο λαιμό μας!
  • Θέλουμε επενδύσεις έτσι γενικά και αν όχι τελικά ποιες;
  • Με ποιον τρόπο μπορεί να συμβεί μια ουσιαστική αποκέντρωση;
  • Πώς είναι δυνατόν να ενισχυθεί στην πράξη η ανάπτυξη προϊόντων με μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία, τη στιγμή που λεφτά δεν υπάρχουν;
  • Τα παραγόμενα προϊόντα πρέπει να απευθύνονται βασικά στην κάλυψη των εσωτερικών αναγκών ή στις εξαγωγές και πώς μπορεί να συμβεί αυτό;
  • Ποιες είναι οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, προκειμένου όλα αυτά να μπορούν να συμβούν; και τελικά,
  • Τι πρέπει να αλλάξει στη δομή και τη λειτουργία του κράτους, προκειμένω αυτά να μπορούν να υλοποιηθούν;
Όλα τα σημερινά πολιτικά κόμματα προβάλλουν δογματικά συνθήματα - ταμπέλες, του τύπου:
  • Μέσα ή έξω από το ευρώ;
  • Μέσα ή έξω από την Ευρωζώνη;
  • Μέσα ή έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
  • Ναι ή όχι στο χρέος;
Για να απαντήσεις όμως σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει πρώτα να έχεις δημιουργήσει ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, το οποίο αφού έχει τεθεί και το έχει ήδη αποδεχθεί η κοινωνία, παραμένει σε συνεχή διαβούλευση και επικαιροποίηση με αυτήν και τους παραγωγικούς φορείς. Αυτή και μόνη η έλλειψη συγκροτημένου σαφούς σχεδίου και στρατηγικής, πόσο μάλλον Ενδογενούς Εθνικής Στρατηγικής, συνιστά εκ των πραγμάτων την αποδοχή της στρατηγικής των όποιων ξένων κέντρων έχουν σήμερα τη δύναμη να παρεμβαίνουν στον γεωπολιτικό μας χώρο.




Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Καταγγελία: Είμαι η Άνεκε Λουκάς και ήμουν ανήλικη σκλάβα του σεξ της ευρωπαϊκής ελίτ

Ζούμε σε μια κουλτούρα βιασμού!




"Μοιράζομαι την εμπειρία μου δημόσια εδώ για πρώτη φορά, έχοντας φτάσει σε ένα σημείο στη θεραπεία μου όπου έχω πρόσβαση ξανά στη δύναμη που είχα εκείνες τις στιγμές διαύγειας στο δίκτυο. Επίσης πιστεύω πως ο κόσμος είναι πιο έτοιμος από ποτέ να αντιμετωπίσει το σκοτάδι του. Πρέπει να το κάνουμε, αν είναι να επιβιώσουμε ως είδος"

Η Άνεκε Λουκάς, συγγραφέας και ιδρύτρια του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Liberation Prison Yoga, καταγγέλλει, στο πλαίσιο του αφιερώματος της οργάνωσης Global Citizen "Real Women, Real Stories", την σεξουαλική κακοποίησή που υπέστη όταν ήταν ακόμη 6 ετών. Η μητέρα της την είχε μετατρέψει σε σκλάβα του σεξ και την εξέδιδε σε πρόσωπα της ευρωπαϊκής ελίτ (υπουργοί, ευρωπαίοι ηγέτες, ακόμη και μέλος βασιλικής οικογένειας).

Όπως αποκαλύπτει από μικρή ηλικία στην πατρίδα της στο Βέλγιο την ανάγκασαν να μετατραπεί σε σκλάβα του σεξ. "Η μητέρα μου με εξέδιδε οπουδήποτε. Επικεφαλής του δικτύου παιδεραστίας ήταν ένας Βέλγος υπουργός. Όλοι οι πελάτες ήταν μέλη της ελίτ. Αναγνώρισα ανθρώπους από την τηλεόραση", αναφέρει και συνεχίζει:

"Τα πρόσωπά τους ήταν γνωστά στον κόσμο και εγώ ήμουν αντιμέτωπη με τη σκοτεινή πλευρά του εθισμού τους για δύναμη, μια πλευρά που κανείς δεν θα πίστευε πως υπήρχε. Ήρθα αντιμέτωπη με VIP πρόσωπα, αρχηγούς ευρωπαϊκών κρατών ακόμη και μέλος βασιλικής οικογένειας.

Περίπου κοντά στα έκτα γενέθλιά μου, το 1969, συμμετείχα για πρώτη φορά σε ένα όργιο σε ένα κάστρο. Με χρησιμοποίησαν για ένα σαδομαζοχιστικό σόου σε μια χαμηλή σκηνή. Ήμουν αλυσοδεμένη με ένα σιδερένιο κολάρο σκύλου και με έκαναν να φάω ανθρώπινα κόπρανα. Μετά με άφησαν εκεί σαν διαλυμένο αντικείμενο. Ένιωσα τόσο ταπεινωμένη. Έπρεπε να κάνω κάτι για να σώσω την ψυχή μου ή αλλιώς - και το ήξερα αυτό σίγουρα - θα είχα πεθάνει.

Σηκώθηκαν όρια και στάθηκα κοιτάζοντας αυτό το αλλόκοτο πλήθος αριστοκρατών που ήταν ντυμένοι χίπιδες και χόρευαν με τη μουσική σε διάφορα στάδια σεξουαλικής αλληλεπίδρασης, ενώ κατανάλωναν χάπια και έτοιμα τσιγαριλίκια που τους έφερναν σε ασημένιους δίσκους σερβιτόροι.

Έτρεμα από το φόβο αλλά το σώμα μου έμενε όρθιο, σταθερό, όπως το τόξο πριν ρίξει το βέλος και άκουσα τη φωνή μου, σαν να μην ήταν δικιά μου, να επιπλήττει όλους αυτούς τους ενήλικες και να τους λέει πως όλα αυτά ήταν λάθος και πως θα μιλούσα και θα πήγαιναν όλοι τους φυλακή.

Οι περισσότεροι δεν μου έδωσαν σημασία. Είδα όμως έναν άνδρα, που φορούσε κοστούμι, να με κοιτάζει. Με κοίταξε φοβισμένος, κράτησε για λίγο το βλέμμα του επάνω μου και φάνηκε να με νιώθει. Στη συνέχεια έφυγε. Ποτέ δεν το ξαναείδα στο δίκτυο. Όμως χρόνια αργότερα τον είδα στην τηλεόραση. Έγινε ένας εξέχων πολιτικός του Βελγίου. Με απομάκρυναν και με έβαλαν σε ένα κελάρι. Ήμουν σίγουρη εκείνη τη στιγμή πως θα με σκότωναν. Όμως αντί για αυτό μου έδειξαν έναν άλλο νεκρό λέγοντάς μου πως θα πρέπει να σιωπήσω".

[…]

"Στο σχολείο ήμουν ανύπαρκτη και στο σπίτι κανείς δεν νοιαζόταν για εμένα. Περισσότερο με πρόσεχαν στο δίκτυο. Ήταν ωραίο που ισχυροί άνθρωποι με έβλεπαν ως το πιο τέλειο, όμορφο, αισθησιακό αντικείμενο. Αυτό ήταν το μόνο που έβρισκα ως θετικό στη ζωή μου και στηρίχθηκα από αυτό σαν μια σχεδία που με έσωζε από τον πνιγμό σε μια θάλασσα ντροπής και αυτοαπέχθειας.

Μετά από τέσσερα χρόνια στο δίκτυο, όταν πλέον είχαν φτάσει 10 χρονών, ένας νέος πελάτης έφερε μαζί του τον 20χρονο γιο του. Ψηλός, ξανθός με γαλανά μάτια. Αυτός με τόλμη προχώρησε προς το μέρος μου. Του χαμογέλασα και με αποκάλεσε “μικρή πόρνη”. Από την πρώτη φορά που με είχαν πάει σε όργιο, πριν από τέσσερα χρόνια, δεν είχα εκφράσει ξανά τα συναισθήματά μου. Έγινα έξαλλη: “Νομίζεις πως μου αρέσει εδώ;”, του είπα".

Εκείνη η χρονιά που ακολούθησε ήταν και αυτή που ένιωσα πως με αγάπησαν και με κατανόησαν περισσότερο από ποτέ. Αλλά ταυτόχρονα ήταν και η χρονιά που κακοποίησαν περισσότερο από ποτέ. Όλα από τον ίδιο νεαρό άνδρα. "Ένα χρόνο μετά, όταν πλέον είχε τελειώσει μαζί μου, ήμουν άχρηστη για τον ίδιο και το δίκτυο. Έπρεπε να με σκοτώσουν. Όταν το βασανιστήριό μου άρχισε αυτός με κοιτούσε γελώντας".

[…]

Όπως διηγείται την οδήγησαν σε ένα μικρό δωμάτιο, την έδεσαν πάνω σε ένα πάγκο χασάπη και έσβηναν τσιγάρα στο σώμα της . "Ο άνθρωπος που με βασάνισε ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στην περιβόητη υπόθεση Ντιτρού, η οποία όταν αποκαλύφθηκε το 1996 θεωρήθηκε πως θα τίναζε στον αέρα το βελγικό δίκτυο παιδεραστών. Αντί αυτού, οκτώ χρόνια αργότερα, ο μόνος άνθρωπος που καταδικάστηκε ήταν η Μαρκ Ντιτρού. Θα έπρεπε να είχα πεθάνει εκείνο το βράδυ του 1974 στον πάγκο του χασάπη. Αλλά η ζωή μου σώθηκε την τελευταία στιγμή. Ο νεαρός διαπραγματεύτηκε με τον πολιτικό που ήταν υπεύθυνος του δίκτυο και έκανε μια συμφωνία. Θα του προσέφερε τις σκιώδεις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα τη ζωή μου. Αυτή ήταν μια καλή πράξη που τελικά του κόστισε τη ζωή. Σε αυτόν τον χώρο κάθε ίχνος ανθρωπιάς αποτελεί μια θανάσιμη αδυναμία".




[…]

"Μοιράζομαι την εμπειρία μου δημόσια εδώ για πρώτη φορά, έχοντας φτάσει σε ένα σημείο στη θεραπεία μου όπου έχω πρόσβαση ξανά στη δύναμη που είχα εκείνες τις στιγμές διαύγειας στο δίκτυο. Επίσης πιστεύω πως ο κόσμος είναι πιο έτοιμος από ποτέ να αντιμετωπίσει το σκοτάδι του. Πρέπει να το κάνουμε, αν είναι να επιβιώσουμε ως είδος".



πηγή κειμένου tvxs

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Τι είναι η συμμετοχική οικονομία; Συνέντευξη με τον Μάικλ Άλμπερτ


Η συμμετοχική οικονομία έχει προταθεί εδώ και καιρό ως μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και τον συγκεντρωτικό σχεδιασμό. Παραμένει, ωστόσο, μια παρεξηγημένη έννοια και συνεχίζει να βρίσκει αντίθετους μερικούς καπιταλιστές και αντικαπιταλιστές. Τι ακριβώς είναι η "συμμετοχική οικονομία" λοιπόν και πώς σχετίζεται με το σοσιαλιστικό όραμα μιας αταξικής κοινωνίας;

Σε αυτήν τη συνέντευξη, ο Μάικλ Άλμπερτ, ιδρυτής του Ζ Magazine και ένας από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του κινήματος προς την κατεύθυνση μιας "συμμετοχικής κοινωνίας" απαντά σε καίρια ερωτήματα σχετικά με τον καπιταλισμό, τον σοσιαλισμό και τις συνέπειες μιας συμμετοχικής οικονομίας.

Συνέντευξη στον Χρόνη Πολυχρονίου / πηγή thepressproject

Χ. Πολυχρονίου: Οποιαδήποτε συζήτηση για τα οικονομικά συστήματα περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από δύο φαινομενικά αντίθετους πόλους, τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα όμως, οι περισσότερες από τις υπαρκτές οικονομίες στον σύγχρονο κόσμο έχουν λειτουργήσει ως «μικτές οικονομίες». Όπως και να έχει όμως, πώς αντιλαμβάνεστε τον καπιταλισμό και ποια είναι τα διακριτικά χαρακτηριστικά του σοσιαλισμού;

Μάικλ Άλμπερτ: Ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο οι άνθρωποι κατέχουν εργασιακούς χώρους και πόρους, οι εργαζόμενοι απασχολούνται μέσω της καταβολής μισθών για να υπάρχει παραγωγή και κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται η κατανομή της αγοράς ως τρόπος διαμεσολάβησης για τη διασπορά της παραγωγής. Συνήθως επίσης, και θα έλεγα αναπόφευκτα, αν υπάρχουν τα δύο πρώτα χαρακτηριστικά, θα υπάρχει επίσης αυτό που εγώ αποκαλώ εταιρικό καταμερισμό της εργασίας, στην οποία περίπου το 80 τοις εκατό του εργατικού δυναμικού κάνει κυρίως με μηχανιστικά και μέσω της υπακοής αποδυναμωτικές εργασίες και το άλλο 20 τοις εκατό μονοπωλεί τις ενδυναμωτικές εργασίες. Το εισόδημα θα είναι μια συνάρτηση της ιδιοκτησίας και της διαπραγματευτικής ισχύος.

Κατά την άποψή μου, υπάρχουν, έτσι, τρεις κύριες τάξεις στον καπιταλισμό: μια εργατική τάξη που κάνει το αποδυναμωτικό έργο, [του οποίου τα μέλη] έχουν χαμηλά εισοδήματα και σχεδόν καμία επιρροή, μια καπιταλιστική τάξη που απασχολεί τους εργαζόμενους, πουλάει το προϊόν και προσπαθεί να αποκομίσει κέρδη και η οποία, λόγω των κερδών αυτών, απολαμβάνει τεράστιο πλούτο και κυρίαρχη δύναμη και μια τάξη συντονισμού που βρίσκεται μεταξύ των άλλων δύο, κάνει τη δουλειά της ενδυνάμωσης και λόγω αυτού, έχει τη δύναμη να συγκεντρώσει υψηλά εισοδήματα και ουσιαστική επιρροή.

Ο σοσιαλισμός είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Για μερικούς είναι μια οικονομία στην οποία αυτοί που παράγουν αποφασίζουν για όλα τα αποτελέσματα, γι' αυτό είναι αταξική ή, αν θέλετε, έχει μόνο μία τάξη, τους εργαζόμενους, οι οποίοι βρίσκονται στην ίδια γενικά οικονομική κατάσταση. Για άλλους, ο σοσιαλισμός είναι μια κοινωνία με μια πολιτεία που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα οικονομικά αποτελέσματα για λογαριασμό του δημοσίου, ακόμη και ενώ οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να αποκομίζουν κέρδη. Ακόμα, για άλλους, ο σοσιαλισμός είναι μια οικονομία που βρίσκεται στη δημόσια ή κρατική ιδιοκτησία σε συνδυασμό με συγκεντρωτικό σχεδιασμό ή με αγορές για καταμερισμό.

Νομίζω ότι αυτό το τελευταίο είναι και αυτό που έχει υπάρξει στην πράξη ο σοσιαλισμός, παρουσιάζοντας μαζί έναν εταιρικό καταμερισμό της εργασίας που προκύπτει αναπόφευκτα λόγω των μορφών της κατανομής του αλλά και προτιμάται, σε συνδυασμό με ένα αυταρχικό πολίτευμα. Ωστόσο, καλώ αυτό το είδος της οικονομίας «συντονιστικό» για τον σαφή και προφανή λόγο ότι οι θεσμοί της αποκλείουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά τοποθετούν το 20 τοις εκατό της κατηγορίας των συντονιστών σε κυρίαρχη θέση. Τέλος με το παλιό αφεντικό: τον ιδιοκτήτη, την καπιταλιστική τάξη. Η αρχή του νέου αφεντικού: οι διευθυντές, οι γιατροί, οι δικηγόροι και ούτω καθεξής, η κατηγορία των συντονιστών.

Έτσι, αν σας αρέσει ο σοσιαλισμός γιατί ελπίζετε σε μια αταξικότητα, είναι πολύ πιθανό να έχετε σήμερα κατά νου κάποιο είδος οικονομίας ελεγχόμενη από τους εργαζομένους, αλλά συνήθως χωρίς κάποια διευκρίνιση για το τι θεσμοί μπορούν να το προσφέρουν αυτό.

Αν δεν σας αρέσει η ιδέα της πλήρους αταξικότητας- είτε φοβούμενοι ότι θα ήταν δυσλειτουργική ή επιθυμώντας να διατηρήσετε τα πλεονεκτήματα της συντονιστικής τάξης- όπως ο σοσιαλισμός, είναι πιθανό να έχετε κατά νου κάποια παραλλαγή στην κλασική μαρξιστική συντονιστική διατύπωση.

Εγώ προτιμώ την αταξικότητα- η οποία, στο μυαλό μου, είναι σαν να προτιμάς την ελευθερία από την υποτέλεια- αλλά βλέπω επίσης την ανάγκη για ένα θεσμικό όραμα που μπορεί να κάνει ουσιαστική την αταξικότητα, το οποίο είναι αυτό που η συμμετοχική οικονομία, ή αν προτιμάτε ο συμμετοχικός σοσιαλισμός, προσπαθεί να παράσχει.

Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» απέτυχε γιατί, σε μεγάλο βαθμό, ήταν ένα αυταρχικό πολιτικό σύστημα, η οικονομία κατευθύνονταν από τους ηγέτες και η κοινωνική και πολιτιστική ελευθερία υπαγορευόταν από το απαράτσικ κόμμα. Κατά τη γνώμη σας, μπορούσε αυτό το σύστημα να διασωθεί ή η κατάρρευσή του ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία;

Το δεύτερο, αλλά θα ήθελα να ξεκαθαρίσω λίγο την εικόνα.

Δεν νομίζω ότι η οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν εντάξει και, για παράδειγμα, έγινε μη αποδεκτή από ένα καταπιεστικό ή αυταρχικό κράτος. Νομίζω ότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ή «ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα» ή ο σοσιαλισμός όπως περιγράφεται σε σχεδόν κάθε σοβαρή επιστημονική παρουσίαση που ξεπερνάει τα απλά θετικά επίθετα, περιλαμβάνει είτε αγορές (μερικές φορές) ή τον κεντρικό σχεδιασμό (πιο συχνά), έναν εταιρικό καταμερισμό της εργασίας, την αμοιβή για την παραγωγή ή για τη διαπραγματευτική ισχύ και κάποια άλλα, λιγότερο κρίσιμα οικονομικά χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια, σε μια πραγματική χώρα, θα πρέπει φυσικά να είναι παράλληλα συνδεδεμένο με ένα πολιτικό σύστημα, οικογενειακές ρυθμίσεις, πολιτιστικά ιδρύματα και ούτω καθεξής.

Και ναι, αυτά τα τελευταία θα πρέπει όλα να είναι τουλάχιστον συμβατά με τα οικονομικά στοιχεία, αλλιώς η κοινωνία θα είναι σε αναταραχή και μία πολιτική διευθέτηση σε έντονη συμφωνία με έναν κεντρικό σχεδιασμό του μοντέλου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είναι μια αυταρχική κυβέρνηση.

Έτσι, η καλύτερη μορφή αυτού του σοσιαλισμού θα ήταν η κατανομή της αγοράς, η δημόσια ιδιοκτησία και μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Η χειρότερη μορφή θα ήταν μια κεντρικά σχεδιασμένη κατανομή, η κρατική ιδιοκτησία και μια αυταρχική κυβέρνηση ή μια ολοκληρωτική δικτατορία. Αλλά και πάλι, το οικονομικό πρόβλημα αυτών των δύο επιλογών δεν είναι ότι πρόκειται για ουδέτερο ή καλό και γίνεται κακό μόνο μέσω της επιβολής άλλων οργάνων. Οι οικονομικές πτυχές του ζητήματος είναι εγγενώς κακές. Έχουν περισσότερο ανυψώσει εγγενώς μια συντονιστική τάξη πάνω από τους εργαζόμενους, παρά έχουν δημιουργήσει αταξικότητα.

Σε κάθε σύγχρονη συζήτηση για εναλλακτικά οικονομικά συστήματα, δίνεται σημαντική έμφαση στην ανάγκη για συμμετοχική οικονομία. Τι ακριβώς είναι η συμμετοχική οικονομία και ταιριάζει τόσο στο πλαίσιο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού;
Η συμμετοχική οικονομία προτείνει μόνο μερικούς βασικούς θεσμούς για έναν νέο τρόπο λειτουργίας της οικονομίας. Ξεκινά με συμβούλια εργατών και πελατών ως όργανα λήψης αποφάσεων και υποστηρίζει την ιδέα ότι ο κάθε συμμετέχων στην οικονομική ζωή θα πρέπει να έχει λόγο πάνω στα ...

η συνέχεια εδώ

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Simone Weil: μερικές σκόρπιες σκέψεις πάνω στο πορτραίτο της "αγίας" των φιλοσόφων


Michael Theodosiadis

Το έργο της Γαλλίδας φιλοσόφου Simone Weil, πάνω στο οποίο γίνεται αναφορά σε αρκετές από τις προηγούμενες αναρτήσεις, παραμένει άγνωστο μέσα στους πολιτικούς χώρους των κυρίαρχων τάσεων και ιδεολογικών ρευμάτων. Στο άρθρο αυτό θα συζητηθεί συνοπτικά η προσφορά του στη σημερινή πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, θα δούμε πώς μια κοινωνιολογική προσέγγιση στη σκέψη της Weil μπορεί να συνεισφέρει στην αναζήτηση καίριων απαντήσεων πάνω σε μια σειρά από επίκαιρα ζητήματα – όπως η παγκοσμιοποίηση και η απώλεια της κοινωνικής μνήμης (δηλαδή των παραδοσιακών αξιών που έχουν καθολική ισχύ σε μια κοινωνία), η μετανάστευση και ο ξεριζωμός, ο θεσμός της πολιτικής αντιπροσώπευσης και τέλος, η ίδια η ύπαρξη των πολιτικών κομμάτων -, αφήνοντας πίσω τα αδιέξοδα των βασικών πολιτικών τάσεων της εποχής μας, κυρίως του οικονομικού (και πολιτικού) φιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας (και της εξάρτησης από το «θεραπευτικό» κράτος, κατά τα λόγια του Αμερικανού φιλοσόφου Christopher Lasch). Ταυτόχρονα, θα δούμε πώς η σκέψη της Weil μπορεί να συμβάλει στην εύρεση νέων προταγμάτων και εναλλακτικών επιλογών, πέρα από τα ψευδή διλήμματα που θέτουν τα δύο κυρίαρχα ρεύματα, όπως ο εθνορομαντισμός της αναδυόμενης λαϊκιστικής δεξιάς και ο φιλελεύθερος τεχνοκρατικός κοσμοπολιτισμός.

Προσωπογραφία
Ως γνωστό, μερικές από τις βασικές επιρροές της Γαλλίδας Φιλοσόφου είναι ο μοντέρνος Πλατωνισμός καθώς και ο Χριστιανισμός. Σε ό,τι έχει να κάνει με την δεύτερη αναφορά θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: η Weil δεν υιοθετεί τον Χριστιανισμό κάτω από κάποιο ετερόνομο πρίσμα. Με άλλα λόγια, σε κανένα σημείο του έργου της δεν κάνει λόγο για την ανάγκη θέσμισης της κοινωνίας βάσει κάποιων θρησκευτικών κανόνων οι οποίοι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ή να αναιρεθούν, λόγω της εξωκοινωνικής/θεϊκής τους προέλευσης. Αντιθέτως, η στροφή της προς τον Χριστιανισμό (κυρίως κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού στην Πορτογαλία το 1937, και πιο συγκεκριμένα, στην εκκλησία όπου ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης συνήθιζε να πηγαίνει μερικούς αιώνες πριν) έχει να κάνει περισσότερο με έναν βαθύτατο συναισθηματισμό (σαν αυτόν που συναντά κανείς στον νεορομαντικό λυρισμό της Μαρίας Πολυδούρη), παρά με την υποτιθέμενη ανάγκη των ανθρώπων να υπακούν τυφλά σε κάποιες αναντίρρητες θεϊκές εντολές, βγαλμένες μέσα από τα Χριστιανικά κείμενα. Παρομοίως και οι Πλατωνικές επιρροές της Weil αφορούν περισσότερο τον ανθρώπινο ψυχισμό και την συνείδηση του πόνου, αντί να αναπαράγουν τον ελιτισμό της «ιδανικής πολιτείας», τουτέστιν, την ανάγκη ανάθεσης της πολιτικής στους «ειδήμονες». Μήτε η Weil συμμερίζεται την απέχθεια του Πλάτωνα προς τη δημοκρατία, ένα πολίτευμα που (για τον ίδιο) διεγείρει τις «απαίδευτες μάζες», οι οποίες (υποτίθεται) ρέπουν προς την αμετροέπεια. Αντιθέτως η Weil – που, εκτός των άλλων, είχε συμμετάσχει εθελοντικά στο αγώνα των αναρχικών (και πιο συγκεκριμένα στη Φάλαγγα του Ντουρούτι) εναντίον του Φρανκικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου – θα απέρριπτε κάθε είδους τεχνοκρατία ή εξουσία βασισμένη σε μία μόνο «αλάνθαστη» οικονομική ή πολιτική θεωρία. Για τη Weil η αλήθεια που πρέπει να αναζητήσουμε είναι ολιστική, αλλά πάνω απ’ όλα ηθική, βασισμένη στην έννοια της υποχρέωσης. Για παράδειγμα, όπως όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να μην αποσκοπούμε στην εξασφάλιση της δικής μας υπεραφθονίας, στερώντας έτσι αναγκαίους πόρους από άλλους ανθρώπους, προκαλώντας πείνα και εξαθλίωση, το ίδιο ισχύει και για το σύνολο όλων των υποχρεώσεων μας που αντιστοιχεί στην κάλυψη ζωτικής σημασίας υλικών αλλά και ψυχικών αναγκών.

Επιπλέον, η Γαλλίδα
φιλόσοφος
απορρίπτει εξ’ ολοκλήρου τα πολιτικά κόμματα. Η ίδια πίστευε ότι τα μαζικά κόμματα «δολοφονούν» την αίσθηση τη αλήθειας και της δικαιοσύνης, χτίζοντας την πολιτική τους βάση πάνω στα «συλλογικά πάθη». Ως εκ τούτου, τα μέλη τους αδυνατούν να διαυγάσουν την κοινωνική πραγματικότητα από μόνα τους, ανάγοντας το καθετί
στην κοσμοθεωρία που η εκάστοτε παράταξη προωθεί ως απόλυτη γνώση [1]. Έτσι, η Weil κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «αν ήταν να ανατεθεί η οργάνωση της δημόσιας ζωής στον διάβολο, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να επινοήσει έναν πιο έξυπνο μηχανισμό» (από αυτόν του κόμματος ή και της οργανωμένης θρησκείας) [2]. Όπως, λοιπόν, τα κόμματα (μαζί και τα αυστηρά δομημένα και άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα), συνιστούν εμπόδιο στην αναζήτηση της αλήθειας, με τον ίδιο περιοριστικό τρόπο λειτουργούν τα θρησκευτικά ιερατεία, καθώς και η Καθολική εκκλησία (την οποία η ίδια αρνήθηκε να ακολουθήσει). Μην θέλοντας, λοιπόν, να αποδεχθεί τον «γραφειοκρατικό» Καθολικισμό, η Weil προωθεί περισσότερο έναν Χριστιανισμό που (όπως ειπώθηκε και παραπάνω) δεν εστιάζει στην ανάγκη προσήλωσης στα «ιερά» βιβλία της θρησκείας, με στόχο κάποια μεταθανάτια εκπλήρωση. Περισσότερο η Weil αναζητά μια ιδέα που θα ταίριαζε στην υπερευαίσθητη ψυχοσύνθεσή της και την ατέρμονη δίψα της να μοιράζεται τις δυσκολίες και τον μόχθο των φτωχών ανθρώπων. Ήδη από το 1933, πολύ πριν ενστερνιστεί τον Χριστιανικό πασιφισμό, όντας ακόμα συνδικαλίστρια, με έμφαση στον Μαρξισμό και τον σοσιαλισμό, αισθάνεται την ανάγκη να έρθει ένα βήμα πιο κοντά στους εργάτες. Έτσι, παρότι η ίδια ήταν σωματικά αδύναμη, αποφάσισε να εργαστεί στη Renault. Πολλοί, μάλιστα, εικάζουν ότι ο θάνατός της στο σανατόριο του Kent της Αγγλίας οφείλεται σε υποσιτισμό που η ίδια είχε επιβάλει στον εαυτό της, θέλοντας να μοιραστεί τις κακουχίες των στρατιωτών που μάχονταν στα μέτωπα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου. Κατά κάποιον τρόπο η Weil μας θυμίζει τον George Orwell, ο οποίος εξίσου είχε έλαβε μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο, στο πλευρό των μαχητών του Partido Obrero de Unificación Marxista (POUM) ενάντια στο Φρανκικό καθεστώς, έχοντας αρχικά ζήσει μαζί με εμιγκρέδες στο Παρίσι και αργότερα με άστεγους και ζητιάνους στις υποβαθμισμένες περιοχές του Λονδίνου (βάσει των αναφορών του στο
Down and Out in London and Paris), αρνούμενος τις μεσοαστικές ανέσεις της Αγγλίας και αναζητώντας εξιλέωση για τη συμμετοχή του στις εγκληματικές (όπως τις αποκαλεί) αποστολές που του είχε αναθέσει η οικογένειά του και το Βρετανικό κράτος, ως αστυνομικός στην αποικιοκρατούμενη Βιρμανία (βλ. Burmese Days). Θέση κλειδί στο έργο του Orwell είναι η έννοια της κοινής ευπρέπειας, που για τον ίδιο σημαίνει απλότητα, γενναιοδωρία, αλληλεγγύη, διάθεση για χιούμορ, ζεστασιά και καλοσύνη [3]. Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που για τη Weil η ανθρώπινη ψυχή έχει άμεση ανάγκη. Μπορεί, βέβαια, η Γαλλίδα στοχαστής να ερμηνεύει την έννοια της ψυχής από καθαρά Πλατωνική και Χριστιανική οπτική γωνία, ωστόσο είναι δυνατό αυτή η οντότητα να προσεγγιστεί και από μια πιο σύγχρονη ψυχαναλυτική ματιά (όπως θα δούμε και παρακάτω), χωρίς να αλλοιωθεί καν το βασικό διακύβευμα της Βειλικής σκέψης. Ποιές είναι όμως οι επιπλέον «ανάγκες της ψυχής»;

Οι ανάγκες της ψυχής

Για τη Weil η πάλη για την «τάξη», η ελευθερία, η ισότητα, η υπακοή, η αλήθεια, η ζεστασιά, είναι μερικές από τις ανάγκες της ψυχής του ανθρώπου. Τούτοι οι όροι, βέβαια, από μόνοι τους αποτελούν

Η Οικοδόμηση μιας Εναλλακτικής Οικονομίας στη Ροζάβα


του Γιώργου Κολέμπα

από την babylonia.gr

Εισαγωγικά

Οι Κούρδοι, ένας λαός μοιρασμένος σε τέσσερα κράτη είναι το πιο μεγάλο -πληθυσμιακά- αλύτρωτο έθνος στον κόσμο. Ένας λαός με φεουδαρχικές-πατριαρχικές δομές, στήριγμα μεγάλων αυτοκρατοριών της Οθωμανικής και της Περσικής, ένας λαός με συμμετοχή ένοπλων φυλών του στις γενοκτονίες του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ -και στην καταστροφή της Σμύρνης- με αποφασιστική συμμετοχή στην οριστική νίκη του, αλλά προδομένος από τις υποσχέσεις του Κεμάλ για αυτονομία. Ένας λαός προδομένος από τις διεθνείς συμφωνίες όπως της Λωζάνης του 1923 ή της Βαγδάτης του 1955. Ένας λαός που τα κράτη της Τουρκίας, της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν εφάρμοσαν στο σώμα του πολιτικές εθνοκτονίας, είχε αναπτύξει ένα συγκρουσιακό μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, που επιχειρούσε αποσχίσεις τύπου «εθνικής-κρατικής αυτοδιάθεσης».

Στις αρχές του 1990, ο πόλεμος στο Κουρδιστάν ήταν στο αποκορύφωμά του. Στη συνέχεια, το 1993, υπήρξε και απαγόρευση της λειτουργίας του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) και πολλών άλλων κουρδικών ενώσεων στην Ευρώπη. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει το 2003 όταν ένας από τους αρχηγούς του ΡΚΚ, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν (ο «Άπο», ιδρυτής και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του μέχρι τη σύλληψή του στην ελληνική πρεσβεία στην Κένυα τον Φλεβάρη του 1999) έγραψε στη φυλακή στο νησί Ιμραλί –επηρεασμένος και από το Ζαπατίστικο Κίνημα και τα γραφτά του Μάρεϋ Μπούκτσιν- το βιβλίο με τον τίτλο: «Κληρονόμοι του Γκιλγκαμές». Στο εν λόγω βιβλίο απορρίπτει όλες -και τις Κούρδικες- μορφές εθνικισμού, κάνει γενική κριτική του κράτους, ακόμα και του σοσιαλιστικού, και προτάσσει την απελευθέρωση των γυναικών. Κάτι τέτοιο οδήγησε σε πολλές συζητήσεις και στο ίδιο το κουρδικό κίνημα, αλλά και στο διεθνές, το οποίο ανανέωσε το ενδιαφέρον του για το κουρδικό ζήτημα.



Όταν αποφασίστηκε, το 2009, το πρώτο Κοινωνικό Φόρουμ της Μεσοποταμίας να πραγματοποιηθεί στο Ντιγιαρμπακίρ, υπήρξε παράλληλα ένα Camp, όπου συμμετείχαν πολλές εκατοντάδες άνθρωποι από την Ευρώπη. Σε ανταλλαγή απόψεων με την κουρδική νεολαία και τις γυναικείες οργανώσεις διατυπώθηκε η νέα ιδέα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος: Δημοκρατική Αυτονομία και Λαϊκός Συνομοσπονδισμός!

Ένα σημαντικό τμήμα του λαού των Κούρδων, κάνει σήμερα μια παραδειγματική επανάσταση, χτίζοντας τις δομές μιας δημοκρατικής, δίκαιης και οικολογικής κοινωνίας. Από τον Μάρτιο του 2011 είχαν συγκροτηθεί συμβουλιακές δομές στη Ροζάβα. Οι συμβουλιακές αυτές δομές σχηματίσθηκαν τότε ως μια παράλληλη δομή στο κράτος. Δεν συγκρούστηκαν σχεδόν καθόλου άμεσα με το κράτος. Αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι το καθεστώς του Μπάαθ δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ανοιχτή σύγκρουση με τους Κούρδους-σες και είχε επικεντρωθεί στην καταπολέμηση της εξέγερσης των μη-κουρδικών περιοχών.


Ένα σύστημα πολλαπλών επιπέδων, δηλαδή λαϊκά συμβούλια, θεματικές επιτροπές, ομάδες εργασίας και διασυνδέσεις μεταξύ τους, οργανώθηκαν τόσο πλατιά, που σε λίγους μήνες μπόρεσαν να συναντηθούν αντιπρόσωποι από όλες τις περιοχές της Ροζάβα και της Συρίας, 


για να ιδρύσουν το Λαϊκό Συμβούλιο του Δυτικού Κουρδιστάν (MGRK – Meclîsa Gel Α Rojavayê Kurdistanê). Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του MGRK, στις 19 Ιούλη 2012 ξεκίνησε η επανάσταση από το Κομπάνι. Ο πληθυσμός έδιωξε το καθεστώς Μπάαθ, σε μεγάλο βαθμό αναίμακτα. Ενώ η υπόλοιπη Συρία βυθιζόταν σε εμφύλιο πόλεμο, η Ροζάβα πρότεινε έναν τρίτο δρόμο, πέρα από το καθεστώς Μπάαθ και τη Συριακή Αντιπολίτευση. Οι Κούρδοι της Συρίας ανέλαβαν τον έλεγχο των εδαφών τους και ανακήρυξαν μια δημοκρατική, πολυεθνική, πολυθρησκευτική αυτονομία, ιδρύοντας τρία αυτοδιοικούμενα καντόνια: Κομπάνι, Αφρίν και Τζαζίρα (Kobanî, Afrîn, Cizîrê).

Ένα συμβουλιακό κίνημα ξαναεμφανίσθηκε -μετά το Ζαπατίστικο Κίνημα με τις επιτροπές καλής διακυβέρνησης στην Τσιάπας- πιο κοντά μας στα τρία καντόνια της κουρδικής αυτονομίας. Η Κοινότητα είναι η βάση του συμβουλιακού συστήματος και αποτελείται κατά το πλείστον από περίπου 30 έως 150 νοικοκυριά στις πόλεις (συνήθως ανά δρόμο) και στην ύπαιθρο από ένα χωριό. Ένα μοντέλο πολύ χρήσιμο για εμάς, αλλά και το παγκόσμιο κίνημα της ελευθερίας, της ισότητας, του κοινοτισμού, της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης, της οικολογίας και της άμεσης δημοκρατίας. Οι πολύπλευρες και πολυσήμαντες εξελίξεις στη Ροζάβα είναι ένα παράδειγμα που οφείλουμε να εξετάσουμε και να διδαχθούμε. Το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής και στα μέρη μας, προϋποθέτει την αποκέντρωση σε κοινότητες, δήμους και περιφέρειες και τη δικτύωσή τους σε ανακλητά συμβούλια.

Οι βάσεις της οικονομίας στη Ροζάβα

Με την καθιέρωση του καθεστώτος Μπάαθ, η οικονομία είχε ευθυγραμμιστεί με την ισχυρή κρατική παρέμβαση. Από τη δεκαετία του 2000 ξεκίνησε μια ταχεία ιδιωτικοποίηση και η νεοφιλελεύθερη προσαρμογή στις διεθνείς αγορές, η οποία οδήγησε στην επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης. Η γεωργία -μαζί με την παραγωγή πετρελαίου στη Συρία- έχει ένα σημαντικό οικονομικό ρόλο και αποτελεί περίπου το ένα τρίτο του οικονομικού προϊόντος, όντας πολύ σημαντική σε διεθνή σύγκριση. Τόσο στο πετρέλαιο όσο και στα άλλα δύο σημαντικά στις εξαγωγές προϊόντα (υφάσματα και τρόφιμα) η Ροζάβα είχε πριν από τον πόλεμο και το εμπάργκο ένα σημαντικό ρόλο. Επειδή και οι τρεις περιοχές της είναι ιδανικές για την υψηλή γεωργική παραγωγή.

Η γεωργία στο καντόνι Cizîrê πριν από αρκετές δεκαετίες είχε

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Get off the cushion and fight

Retreat or Fight? Both are Right.

In times of remarkable injustice, the “hands-off” Buddhist approach is not enough—we need to get off the cushion and fight.

By Dr. Jay MichaelsonTricycle Magazine

Anti-Trump March in Washington, D.C. on Nov. 12, 2016. Photo by Susan Melkisethian | https://tricy.cl/2gPvgT8

How should American Buddhists respond to the election of Donald Trump?

We’ve seen some divergent opinions in the last three weeks. Several well-meaning teachers have said that the election only reaffirms the dharma’s timeless insights into suffering and its capacity to offer refuge in difficult times. (I made that same argument before the election.) Some have, less skillfully, basically told people to try to relax.

And some, most eloquently Pablo Das, have essentially said “don’t tell me to relax—I’m in danger, my friends are in danger, and now is not the time to retreat.”

Everyone is right and everyone is wrong here—including Norman Fischer, who gracefully apologized for his initial reaction, written in the shock of the election result. What is interesting is how we’re right and wrong at the same time.

One reason everyone is right is that if you go looking for “what Buddhism says,” you’ll find any answer you like. For example, in my Theravadan tradition there are countless statements by the Buddha and others that the “affairs of kings and princes” is not a fitting subject for noble conversation. And monastic traditions in general are about withdrawing from aspects of the political world, even if the values of service and compassion persist on a microscale. If you want to justify a “wider view” approach, you’ll find plenty of proof texts and established teachers to back you up.

On the other hand, two millennia of institutional Buddhism also saw plenty of monastics and lay leaders heavily involved in politics—including the Theravadan monks in Burma who helped bring about that country’s recent political revolution. Indeed, if we look at the life of Buddhism historically, rather than scripturally, surely this is the predominant trend: the temporal power of Tibetan lamas, the imperial jockeying of Japanese Zen priests, you name it.

And of course, more recently, “Engaged Buddhists” in both Asia and the West have understood the dharma as demanding direct service work and political activism.

But there’s another, more subtle reason why you’ll find dharma practitioners on both sides of this debate: because it is actually a profound question of the meaning of dharma practice itself.

It’s clear that one of the benefits of practice is that it offers a respite from the insanity of 21st century life, both in terms of calm and insight. We build oases of calm, and we refine our insight into the fundamental aspects of our experience. From the perspective of emptiness, suffering, and dependent origination, indeed “this changes nothing” in the punning words of Craig Hase. What did you expect? This is samsara. Or, if you prefer, this is emptiness arising within primordial awareness. That is the deep truth.

On the other hand, most Western Buddhists are basically tantric in their understanding of the dharma, by which I mean that we see the world as the arena for practice. As David McMahan showed so persuasively in The Making of Buddhist Modernism, Asian innovators and their Western students reinterpreted core Buddhist concepts to adapt them to 20th and now 21st-century life. Teaching laypeople practices like meditation that were formerly reserved for monastics only, for example, required a change in how the practice of meditation is to be understood: not as detaching from samsara, but as recognizing interconnection with all beings; not as renunciation in the traditional sense, but as promoting more skillful engagement with family members, business colleagues, and political causes. These were changes made at specific historical moments, by specific people, for specific reasons.

Again, this isn’t new; Buddhist emperors were also quite “engaged.” But the Western dharma also tends to honor, rather than reject, the emotional vicissitudes of the human experience. For example: is anger always bad? The Buddha said so, in the Tripitaka. But particularly in Mahayana and Vajrayana traditions, the answer is more complex. There’s a famous Zen tale of an enlightened master who hears that his son has died and cries. The master’s students ask why the master is crying. “Because I am sad,” he replies.

In other words, with the right view, sadness and anger arise as empty/full phenomena, both real and unreal, and enlightened people both experience and see through it. Sometimes anger is appropriate, as when vulnerable lives are in danger.

Like Pablo Das, I’m a queer Buddhist teacher. And when a straight colleague recently told me that my political writing is too angry and that I’m a bad practitioner for expressing it, and that I should be cultivating compassion for the white working class that voted against their economic interests and for their racist ones, I had the same response Pablo had: basically, f you. As I wrote in one of those angry political columns, when someone’s boot is on your neck, it may not be the time for understanding and compassion.

According to some people, anyway.

I think we need what Bertolt Brecht called “complex seeing.” On the one hand, yes, we should indeed see Trump’s election as another empty phenomenon rolling on, and as the expression of the timeless truth of dukkha. And yet, simultaneously, we have to also experience the pain and reality of the suffering that is to come. Brecht did this in his plays by setting heartbreaking stories within the context of theatrical devices that at once distanced and engaged the audience. I think practice is similar.

Or, to choose another unhappy European, consider Nietzsche’s distinction between ultimate truth and conventional truth. Ultimately, dharma-wise, there’s no one suffering, no self to do the suffering, nothing but emptiness. But conventionally, of course, the first noble truth is that there is suffering, and that it matters, and it matters to respond to it.

At the very least, we can’t be selectively tantric, holding on to lovely homes and beloved spouses but suddenly becoming “wise” when the news is bad. Nor can we forget our own positions; the threats I face as a white cisgender man (albeit queer, Jewish, and a journalist) are far less acute than those faced by a Muslim or trans person or undocumented immigrant or young woman on a college campus. I literally cannot understand what they are going through, and cannot presume to judge or manage their reactions. My role is to listen and learn from them—especially since I’m the type of white dude who tends to dominate conversations.

That’s how I’m doing it, anyway. I’m writing, protesting, doing my best, devoting several hours every day to resistance on the platforms I have. And when I do so, I’m pulling out all the stops, fighting fire with (verbal) fire when it seems helpful to do so. Skillful means. When wielding an axe, wield an axe. Emptiness and fierceness.

And yet, temporary renunciation is indeed a blessing. Take refuge in the dharma when you’re hurting; gain perspective; expand your capacity for empathy; uncover the biases you carry within yourself; and also see all arisings as empty. And then, see with complexity, and hold both conventional and ultimate truths in your heart.

Just after the election, I taught a jhana concentration retreat, helping my students leave the insane world behind for a few days and cultivate a focused mind. I think that’s good for liberation, obviously, and it was definitely good for my own sense of balance. But it’s also good for justice. We’re better activists when we’re not burned out, and when we can see as clearly as possible.

And when we get off the cushion and fight.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί ο Καπιταλισμός δημιουργεί άσκοπες δουλειές

του David Graeber *

μετάφραση Μαρία Παναγιωτοπούλου


Το 1930, ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, προέβλεψε ότι η τεχνολογία θα είχε προχωρήσει τόσο πολύ ως το τέλος του αιώνα, ώστε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία ή οι ΗΠΑ, θα κατόρθωναν να καθιερώσουν την 15ωρη εβδομάδα εργασίας. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι είχε δίκιο.

Με τεχνολογικούς όρους, πραγματικά θα μπορούσαμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο. Όμως αυτό δεν συνέβη. Αντ' αυτού, η τεχνολογία έχει γιγαντωθεί, αν μη τι άλλο, για να σκαρφίζεται τρόπους για να μας κάνει όλους να δουλεύουμε περισσότερο. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, θα έπρεπε να δημιουργηθούν δουλειές, που στην ουσία είναι άσκοπες. Πολλές χιλιάδες άνθρωποι, πρωτίστως στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, αναλώνουν το σύνολο του εργασιακού τους βίου, εκτελώντας καθήκοντα που ενδόμυχα πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται πραγματικά να υπάρχουν. Η ηθική και πνευματική ζημιά από αυτές τις καταστάσεις, είναι βαθειά. Είναι μία πληγή στην συλλογκή μας ψυχή. Ωστόσο, επί της ουσίας, κανείς δεν μιλά γι' αυτό.

Γιατί η υποσχεμένη από τον Κέυνς ουτοπία, που ακόμη την περίμεναν με ανυπομονησία στη δεκαετία του '60, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ; Η συνήθης απάντηση σήμερα είναι ότι δεν είχε φανταστεί ο Κέυνς, την τεράστια αύξηση του καταναλωτισμού. Ανάμεσα στις επιλογές για λιγότερες ώρες δουλειάς, ή περισσότερα παιχνίδια και απολαύσεις, συλλογικά έχουμε διαλέξει το δεύτερο. Αυτή η θεωρία είναι μία καλή ηθικοπλαστική θεωρία, αλλά ακόμη κι ενός λεπτού σκέψη, δείχνει ότι δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ναι, έχουμε δει τη δημιουργία μιας τεράστιας ποικιλίας νέων θέσεων εργασίας και βιομηχανιών από τη δεκαετία του ΄20, αλλά πολύ λίγες από αυτές έχουν να κάνουν με την παραγωγή και τη διανομή σούσι, iPhones και φανταχερών αθλητκών παπουτσιών.

Οπότε τί ακριβώς είναι αυτές οι νέες δουλειές; Μια πρόσφατη αναφορά που συγκρίνει την εργασία στις ΗΠΑ μεταξύ 1910 και 2000, μας δίνει μια καθαρή εικόνα (και σημειώνω, μια εικόνα που αντανακλάται στη Μ. Βρετανία). Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, ο αριθμός των εργατών που απασχολούνται σαν οικιακοί βοηθοί, στη βιομηχανία, και στον αγροτικό τομέα, έχει καταρρεύσει δραματικά.

Την ίδια ώρα νέου τύπου “επαγγελματίες”, όπως managers, υπάλληλοι, και πωλητές, έχουν τριπλασιαστεί, αποτελώντας πλέον τα τρία τέταρτα του συνολικού παγκόσμιου αριθμού απασχολούμενων, από ένα τέταρτο που ήταν πρωτύτερα. Με άλλα λόγια, όπως είχε προβλεφθεί, οι παραγωγικές δουλειές έχουν αυτοματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και αν συνυπολογιστούν οι βιομηχανικοί εργάτες παγκοσμίως, με τους μεγαλύτερους αριθμούς στην Ινδία και στην Κίνα. Το ποσοστό αυτών των εργατών παγκοσμίως έχει μειωθεί.

Αλλά αντί αυτή η κατάσταση να οδηγήσει σε μία μαζική μείωση των ωρών εργασίας, προκειμένου να απελευθερώσει τον πληθυσμό του πλανήτη, και να του επιτρέψει να επιδιώξει τα σχέδια του ο καθένας, τις επιθυμίες, τα οράματα και τις ιδέες, έχουμε δει την υπερδιόγκωση, ούτε καν τόσο πολύ του τομέα των “υπηρεσιών”, αλλά του διοικητικού τομέα, έως και τη δημιουργία ολόκληρων νέου τύπου “βιομηχανιών”, όπως οικονομικές υπηρεσίες ή telemarketing, ή η άνευ προηγουμένου επέκταση τομέων όπως το εταιρικό δίκαιο, η διοίκηση ακαδημαϊκών οργανισμών και δομών υγείας, ή η υποστήριξη ασφάλειας για τις βιομηχανίες αυτές, ή για του λόγου του αληθές, μια πλειάδα βοηθητικών υπηρεσιών (πλυντήρια σκύλων, ολονύκτιες παραδόσεις πίτσας) που υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή όλοι οι υπόλοιποι ξοδεύουν τόσο πολύ χρόνο στη δουλειά τους.

Αυτές είναι που προτείνω να λέγονται “σκατοδουλειές”.
Είναι σαν κάποιος εκεί έξω να επινοεί άσκοπες δουλειές μόνο και μόνο για να μας κρατάει όλους απασχολημένους. Κι εδώ ακριβώς, βρίσκεται το μυστήριο. Στον καπιταλισμό, αυτό ακριβώς είναι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Σίγουρα, στις παλιές και ανεπαρκείς σοσιαλιστικές κοινωνίες όπως η Σοβιετική Ένωση, όπου η εργασία θεωρούνταν παράλληλα και δικαίωμα αλλά και ιερό καθήκον, το σύστημα δημιουργούσε όσες δουλειές χρειάζονταν (γι' αυτό στα Σοβιετικά πολυκαταστήματα, χρειάζονταν τρεις υπάλληλοι για να πουλήσουν ένα κομμάτι κρέας). Όμως, όπως είναι φυσικό, αυτό ακριβώς είναι το είδος του προβλήματος που ο ανταγωνισμός της αγοράς υποτίθεται ότι θα έλυνε.

Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, τουλάχιστον, το τελευταίο πράγμα που θα έκανε μία εταιρεία που αναζητά το κέρδος, θα ήταν να δεσμεύσει χρήματα σε εργαζόμενους που δεν της χρειάζονται. Ωστόσο, με κάποιο τρόπο, αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Αν και οι εταιρείες

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Η "κατάσταση εξαίρεσης" και η διοίκηση δια του φόβου

Για το βιβλίο του Φιλήμονα Πατσάκη, "Ο ευτυχισμένος Σίσυφος", εκδόσεις Εξάρχεια, σελ. 112

Γιώργος Λιερός: Από το «μηδέν» στο «κάτι»*

Το συνοπτικό και πυκνό αυτό δοκίμιο του Φιλήμονα Πατσάκη αναφέρεται στις αντιφάσεις, τις δυνατότητες και τα αδιέξοδα της εποχής μας σε σχέση με το σισύφειο έργο της κοινωνικής αλλαγής.

Ο τρόπος που θέτει εξ αρχής το θέμα ο Φ. Πατσάκης, είναι αναμφίβολα εύστοχος. Η "κατάσταση εξαίρεσης", η διοίκηση δια του φόβου και όχι με την συναίνεση, η επιβολή της κρατικής ισχύος διά της ανομίας, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, η «απόσυρση» του κράτους, η ανεπανόρθωτη φθορά των εθνικών ταυτοτήτων, οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές, η πρόκληση του θανάτου του έθνους-κράτους, η συντριβή του ιερού και των απόλυτων αξιών και η γενικότερη αδυναμία του κράτους να εγγυηθεί την αναπαραγωγή της ζωής, δημιουργούν ένα τεράστιο κενό το οποίο προσφέρεται στην δημιουργική δραστηριότητα, στην συντακτικότητα των κινημάτων.

Ο Πατσάκης γράφει:

Η κυριαρχία έχει απολέσει κάθε μηχανισμό θετικής συστοίχησης, ενώ εδώ και αρκετό καιρό οι υποσχέσεις του καπιταλισμού δείχνουν έωλες. Το σύστημα έχει αυτοβούλως διαλύσει τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης-εκπροσώπησης και τα μαζικά κόμματα δεν μπορούν να επιτελέσουν πια ούτε τον διάλογο ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία1.

Η αστυνομική δικαιοδοσία διευρύνεται σε όλο και μεγαλύτερο φάσμα δραστηριοτήτων. Και όμως:

Κάθε φορά που δημιουργούνται συνθήκες αναστολής του δικαίου, υπάρχει μια αντίστροφη κοινωνική κίνηση πλήρωσης του κενού στον δημόσιο χώρο. Αυτό εξηγεί την εξέγερση του Δεκεμβρίου, τα κινήματα των πλατειών κ.τ.λ.2

...Ας σκεφτούμε... πάνω σε μια αντίστροφη κίνηση της κατάστασης εξαίρεσης, δηλαδή την εκ νέου διεκδίκηση του κενού που αυτή δημιουργεί σε πολλά επίπεδα καθώς και την δυνατότητα που δίνεται εκ των πραγμάτων για την δημιουργία μια αντίρροπης πορείας συγκρότησης ενός νέου δικαίου3.

Οι νέες κοινωνικές συλλογικότητες είναι επιτακτική ανάγκη να αδράξουν τις ευκαιρίες να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που προσφέρονται.

...Η δημιουργία διαρκών αυτοθεσμίσεων θα μπορούσε να πλέξει ένα ισχυρό και εκτεταμένο θεσμικό δίχτυ που θα υποστηρίζει την ανάπτυξη πολύμορφων κοινοτήτων αυτοδιαχείρισης και θα συνυφάνει τα προτερήματα διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών.... Για πρώτη φορά είναι φανερό ότι η διέξοδος δεν μπορεί να γίνει μέσα από ιδεολογικές αυταρέσκειες, αλλά από την έκφραση μιας πολλαπλότητας, από την κοπιώδη κατάστρωση νέων κοινωνικών σχέσεων, από την αποτύπωση της συμμετοχής, από την δημιουργία και εμπέδωση νέων μορφών κοινότητας που θα δίνουν επαρκή ερείσματα ελευθερίας4.

*

Σήμερα, καθώς η "κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας"5, ανοίγεται μια πλειάδα πολύ διαφορετικών μεταξύ τους χώρων: το Γκουαντάναμο, οι ειδικές ζώνες οικονομικής ανάπτυξης, οι φορολογικοί παράδεισοι, τα αστικά γκέτο, οι ιδιωτικές περιφραγμένες πόλεις για τα εύπορα μεσοστρώματα, αποτυχημένες χώρες σκουπίδια που έχουν περάσει μερικά ή εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος αλλά επίσης και απελευθερωμένες ζώνες και ζώνες διαφυγής.

Στις μέρες μας, απέναντι στη γυμνή ζωή, τη ζωή που έχει στερηθεί την προστασία από τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς, τα συμβολικά και αξιακά συστήματα, στέκει η γυμνή εξουσία, μια εξουσία απλά διαχειριστική που έχει χάσει τον πολιτικό της χαρακτήρα, την ικανότητα της να ηγεμονεύει. Η γυμνή εξουσία, είναι η αρχή της διάλυσης του σώματος του κυρίαρχου. Η εν λόγω διάλυση, μπορεί να παραμείνει για καιρό σε ένα αρχικό στάδιο και είναι ακριβώς τότε που η εξουσία αυτή γίνεται πραγματική εξουσία θανάτου. Μπορεί όμως και η «κατάσταση εξαίρεσης» να γίνει «πραγματική» με την έννοια που χρησιμοποιούσε ο Μπένγιαμιν6, οπότε ζωή του κυρίαρχου γίνεται θύμα της βίας όλων των άλλων.

Μπορούμε να δούμε ως μια ευκαιρία για την ελευθερία την μείζονα πολιτισμική κρίση στην οποία βουλιάζει η εποχή μας, την ολοκλήρωση της κίνησης του νεωτερικού μηδενισμού, την «ωσεί διαλυμένη» πολιτεία, την ουσιαστική εξώθηση της κοινωνίας σε μια «φυσική κατάσταση» καρπό μιας «υπέρμετρης διάβρωσης7»;

Ο Φ. Πατσάκης, διερευνά θεωρητικά την καταφατική απάντηση σ' αυτό το καίριο ερώτημα το οποίο όπως είδαμε, θέτει στο κείμενό του με ένα σαφή και καθαρό τρόπο. Το εγχείρημα του Φ. Πατσάκη, έχει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς σήμερα στην Ελλάδα καλούμαστε να μιλήσουμε για το κενό, το μηδέν, την ανομία κ.τ.λ., μέσα από την εμπειρία μιας μείζονος ανομικής κατάρρευσης κατά την διάρκεια μιας ανηλεούς «κατάτμησης σε ζώνες8». Όμως, ο Φ. Πατσάκης στην προσπάθειά του να φτάσει από το «μηδέν» στο «κάτι», εκλαμβάνει εσφαλμένα χαρακτηριστικά της κατάρρευσης του παλιού κόσμου ως εξέχοντα γνωρίσματα του καινούριου (με τα λόγια του Νίτσε, μπερδεύει τον μηδενισμό της παρακμής με τον μηδενισμό της ακμής).

*

Η υπεράσπιση της καταφατικής απάντησης, ο ισχυρισμός ότι όχι το «κάτι» αλλά εν τέλει το «παν» βγαίνει από το «μηδέν», δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Και όμως, η αφετηριακή θέση του Φ. Πατσάκη, όσο κι αν η υπεράσπισή της είναι εξαιρετικά δύσκολη, υπό όρους είναι σωστή. Ο Φ. Πατσάκης έχει κατ' αρχάς τουλάχιστον, δίκιο και η κριτική στο βιβλίο είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Για την δυσκολία που αντιμετωπίζει έχει ήδη μιλήσει ο G. Sorel, ο οποίος επισήμανε τον κίνδυνο η ολική καταστροφή των θεσμών και των ηθών, η γενική πτώση των αξιών, να παρασύρει και την ψυχή του επαναστατικού προλεταριάτου, να εξανεμίσει τον ενθουσιασμό του και να κάμψει την ενεργητικότητά του. 
Σ' ένα πιο καθημερινό επίπεδο, οι δομές συνεργατικής και αλληλέγγυας οικονομίας, οι εργατικοί αγώνες και η συλλογική δράση γενικότερα, αναπτύσσονται ευκολότερα ανάμεσα σε πληθυσμούς όπου επικρατούν πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς σύμφωνα με τα οποία οι υποσχέσεις τηρούνται, ο καθένας ενδιαφέρεται για την τιμή και την υπόληψή του, αναλαμβάνει εκούσια τις υποχρεώσεις του, ντρέπεται όταν παραβιάζει τους από κοινού συμφωνημένους κανόνες και όπου η κοινωνική απαξίωση για τις καιροσκοπικές ή ιδιοτελείς συμπεριφορές είναι μεγάλη. 
Τι γίνεται όμως όταν όλο αυτό το κοινωνικό κεφάλαιο έχει διασκορπισθεί; Όταν τα ηθικά και εθιμικά κοινά έχουν

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Κλειτορίδα αυτή η άγνωστη ("ανακαλύφθηκε" τον 16ο αιώνα, χαρτογραφήθηκε το 1998...)



Θέλει θάρρος και ευελιξία στον λόγο για να καταφέρεις να κάνεις μια ομιλία σε ένα ακροατήριο που δεν είναι συνάδελφοί σου, πόσο μάλλον αν το θέμα σου αφορά το γυναικείο όργανο που λέγεται κλειτορίδα!

Η γυναικολόγος και μαιευτήρας Odile Buisson, που συνεργάζεται με την ομάδα του Dr P. Foldès, πρωτοπόρου στην επιδιόρθωση κλειτοριδεκτομής, διαθέτει και από τα δυο. Σε μια άτυπη ομιλία που έδωσε στα πλαίσια των συναντήσεων του Ινστιτούτου Ντιντερό στο Παρίσι εξήγησε εν συντομία κύρια και άγνωστα στοιχεία γύρω από αυτό το όργανο.

Έτσι μαθαίνουμε με έκπληξη ότι η πλήρης ανατομία της κλειτορίδας έγινε το 1998 από την Αυστραλέζικη ομάδα της Dr Helen O’Connell. Είναι η ίδια χρονιά που βγήκε στην αγορά το Viagra, φαρμακευτικό σκεύασμα για την αντιμετώπιση δυσλειτουργιών στην ανδρική στύση και η διαφορά αυτή στη γνώση είναι εντυπωσιακή (να σκεφτεί κανείς ότι τον 16ο αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά αυτό το όργανο στην ιατρική βιβλιογραφία). Ακολούθησε το 2005 η πρώτη μαγνητική τομογραφία από την ίδια Αυστραλέζικη ομάδα. Το 2008 δημοσιεύθηκε η πρώτη απεικόνιση της κλειτορίδας μέσω υπερήχων από την ομάδα της Βuisson και το 2011 κατά τη διάρκεια συνουσίας. Οι δυο τελευταίες περιπτώσεις μεταφράστηκαν και σε ψηφιακό μοντέλο για καλύτερη οπτικοποίηση και κατανόηση και μπορείτε να τις δείτε στο παρακάτω βίντεο ακόμα και αν δεν καταλαβαίνετε γαλλικά.

Όπως εξηγεί η ίδια, ξέρουμε τώρα ότι το εξωτερικό σημείο σε σχήμα βαλάνου που γνωρίζουμε είναι μόνο η κορυφή ενός παγόβουνου που αντιπροσωπεύει ένα εσωτερικό όργανο σε σχήμα διπλής αψίδας, το οποίο πλαισιώνει τον κόλπο και την ουρήθρα. Το εσωτερικό μέρος αποτελείται από στυτικό ιστό γεμάτο νευρικές καταλήξεις (8 000 απολήξεις μόνο στο εξωτερικό μέρος, νούμερο που είναι το υψηλότερο όλων των οργάνων του ανθρώπου) και αιμοφόρα αγγεία. 

Μετακινείται και αλλάζει μορφή (διογκώνεται) κατά τη διάρκεια της συνουσίας και καθώς επέρχονται συσπάσεις των μυών της πυέλου. 

Η διέγερσή του είναι η αιτία του γυναικείου κολπικού οργασμού καθώς ο ίδιος ο κόλπος είναι φτωχός σε νευρικές απολήξεις, μια πραγματικότητα που δεν είναι γνωστή. Αντιθέτως, οι μηχανισμοί που υποστηρίζουν την ανδρική στύση είναι γνωστοί από το 1990.

Όργανο καθαρά συνδεδεμένο με τη γυναικεία σεξουαλικότητα και κέντρο της γυναικείας σεξουαλικής ευχαρίστησης είναι θέμα ταμπού και ελάχιστη έρευνα γίνεται γύρω από αυτό. 

Όπως αναφέρει η Βuisson το γεγονός αυτό προέρχεται είτε από θρησκευτικά αίτια καθώς η κλειτορίδα δεν συνδέεται με την γεννητικότητα, είτε λόγω φαλλοκρατικής νοοτροπίας που θέλει την επιτυχημένη συνουσία μια ανδρική επίδοση και όχι μια ανταλλαγή, είτε από φόβο η φαρμακευτική βιομηχανία να ελέγξει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, είτε ακόμα από αντιστάσεις των ψυχαναλυτών να συνδέσουν τις ψυχικές εκφράσεις (την ψυχική επιθυμία) με τις σωματικές εκφράσεις. 

Το αποτέλεσμα είναι η κλειτορίδα να παραμένει ακόμα σήμερα ένα όργανο κατά πολύ άγνωστο.