Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Στοίχημα η χειραφέτηση των περιθωριοποιημένων και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Παύλο Κλαυδιανό και την εφημ. Εποχή
 

Μπαίνουμε στο δεύτερο ημίχρονο μετά και το πέρας της δεύτερης αξιολόγησης, σε λίγο πιο σταθερό έδαφος. Ποια η εκτίμησή σου;
 

Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης δεν ήταν εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό άλλωστε η αξία της ολοκλήρωσής της γίνεται μεγαλύτερη. Το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις διήρκησαν πολύ, ότι η αξιωματική αντιπολίτευση διαμόρφωσε την αντιπολιτευτική της γραμμή πάνω στο μη κλείσιμό της και επένδυσε στην «ανικανότητα της κυβέρνησης» και την καταστροφή που επέρχεται εξαιτίας της, χρησιμοποιώντας μάλιστα όλα τα μέσα για να μποϋκοτάρει την ολοκλήρωσή της, επιβεβαιώνουν την αξία του αίσιου τερματισμού αυτής της φάσης. 

Σε ό,τι μας αφορά, είπαμε εξαρχής ότι δεν πανηγυρίζουμε, δεν ισχυριζόμαστε ότι γράφουμε κανένα αριστερό success story, απέναντι στο βαρύγδουπο δεξιό της προηγούμενης κυβέρνησης. 

Δεν μας ενδιαφέρουν έτσι κι αλλιώς τα success stories με τη χώρα σε επιτροπεία και την κοινωνία σε απόγνωση (τα ζήσαμε αυτά μέχρι το 2015), αλλά η προοπτική εξόδου από την κρίση με τη χώρα στο σύνολό της ελεύθερη. 

Λοιπόν, η ολοκλήρωσή της συνιστά σημαντικό σταθμό σε μια μακρά και επώδυνη στρατηγική που ξεκίνησε το 2015 και που έχει τρεις στόχους: 
α) την έξοδο της χώρας από την κρίση (από την επιτροπεία και τη λιτότητα), στην οποία την οδήγησαν τα δύο μεγάλα κόμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου, 
β) την ανασυγκρότηση του κράτους, την αλλαγή παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, 
γ) την εμπέδωση μιας άλλης κοινωνικής πολιτικής, που θα διαμορφώνει συνείδηση πολίτη, καθώς και αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, και όχι προνομιακού πελάτη σε σύγκρουση συμφερόντων με τον υπόλοιπο πληθυσμό, όπως γινόταν επί πολλές δεκαετίες. 

Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία να το κατανοήσουμε, γιατί συνιστά πρόβλημα συγκρότησης του ίδιου του ελληνικού κράτους, πρόβλημα που διευκόλυνε αποφασιστικά τη διείσδυση του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας: τη δημιουργία προνομιακών πελατών, θυλάκων εξουσίας προ-νεωτερικής εποχής, με τους οποίους η κάθε κυβέρνηση ανέπτυσσε προνομιακή συνομιλία σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού (την ιστορία των ΜΜΕ, για παράδειγμα, υπό το πρίσμα αυτής της ευρύτερης προβληματικής πρέπει να τη δούμε, όχι αποσπασματικά και συγκυριακά). 

Το κλείσιμο, ωστόσο, της αξιολόγησης έχει σημασία γιατί η κυβέρνηση μπορεί, όσο διαρκεί η κρίση, να απαντά, και με πιο μεσοπρόθεσμο τρόπο, στα κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησε η κρίση. 

Να αντιμετωπίσει δηλαδή, καταρχήν και κατεξοχήν τη «θανάσιμη πληγή στο σώμα της κοινωνίας», όπως έλεγε ο Έρικ Χοσμπάουμ, την ανεργία. 
Αν δεν υπάρξει απάντηση σε αυτό το πρόβλημα -για το οποίο ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν τεράστιες, ιστορικές ευθύνες (κάποτε πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά: πώς είχε οχυρωθεί ένα κοινωνικό κράτος στις περιόδους ευμάρειας, πώς είχε συγκροτηθεί η επιδοματική πολιτική του, κλπ). 

Μέχρι τώρα δεν έχουν δώσει καμιά σοβαρή απάντηση, μόνο ότι θα το λύσει ο πλήρως ανεξέλεγκτος ιδιωτικός τομέας μόνος του -η κρίση δεν πρόκειται να τελειώσει. 
Εάν όμως το κράτος δεν γίνει ρυθμιστής, δεν ελέγξει την οικονομία και δεν εμπνεύσει, τότε δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί το μεγάλο ποσοστό ανεργίας,.

Η συμφωνία, όμως, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα πιέζει την οικονομία. Θα μπορέσει η κυβέρνηση να υλοποιήσει τις κοινωνικές πολιτικές που θέλει;
 

Είναι σωστό και γι’ αυτό προείπα ότι δεν πανηγυρίζουμε για το κλείσιμο της αξιολόγησης. Τα πλεονάσματα είναι υψηλά, και δεν θα επικαλεστώ εύκολα επιχειρήματα, πχ «ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν συμφωνήσει σε πολύ υψηλότερα». Ούτε ότι «είχαμε υπερ-πλεόνασμα τα δύο τελευταία χρόνια», κλπ. 

Δεδομένων, όμως, των συνθηκών που κυριαρχούν στην Ευρώπη, μέσα στις οποίες έκλεισε η αξιολόγηση, των συνθηκών της κρίσης όπου βρίσκεται η χώρα, η αξία του να υπάρχει αριστερή κυβέρνηση, και όχι δεξιά, αποκτά μεγαλύτερη αξία. 
Έχει σημασία πού θα ρίξεις το κέντρο βάρους της πολιτικής σου. 
Όλα τα κόμματα, (και η κυβέρνηση) για παράδειγμα μιλάνε για ανάπτυξη. Η ανάπτυξη, όμως, δεν συνιστά απλώς μια μεγέθυνση του ΑΕΠ. Έχει κοινωνικές διαστάσεις, κι αυτές ενδιαφέρουν μια κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά. 
Η πολιτική που κάναμε με το ΕΣΠΑ το αποδεικνύει: με μια απλή σύγκριση με το παρελθόν θα καταλάβουμε τι εννοώ.

Το στοίχημα της Αριστεράς

Η κυβέρνηση, με βάση την εμπειρία του πρώτου ημιχρόνου, πώς θα πρέπει να πορευθεί από εδώ και πέρα;

 

Στο πρώτο ημίχρονο αυτό που έκανε η κυβέρνηση, στο πλαίσιο των καταναγκασμών που είχε, αλλά και των αδρανειών ενός υπονομευμένου ήδη προ κρίσης κοινωνικού κράτους, ήταν να εφαρμόσει το παράλληλο πρόγραμμα, για το οποίο συχνά λοιδορήθηκε από την αντιπολίτευση. 

Σε περίοδο, όμως, κρίσης η προσπάθεια να ξαναστήσεις στα πόδια τους, τους δύο πυλώνες του κοινωνικού κράτους –υγεία, παιδεία- οι οποίοι είχαν διαβρωθεί και πριν από την κρίση, αποτελεί ένα αριστερό στοίχημα, μείζονος σημασίας. 
Δεν θα αναφέρω παραδείγματα (πρόσβαση ανασφάλιστων, προσλήψεις προσωπικού στα νοσοκομεία, εξασφάλιση θέσεων μελών ΔΕΠ στα ΑΕΙ και πολλά άλλα), αλλά θα περιοριστώ μόνο σε αυτό. Την Τετάρτη συνεδρίασε η Επιτροπή της Βουλής για το δημογραφικό. Όλα τα κόμματα συμφώνησαν ότι η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα. Ένας από τους παράγοντες επιδείνωσης των δημογραφικών δεικτών είναι η έξοδος των νέων ανθρώπων, η μετανάστευση (οι ανατολικές χώρες της Ευρώπης έχασαν πάνω από το 1/3 των νέων, γι’ αυτό η δημογραφική πτώση τους είναι μη αναστρέψιμη).
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιστρέψει αυτό το κύμα φυγής, κυρίως των πιο μορφωμένων νέων ανθρώπων (brain drain), με συστηματικό πρόγραμμα υποτροφιών, ερευνητικών θέσεων, κλπ., εγγράφεται όχι απλώς σε ένα παράλληλο πρόγραμμα, αλλά σε μια προοπτική μεσοπρόθεσμου οραματισμού του μέλλοντος της χώρας. 

Στην υγεία δεν συνιστά απλώς αποτροπή της κατάρρευσης του δημόσιου συστήματος. Συνιστά μέριμνα του κράτους για τη μη περιθωριοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, ίσων ευκαιριών σε όλους. Συνιστά ξανα-στήσιμο του κοινωνικού κράτους, το οποίο με περισσή κοινωνική αναλγησία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ οδήγησαν (και προ κρίσης) στην κατάρρευση. 
Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η πολιτική του υπουργείου Εργασίας. Αυτό είναι το κοινωνικό κράτος: η χειραφέτηση των αδύναμων, η μη περιθωριοποίησή τους. 

Η τεράστια διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ έγκειται σε αυτό: 
Ο νεοφιλελευθερισμός περιθωριοποιεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και εμβαθύνει τις σχέσεις με τους προνομιακούς πελάτες. 
Η αριστερή κυβέρνηση μάχεται κατά του νεοφιλελευθερισμού σε αυτό το πεδίο -να επαναφέρει στο προσκήνιο της ιστορίας τις περιθωριοποιημένες ομάδες, τον πιο φτωχό κόσμο, τους άνεργους, τους αόρατους στην κοινωνία. 
Αυτό ήταν και παραμένει ένα μεγάλο αριστερό στοίχημα.

Ξήλωμα του πελατειακού κράτους

Από εδώ και πέρα;
 

Ενώ θα εξακολουθεί η στήριξη των πιο περιθωριοποιημένων ομάδων και η ανασυγκρότηση του κράτους πρόνοιας, το επόμενο βήμα είναι να ξανανοίξει η κυβέρνηση συνομιλία με τα μεσαία στρώματα, διότι και αυτά πλήρωσαν ακριβά την κρίση. 
Είναι ένα άλλο μεγάλο στοίχημα. 

Αυτά τα στρώματα στήριξαν την κυβέρνηση και φαίνονται να απομακρύνονται, σε ένα ποσοστό τουλάχιστον, από αυτήν. 

Η ΝΔ, και όχι μόνο, προσπάθησε και προσπαθεί να «φιλοτεχνήσει» ένα σκοτεινό πρόσωπο της κυβέρνησης: λαϊκιστικό, αντιδημοκρατικό, αυταρχικό και αντιευρωπαϊκό. 

Προσπαθεί, συγχρόνως, να αναπτύξει τον κοινωνικό ανταγωνισμό στις κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα ιδιωτικό και δημόσιο τομέα –ένα νέο, ιδιότυπο κοινωνικό εμφύλιο. 
Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως εχθρός των ελεύθερων επαγγελματιών (κατά κάποιο τρόπο των πιο μορφωμένων), των επιχειρηματιών, των «ικανών» και των «άριστων» και υπέρ ενός «λαού» περιθωριακού, αμόρφωτου και ανίκανου, ενός «λαού» αντιευρωπαϊκού. Σημείωσα μία φράση του κ. Μητσοτάκη στη Βουλή για την οικονομία: «οι Έλληνες δεν βλέπουν τα λεφτά τους στις τσέπες τους, αλλά τα βλέπουν να πηγαίνουν στο κράτος».
Εδώ κρύβεται όλη η ουσία μιας κυρίαρχης νοοτροπίας που επί πάρα πολλά χρόνια διαμόρφωσε η Δεξιά, και αργότερα και το ΠΑΣΟΚ, νοοτροπία πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το πελατειακό κράτος, το άδικο και κοινωνικά ανάλγητο κράτος. 
Που δεν κατόρθωσε να φτιάξει ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, δεν έφτιαξε ισχυρούς θεσμούς πρόνοιας, που με τις προνομιακές σχέσεις με ιδιώτες, με «κάστες» δημοσίων υπαλλήλων (κυρίως ΔΕΚΟ) εναντίον μη προνομιούχων, κράτος της διόγκωσης και ενίσχυσης των προνεωτερικών θυλάκων εξουσίας (οι οποίοι εμφανίζονται ως οι πλέον μεταρρυθμιστικοί και απλώνουν τα πλοκάμια τους στο δεξιό, αλλά κυρίως στον κέντρο-δεξιό, αριστερό χώρο –κάποτε πρέπει να τους ονοματίσουμε). 
Της μίζας, της διαφθοράς και της διαπλοκής, το οποίο φοβάται η Δεξιά, αλλά και το ΠΑΣΟΚ, μήπως με τον ΣΥΡΙΖΑ ξηλωθεί. 

Πρέπει να ξηλωθεί, κι αυτό συνιστά ένα άλλο αριστερό, ιστορικό στοίχημα που αν αυτή η κυβέρνηση δεν κερδίσει, θα είναι υπόλογο απέναντι στην Ιστορία και την ελληνική κοινωνία.

Να δούμε λίγο γενικά την αντιπολιτευτική γραμμή της Νέας Δημοκρατίας;
 

Φαίνεται να είναι μια απολύτως επιφανειακή, επικοινωνιακή-τηλεοπτική πολιτική γραμμή, με συνεπικουρία των ΜΜΕ. 
Πχ, σποτάκια με τα ψέματα Τσίπρα, δημιουργία κλίματος καταστροφής, αίσθησης αυταρχικής, λαϊκιστικής κυβέρνησης. Όχι επί της ουσίας αντιπολιτευτική γραμμή για την οικονομία, την κοινωνική πολιτική, κλπ. 
Κι όσες φορές ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε σε αυτά, δεν τα πήγε τόσο καλά, τα στελέχη της ΝΔ προέβαιναν σε διορθωτικές κινήσεις.

Προς το παρόν η ΝΔ επιδιώκει να απομονώσει την κυβέρνηση σαν αντι-θεσμική δύναμη, βρίσκει και συμμάχους. Αυτό πώς το πετυχαίνει κατά τη γνώμη σου και πώς πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση;
 

Αυτή είναι πολύ σωστή παρατήρηση. Η ΝΔ επιδιώκει (και η εκκολαπτόμενη κεντρο-αριστερά) να απομονώσει την κυβέρνηση από τα μεσαία μορφωμένα στρώματα, στα όπου είχε επιρροή ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Ποντάρει στο ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτελείται, πλέον, από μορφωμένους και προσπαθεί να «φιλοτεχνήσει» ένα σκοτεινό πρόσωπο της κυβέρνησης. Να την παρουσιάσει σαν ένα παράδοξο, ανωμαλία της πολιτικής ζωής, περίεργο πρόσωπο που σπάει τον εκσυγχρονιστικό, ευρωπαϊκό καθρέφτη της χώρας. 

Σε αυτό το πεδίο προσπαθεί η αντιπολίτευση να σύρει την κυβέρνηση, και σε αυτό να δοθεί η μάχη. 

Έχει πολλούς θεσμικούς και εξω-θεσμικούς αρωγούς. Θεωρώ ότι αυτή η αντιπολιτευτική τακτική έχει κοντά ποδάρια, ωστόσο μην την υποτιμήσουμε, και κυρίως μην πέφτουμε στην παγίδα, όπου έχουμε πέσει αρκετές φορές. 

Για να έχει όντως κοντά ποδάρια, πρέπει να κινηθούμε πιο προσεχτικά, όχι σε επικοινωνιακό επίπεδο –στείρους διαξιφισμούς με τη ΝΔ. 
Να εντάξουμε τη σημερινή τακτική της αντιπολίτευσης σε μια συνέχεια ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών που οδήγησαν τη χώρα εδώ, που έστησαν το πελατειακό και ανάλγητο κράτος. 

Δεν μπορεί να απαντούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι με τον ίδιο τρόπο που προκαλεί η ΝΔ («κι εσείς τότε κάνατε αυτό»), αλλά να απαντάμε στην κοινωνία, γιατί η Δεξιά παραμένει επί 100 και πλέον χρόνια Δεξιά.

Το ζήτημα της Δικαιοσύνης

Υπάρχει, πράγματι, πλούσιο υλικό.
 

Πολύ. Παράδειγμα, αυτά, τελευταία, με τη δικαστική εξουσία. Δεν χρειάζεται να ανοίξει μέτωπο κανείς κυβερνητικός με τη δικαστική εξουσία, αρκεί εμείς οι βουλευτές να συγκεντρώσουμε διάφορες αποφάσεις της Δικαιοσύνης που ποτέ δεν εφαρμόστηκαν ή διάφορες αποφάσεις της που ελήφθησαν με γνώμονα τα συμφέροντα των προνεωτερικών θυλάκων εξουσίας. 

Άλλο παράδειγμα, εξαιτίας του οποίου τα πανεπιστήμια έχουν χάσει πολλά λεφτά, ιδίως την περίοδο της κρίσης. 
Από το 1997 νόμος προέβλεπε οι καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί κοκ που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, αλλά χρησιμοποιούν τον τίτλο του καθηγητή, άρα χρησιμοποιούν ένα δημόσιο αγαθό που πληρώνουν οι φορολογούμενοι, ότι πρέπει να αποδίδουν στα πανεπιστήμια το 15% των κερδών τους ετησίως. 
Αυτός ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ή εφαρμόστηκε ελλιπώς (από τους μη προνομιούχους), ενώ το ΣτΕ «έσωσε» με απόφασή του αυτούς που είχαν την «εξυπνάδα» να συστήσουν εταιρία για να ξεφύγουν από το νόμο. 
Τα ΑΕΙ έχασαν πολλά χρήματα. 
Είναι αυτά τα χρήματα που η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εκπαίδευσαν την κοινωνία ότι είναι δημόσια, επομένως τζάμπα. 

Άλλο παράδειγμα: σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος η παιδεία είναι δημόσια και δωρεάν. Για τα μεταπτυχιακά ειδικά υπάρχει απόφαση του ΣτΕ, που προβλέπει σε εξαιρετικές περιπτώσεις δίδακτρα, το ύψος των οποίων ορίζει ο κοινός νομοθέτης, δηλαδή ο υπουργός. 
Ποτέ και από καμιά κυβέρνηση δεν εφαρμόστηκε αυτή η απόφαση. Δεν είδα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ να εγκαλούν τα ΑΕΙ για μη εφαρμογή της. 
Δεν είδα τις κυβερνήσεις τους να σέβονται την απόφαση της Δικαιοσύνης και να επιβάλλουν κανόνες στα ΑΕΙ, αντί να αφήσουν τα δίδακτρα να ανέβουν στο θεό. 
Δεν είδα να κόπτονται για τον σεβασμό στη θεσμικότητα, κλπ. 
Παρεμπιπτόντως, η κυβέρνησή μας οφείλει να τη σεβαστεί. 

Είναι πολλά τα παραδείγματα σύμπραξης φορέων προ-νεωτερικής εξουσίας οι οποίοι ασκούν πραγματική εξουσία σε αυτή τη χώρα υπό τη «διακριτική εποπτεία» των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. 

Τα ΜΜΕ είναι το άλλο κραυγαλέο παράδειγμα. Η κυβέρνηση οφείλει, αντί να ρίχνει βολίδες στον αέρα, να ξαναστήσει τους ιδεολογικούς της αρμούς και να δείξει ότι η κριτική στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν έχει στόχο να πλήξει το θεσμό, αλλά να σπάσουν αυτούς τους προ-νεωτερικούς θύλακες εξουσίας που ελέγχουν το θεσμικό σύστημα της χώρας. 

Έτσι πρέπει να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τα μεσαία στρώματα ο ΣΥΡΙΖΑ, κι εκεί θα φανεί αν η κεντροαριστερά είναι κέντρο με αριστερό πρόσημο, κι όχι ένα κέντρο παντός καιρού και ιδεολογίας.

Στόχος της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ η συντηρητικοποίηση της κοινωνίας

Στο ζήτημα της εκπαίδευσης η ΝΔ, και ο κ. Μητσοτάκης προσωπικά, υψώνει σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση προς την κυβέρνηση.
 

Η παιδεία είναι το κατεξοχήν πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, εκεί θα παιχτούν πολλές μάχες. Η ΝΔ, όμως, εκτός από την πρόταση για ιδιωτικά πανεπιστήμια, την πρόταση για άνοιγμα της παιδείας στον ιδιωτικό τομέα, δεν μας λέει τίποτε άλλο. Επομένως, θα προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 16), την οποία γι’ άλλα μείζονος σημασίας για τη δημοκρατία ζητήματα (απλή αναλογική) δεν θέλει. Ενώ δεν προτείνει απολύτως τίποτε επί της ουσίας, αντιθέτως προσπαθεί να δημιουργήσει εικόνα χάους, ανομίας, πλήρους αταξίας για τα ΑΕΙ. Προσπαθεί μεθοδικά να υπονομεύσει τη δημόσια εκπαίδευση, χτίζοντας εικόνα μη λειτουργίας των δημόσιων ιδρυμάτων, επομένως να αναδείξει ως αναγκαιότητα την ίδρυση ιδιωτικών. 

Στο στόχαστρο, βέβαια, είναι το πανεπιστημιακό άσυλο. Κι ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι το κύριο πρόβλημα (τώρα που, υποτίθεται, υπάρχει χάος στα ΑΕΙ δεν ισχύει το άσυλο), για τη ΝΔ και τις δήθεν μεταρρυθμιστικές δυνάμεις τίθεται στο επίκεντρο για ένα λόγο: επιδιώκεται το ξερίζωμα μιας παράδοσης, μνήμης που συνδέει όχι μόνο τα ΑΕΙ, αλλά και την κοινωνία με το μεταπολιτευτικό, διεκδικητικό, επομένως δημοκρατικό παρελθόν. Όπως είχε πει η κ. Διαμαντοπούλου «θέλω να αλλάξω το DNA του πανεπιστημίου» και μέσω αυτού της κοινωνίας, προσθέτει η ΝΔ. Όλη αυτή η συζήτηση περί ασύλου σε μια χώρα που σέβεται τις συγκροτητικές δημοκρατικές της παραδόσεις θα ήταν γελοία.

Αναγκαία η ριζοσπαστική απάντηση


Κατά τη γνώμη σου αυτού του είδους η προσέγγιση, αγγίζει την κοινωνία; Ακολουθείται και από άλλα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, με άλλες παραδόσεις.
 

Είναι παράδοξο το ΠΑΣΟΚ να συντάσσεται τόσο εύκολα με τη ΝΔ σε αυτό το θέμα. Αλλά που στοχεύουν; Σε ένα πράγμα: στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Δεν είναι καθόλου απλό, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτό. 
Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ προϋπέθετε και συνεπαγόταν μια σχετική ή λιγότερη σχετική αριστερή ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Η ΝΔ τώρα επιδιώκει να δείξει ότι αυτή η ριζοσπαστικοποίηση ήταν καταστροφική γιατί, μεταξύ άλλων, επέφερε ανασφάλεια, αταξία, αναρχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστά απειλή, όχι μόνο για την οικονομία, αλλά για την ίδια την ασφάλεια της κοινωνίας. Στοχεύει στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, κάτι που αποτελεί άλλωστε και πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού. 
Οι διαρκείς εικόνες χάους στα πανεπιστήμια, το «άβατο» των Εξαρχείων, η ανασφάλεια, είναι καλά μελετημένες και ιδεολογικά στοχευμένες κινήσεις που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. 

Με το άσυλο, λοιπόν, η ΝΔ δεν απευθύνεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά μέσω αυτού απευθύνεται στην κοινωνία, της οποίας επιδιώκει να κινητοποιήσει τα συντηρητικά ανακλαστικά. Γι’ αυτό, για μας το άσυλο πρέπει να εγγραφεί στη δημόσια, δωρεάν και δημοκρατική παράδοση του Πανεπιστημίου, το οποίο ήταν και πρέπει να παραμείνει ανοικτό στην κοινωνία. 
Με αυτή την έννοια, το νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή πρέπει να απαντά στα μεγάλα, σημερινά προβλήματα (μεταπτυχιακά, θεσμική αναδιοργάνωση, ανακοπή της ιδιότυπης ιδιωτικοποίησης από μέσα της δημόσιας Παιδείας) των ΑΕΙ. 
Να επικαιροποιηθεί το άσυλο ως σταθμός του δημοκρατικού μεταρρυθμισμού, που άρχισε πριν δεκαετίες και απολύτως συμμεριζόταν το τότε ΠΑΣΟΚ.

Σ’ όλα αυτά η ΝΔ έχει σύμμαχό της πολλά ΜΜΕ. Η κυβέρνηση πώς να απαντήσει, όταν δεν προβάλλονται πράγματα που κάνει, ή οι θέσεις της;
 

Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα, όταν η επικοινωνία γίνεται ουσία. Βέβαια να υπενθυμίσω κάτι, και για αυτό δεν θα πρέπει να απαντάμε επιφανειακά και εμείς στην προπαγάνδα τους. 
Η κοινωνία απέδειξε -εκλογές του ’15, δημοψήφισμα, εκλογές Σεπτέμβρη- ότι δεν υποκύπτει τόσο εύκολα στην προπαγάνδα. Σίγουρα, ο κόσμος τώρα είναι πιο ανίσχυρος απέναντι στην προπαγάνδα των καναλιών, γιατί έχει κουραστεί, γιατί έχουν διαψευστεί κάποιες προσδοκίες του. 
Εμείς, ωστόσο, οφείλουμε να απαντήσουμε μέσω των καναλιών, όχι στην προπαγάνδα τους, αλλά σε αυτό που πραγματικά πονάει την κοινωνία. Να απαντάμε με ειλικρίνεια και διαρκή τάση λογοδοσίας.
 
Άμεση αναζήτηση προοπτικής για το Κυπριακό

Οι βάσιμες ελπίδες για το Κυπριακό διαψεύστηκαν. Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σου;

- Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ήταν μια άσχημη εξέλιξη. Ακόμα κι αν οι ευθύνες βρίσκονται στην αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας, για τη χώρα και κυρίως για την Κυπριακή Δημοκρατία, για την Κύπρο συνολικά, η εξέλιξη δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Δεν αρκεί, λοιπόν, να αποδοθούν οι ευθύνες και να ησυχάσουμε. 

Πρέπει να αναζητηθούν άμεσα οι προοπτικές για τη λύση: σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, σε διεθνές, μεταξύ των δύο κοινοτήτων; Όποιες κι αν είναι, πρέπει γρήγορα να ονοματιστούν και να υπάρξει δραστηριοποίηση. 
Έχω γράψει και μιλήσει άπειρες φορές για το Κυπριακό, γι αυτό δεν έχω σκοπό να επεκταθώ στις τελευταίες εξελίξεις, για τις οποίες δεν γνωρίζω παρά αυτά που γνωρίζουμε όλοι από την ενημέρωση που είχαμε στη Βουλή. Θα περιοριστώ μόνο σε αυτό: Η μη λύση του Κυπριακού δεν είναι λύση (κυρίως γα την Αριστερά), πολύ περισσότερο που διανύουμε περίοδο πολύ πυκνού ιστορικού χρόνου. 
Πρέπει να τεθούν, πλέον, κάποια κρίσιμα ερωτήματα: για πόσο διάστημα και με τι συνέπειες μπορεί η Κύπρος να παραμένει με το μισό της σχεδόν έδαφος υπό κατοχικό στρατό, διχοτομημένη εδαφικά, σε απρόβλεπτο περιβάλλον; Επίσης να τεθεί επιτακτικά το ερώτημα του κατά πόσο η εθνική γραμμή για το Κυπριακό, στην οποία συναινούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις (ακόμα και η Χρυσή Αυγή), αποδίδουν στο «δίκαιη και βιώσιμη λύση» το ίδιο ομοσπονδιακό περιεχόμενο.

Στην αρχή του διαλόγου το διεθνές ενδιαφέρον, π.χ. ΕΕ, ΗΠΑ, ΟΗΕ, δημιουργούσε την αίσθηση ότι όντως επιζητούν λύση. Ήταν έτσι;
 

Θεωρώ πως ναι, και πολύ περισσότερο ότι στην Κύπρο είχαμε δύο ηγέτες που ήθελαν και είχαν πολεμήσει υπέρ της λύσης. Ο Μουσταφά Ακιντζί ήταν ένας από τους ηγέτες που αναδείχθηκαν στο δρόμο, στις διαδηλώσεις κατά του κατοχικού στρατού, όχι μέσα από ένα καθεστωτικό ή κατοχικό σύστημα. 
Τι συνέβη και δεν υπήρξε λύση, τι συνέβη και η αδιαλλαξία της Τουρκίας νίκησε κατά κράτος τους πάντες (ΟΗΕ, ΕΕ, κλπ). 
Για παράδειγμα, σε ποιο βαθμό η ΕΕ είναι διατεθειμένη πλέον να συζητήσει πολιτικά τα σύνορά της και να επιβάλλει τους κανόνες της. 
Σε ποιο βαθμό ο ΟΗΕ μπορεί να επιβάλλει τις αποφάσεις του. 
Όλα αυτά χρειάζονται σε βάθος συζήτηση, με όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία.



Η Σία Αναγνωστοπούλου είναι βουλεύτρια Αχαϊας του ΣΥΡΙΖΑ

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Οι Περιπέτειες του Προτάγματος της Αποανάπτυξης και της Αλληλέγγυας/Συνεργατικής Οικονομίας στην Ελλάδα της Κρίσης



Γιώργος Λιερός

Με την αποανάπτυξη και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία προσπαθήσαμε να σχεδιάσουμε μια απάντηση στην κρίση. Ήδη από το 2010 -με την αρχή των μνημονίων- κατατέθηκε στον δημόσιο διάλογο και περιγράφηκε με μια σχετική επάρκεια το πρόταγμα της αποανάπτυξης, ενώ σκιαγραφήθηκε σε αδρές γραμμές ο ρόλος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την έξοδο από την κρίση σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Την περίοδο 2010-12 στοχαστές όπως ο Σερζ Λατούς είχαν μιλήσει σε κατάμεστα αμφιθέατρα, κυκλοφόρησαν βιβλία, καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες να μεταφερθεί η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Ευρώπης, κινητοποιήθηκαν οι πανεπιστημιακοί κ.λπ. Με την ώθηση που έδωσαν οι πλατείες πολλαπλασιάστηκαν οι δομές αλληλεγγύης και τα συνεργατικά εγχειρήματα.

Μέχρι την αρχή του 2012 τα βασικά είχαν λίγο-πολύ ειπωθεί: παραγωγικοί/καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, αυτοδιαχείριση των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων, τοπικές κοινωνικά ελεγχόμενες αυτοσυντηρούμενες οικονομίες, οικονομίες εγγύτητας, τροφική κυριαρχία, ενεργειακή αυτάρκεια από τοπικές ανανεώσιμες πηγές, τοπική επεξεργασία της αγροτικής παραγωγής, βιοτεχνικά/βιομηχανικά τοπικά οικοσυστήματα, μια τεχνολογικά προηγμένη μαστορική, τοπικές αγορές, τοπικά νομίσματα, συντονισμός των μικρής κλίμακας οικονομιών σε ευρύτερες βιοπεριφέρειες.

Σήμερα, το 2017, είμαστε πλέον αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι αυτές οι ιδέες, και οι πρώτες πειραματικές πρακτικές, δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υπολογίσιμη κοινωνική δυναμική, να αποτελέσουν τα πρώτα έστω βήματα σε μια διαδικασία παραγωγικής/κοινωνικής ανασυγκρότησης υπό την ηγεμονία των λαϊκών τάξεων. Γιατί;

– Ούτε καν εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε το 2010 ποια ήταν η πραγματική έκταση που είχε πάρει η τραγωδία των κοινών στην Ελλάδα. Το 2010, σε μια μεγάλη έκταση, η καταστροφή των τοπικών κοινωνιών είχε ήδη συντελεστεί, περισσότερο βέβαια όσον αφορά τις γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων, λιγότερο στις επαρχιακές πόλεις και χωριά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη χώρα μας μόνο το 7% των αγροτών είναι συνεταιρισμένοι, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά της Ευρώπης, όπου συνήθως συνεταιρισμένοι είναι το 50-80% των αγροτών, οι ενεργοί αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τους 150[1]. Ήδη πριν ξεκινήσει η κρίση είχε εξανεμιστεί το «κοινωνικό κεφάλαιο», οι δυνατοί κοινωνικοί δεσμοί, που θα επέτρεπαν την ρωμαλέα ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, ένα μαζικό κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης κ.λπ.

– Τα κόμματα της Αριστεράς -συμπτώματα και ενεργοί συντελεστές της τραγωδίας των κοινών- ήταν αδιάφορα (ΣΥΡΙΖΑ) ή και εχθρικά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σ’ αυτές τις ιδέες και πρακτικές και η έχθρα τους δεν ερχόταν από το παρελθόν, η συλλήβδην απόρριψη των συνεταιρισμών δεν θα μπορούσε καν να περάσει από το μυαλό των παλαιότερων σταλινικών. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υιοθέτησε ποτέ, και μάλιστα ως κύριο μέρος του προγράμματος του, τις απόψεις της αυτοδιαχείρισης, των αγροτοβιομηχανικών συνεταιρισμών, της κοινωνικοποίησης (αντί της κρατικοποίησης) όπως το ΠΑΣΟΚ το 1974-81. Αλλά ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε, δεν θα μπορούσε -κάτι τέτοιο προϋποθέτει σιδερένια γιακωβινική θέληση και όχι τιποτένιους απατεώνες- να μετασχηματίσει τις σκόρπιες θεωρητικές ιδέες σε συνεκτικές κρατικές πολιτικές στην κατεύθυνση της «κατασκευής του κατασκευαστή[2]» της παραγωγικής ανασυγκρότησης (του κατασκευαστή που εξέλειπε λόγω της τραγωδίας των κοινών). Το 2012-15 η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης που θα έσκιζε τα μνημόνια, θα έπρεπε να συμβαδίζει με την προετοιμασία ενός καλοδουλεμένου σχεδίου το οποίο θα επέτρεπε στην κυβέρνηση της Αριστεράς να δράσει ως θεσμικός καταλύτης -ο όρος είναι της Ε. Όστρομ- για να απελευθερώσει μπλοκαρισμένες κοινωνικές δυναμικές. Μα τι πάμε και τους ζητάμε τώρα! Τρία χρόνια στην κυβέρνηση και ακόμη δεν έχουν καταφέρει να σχεδιάσουν μια στοιχειώδη πολιτική για την κοινωνική οικονομία!

Η ουτοπία της Αριστεράς -και εδώ συμφωνούν όλες οι τάσεις- είναι ένα κράτος στο οποίο όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο κρατισμός της Αριστεράς είναι η ιδεολογία, η ψευδής συνείδηση που συνοδεύει την κοινωνική αναβάθμιση των ανθρώπων της, οι οποίοι από τη δεκαετία του 1980 και μετά ανέρχονται κοινωνικά, χάνουν την επαφή τους με τα υπόγεια της κοινωνίας και υιοθετούν ατομικές στάσεις ζωής που συνάδουν με τον πολιτισμικό φιλελευθερισμό. Δεν είναι μόνο μια αναλογία με το «παράδοξο» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που η εφαρμογή τους τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε στη γιγάντωση των κρατικοδίαιτων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αυτός ο κρατισμός και μάλιστα συνδυασμένος με μια κούφια επαναστατική φρασεολογία, έναν αφόρητα κουραστικό βερμπαλισμό για την εργατική τάξη, την επανάσταση, την ταξική μεροληψία, τα ταξικά πρόσημα και άλλα τέτοια που δεν δεσμεύουν πρακτικά σε τίποτα, λειτουργεί σαν ψευδής συνείδηση, σαν ιδεολογία, μια διπλή γλώσσα που συγκαλύπτει βαθιά φιλελεύθερες πρακτικές και στάσεις ζωής.

– Τις ιδέες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας και της αποανάπτυξης τις υιοθέτησαν οι οικολόγοι, αντιεξουσιαστές, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, άνθρωποι των κινημάτων κ.ά. οι οποίοι λειτουργήσαμε μάλλον σαν μια εσωτερική αντιπολίτευση στις ιδέες της Αριστεράς και όχι σαν προπομπός ενός πραγματικού κοινωνικού κινήματος. Επτά χρόνια μετά, είμαστε ακόμη κυρίως ένας πολιτικοϊδεολογικός χώρος, δεν είναι τυχαίο το ότι οι πρωτοβουλίες για τον συντονισμό των εγχειρημάτων είναι ίσως περισσότερες από τα ίδια τα εγχειρήματα. Ως επί το πλείστον μοιραζόμαστε το ίδιο κοινωνικό έδαφος με την Αριστερά, μερικές φορές απλώς είμαστε πιο ειλικρινείς, άλλοτε πάλι -ευτυχώς όχι πια τόσο συχνά- δίνουμε το στίγμα ενός χιπισμού μεσηλίκων. Σε κάθε περίπτωση οι ώμοι μας αποδείχτηκαν αδύναμοι για τα βαριά καθήκοντα της περιόδου.

Μιλώντας για την τραγωδία των κοινών στη χώρα μας ουσιαστικά αναφερόμαστε στον κίνδυνο να χαθεί η σπουδαία ελληνική παράδοση ανεξαρτησίας, ανεξαρτησία σε επίπεδο ατομικό, οικογενειακό, κοινοτικό, πολιτικό (όχι ότι αυτή η παράδοση είναι η μόνη στην περιοχή, η Ροζάβα είναι μόνο ένα επεισόδιο μιας άλλης εξίσου παλιάς και σπουδαίας παράδοσης στην άλλη πλευρά του Αιγαίου).

Ο νεότερος ελληνισμός κυοφορήθηκε στις κοινότητες των ελληνικών βουνών και των νησιών οι οποίες όχι μόνο ήταν πρακτικά κοινωνίες έξω από το κράτος, αλλά επίσης ήταν στενά συνδεδεμένες με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της εποχής τους: Παρίσι, Βιέννη, Μόσχα, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Βαγδάτη. Εδώ ωρίμασαν οι δυνάμεις οι οποίες διεξήγαγαν με επιτυχία τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, το 1821. Έκτοτε γνωρίσαμε τρεις γύρους καταστροφής των κοινών.

Τον πρώτο γύρο τον επιχείρησε το αρτιγέννητο ελληνικό έθνος-κράτος. Και όμως όχι μόνο άντεξαν οι παλαιότερες κοινοτικές δομές αλλά ήδη από τα τέλη του 19ου αι. αναδύεται μια ιδιαίτερα πλούσια συλλογική ζωή με νέες μορφές και περιεχόμενα: συνεταιρισμοί αγροτικοί και αστικοί, «συντεχνίες», σωματεία, ταμεία αλληλοβοήθειας, αυτασφάλισης, μορφωτικοί και εκπαιδευτικοί όμιλοι κ.ά. Όλος αυτός ο κοινωνικός και πολιτιστικός πλούτος υποστρώνει μια έντονη δημόσια ζωή και θα κορυφωθεί με την ελεύθερη Ελλάδα των βουνών, την Ελλάδα του ΕΑΜ, ένα κοινοτικό κράτος, μια πραγματική κοινοτική δημοκρατία όπως την είχε ονειρευτεί ο Καραβίδας.

Ο δεύτερος γύρος καταστροφής των κοινών ήταν υπόθεση της αντεπανάστασης και του μετεμφυλιακού κράτους που οικοδόμησε.

Ο τρίτος και πιο αποφασιστικός γύρος, δεν χρησιμοποίησε τόσο τη βία αλλά τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 με την «πρώτη φορά Αριστερά» (το ΠΑΣΟΚ) και ολοκληρώνεται στις μέρες μας στο καθεστώς της κρίσης με την «δεύτερη φορά Αριστερά» (τον ΣΥΡΙΖΑ). Ό,τι δεν κατάφερε με την καταστολή το μετεμφυλιακό κράτος, το πέτυχαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Ήδη από την αρχή της κρίσης -και αυτό σήμερα γίνεται περισσότερο καθαρό από ποτέ- δεν ήταν δυνατή κανενός είδους παραγωγική ανασυγκρότηση έξω από ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής αναγέννησης, τέτοιου που να ανοίγει δρόμους και για όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Το πρόταγμα της αποανάπτυξης -και μαζί εκείνο της άμεσης δημοκρατίας- παραπέμπει σε ένα τέτοιο πολυεπίπεδο κίνημα. Είμαστε σε θέση να αναδείξουμε πρακτικά αυτό το πρόταγμα σε όλο τον πλούτο των περιεχομένων του;

Σημειώσεις:

[1] Σύμφωνα με την Ματίνα Κανάκη, 5η συνεδρία της 4ης Μαΐου 2017 του 1ου Πανελλήνιου Διεπιστημονικού Συνεδρίου για τα Κοινά και την Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία, ΑΠΘ.

[2] Πρόκειται για μια φράση με την οποία ο Α. Γκράμσι αναφέρεται στην πολιτική του Ιταλού πρωθυπουργού Φ. Κρίσπι (1818-1901) ο οποίος ασκώντας την εξουσία με σιδερένιο χέρι βοήθησε στην ανάδυση της βιομηχανικής αστικής τάξης της Β. Ιταλίας, II Risorgimento, ελλ. Εκδ. Στοχαστής 1987, σ. 130.

*Το παρόν κείμενο έχει σαν βάση την εισήγηση στη συζήτηση με θέμα «Το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-Μετάβασης ως απάντηση στην καταστροφή του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών» που έγινε στα πλαίσια του πρόσφατου «4ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας» (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, 9-11 Ιουνίου, Αθήνα).



Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Είμαστε αιχμάλωτοι -αλλά έχουμε wi-fi.


Μια σύγχρονη παραβολή...

του Γελωτοποιού

“Ξέρεις πώς πέθανε ο τελευταίος τίγρης της Τασμανίας;” με ρωτάει ο Τηλέμαχος στο αυτοκίνητο.

Πάντα νοιαζόταν να διαβάζει για τα ζώα, σε εγκυκλοπαίδειες και σε βιβλία. Τώρα πια, σχεδόν έντεκα, ψάχνει στο διαδίκτυο για ό,τι θέλει να μάθει.

“Πέθανε στον ζωολογικό κήπο. Ήταν ο τελευταίος που υπήρχε και τον άφησαν να πεθάνει εκεί μέσα. Το 1936. Υπάρχει και βίντεο.”

Στη φωνή του διακρίνω θλίψη και απορία.

“Το ‘χω δει το βίντεο”, του λέω προσέχοντας τον δρόμο.

Περιμένει να του πω κάτι ακόμα. Η απάντηση μου είναι χωρίς αξία.

“Γιατί τον αφήσαν να πεθάνει εκεί μέσα;”
“Δεν υπήρχε άλλος. Τι να έκαναν;”
“Να τον άφηναν ελεύθερο.”
“Πάλι θα πέθαινε.”
“Ναι, αλλά θα πέθαινε ελεύθερος.”

Ο Τηλέμαχος, ως παιδί, κι ως άνθρωπος ευαίσθητος, είδε το βίντεο κι ένιωσε την απόγνωση του τελευταίου τίγρη. Δεν σκέφτηκε κυνικά ή επιστημονικά. Ένιωσε.

Πίστεψε ότι θα ήταν καλύτερο να τον αφήσουν να φύγει. Να χαθεί στα δάση της Τασμανίας, να κυνηγήσει, να ψάξει μήπως βρει ένα τελευταίο θηλυκό -έναν αρσενικό έστω, για να πιούνε μπύρες αντικρίζοντας την εξάλειψη.

“Να πεθάνει ελεύθερος”, αυτό είπε ο Τηλέμαχος.

~~

Αργότερα, κάμποσες ώρες μετά μου ξαναμιλάει για τον τίγρη.

“Τον είχαν επικηρύξει”, μου είπε. “Επειδή τους έτρωγε τα πρόβατα.”

“Οι πρώτες επικυρήξεις ξεκίνησαν από το 1830, και μεταξύ του 1888 και 1909 η τοπική κυβέρνηση της Τασμανίας πλήρωνε 1 λίρα για κάθε νεκρό ενήλικο θυλακίνο και 10 σελίνια για τα κουτάβια τους. Τα αρχεία δείχνουν, πως εξαργυρώθηκαν συνολικά 2.184 επικυρήξεις, αλλά πιστεύεται πως σκοτώθηκαν πολλοί περισσότεροι θυλακίνοι πέρα από τις επικυρήξεις που πληρώθηκαν. Η εξαφάνιση τους, αποδίδεται συχνά σε αυτές τις αμείωτης έντασης προσπάθειες των γεωργών, κτηνοτρόφων και κυνηγών επικυρήξεων.” πηγή wikipedia

“Πώς το ‘καναν αυτό;” με ρωτάει.
“Για τον τίγρη ρωτάς;” του λέω. “Για το ζώο; Οι Ευρωπαίοι που πήγαν στην Τασμανία βρήκαν ανθρώπους, που ζούσαν σε πρωτόγονη κατάσταση. Τους εξόντωσαν όλους. Τους επικήρυξαν κι αυτούς. 5 λίρες για κάθε μεγάλο και 2 λίρες για κάθε παιδί. Την τελευταία Τασμανή την ονόμασαν Τρουγκανίνι, και πέθανε το 1876. Φυλακισμένη κι εκείνη, με ρούχα ευρωπαϊκά, σε σπίτι ευρωπαϊκό.”

Κάνω μια μικρή παύση. Τ’ αυτοκίνητα μποτιλιαρισμένα. Πού πάμε; Τι τρέχουμε να προλάβουμε;

“Εξόντωσαν κι εξοντώνουν ανθρώπους. Νομίζεις ότι θα λυπόντουσαν τα ζώα;”
“Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;” με ρωτάει και φυσικά δεν μπορώ ν’ απαντήσω στην ερώτηση του.

Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;

~~

Την επόμενη ή μπορεί τη μεθεπόμενη μέρα, για λόγους άσχετους με τη συζήτηση που προανέφερα, βάζω να δω μια ταινία του Μελ Γκίμπσον, το “Apocalypto”.

Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να αποδώσει μια εικόνα της προκολομβιανής Αμερικής, πώς ζούσαν οι αυτόχθονες πριν την εισβολή των Ευρωπαίων και την αρχή της Μεγάλης Γενοκτονίας (δες παλιότερο κείμενο “Η μεγαλύτερη γενοκτονία της ανθρωπότητας”).

Παρά τα ιστορικά λάθη, που δεν πρέπει να μας απασχολούν σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, ο Γκίμπσον δίνει με πολλή ένταση και βία, τη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους του δάσους, τις μικρές φυλές-ομάδες, και στους Μάγια.

Οι Μάγια είχαν αναπτύξει τον “λαμπρότερο” πολιτισμό του δυτικού ημισφαιρίου, ισάξιο σε πολλά επιτεύγματα εκείνων της Αιγύπτου, της Ινδίας και της Κίνας.

Όμως ποιο ήταν το “καύσιμο” του πολιτισμού των Μάγια; Όπως συμβαίνει σε κάθε αυτοκρατορία, είτε είναι η Ρωμαϊκή είτε είναι η Βρετανική, το καύσιμο είναι οι άνθρωποι, το αίμα τους και ο ιδρώτας τους.

Πόλεμος και σκλαβιά, πόλεμος και εκμετάλλευση. Όσο μεγαλώνει μια ομάδα ανθρώπων και αποκτά συγκεντρωτική εξουσία, από φυλή σε έθνος σε πόλη σε βασίλειο σε αυτοκρατορία, τόσο αυξάνονται οι ανάγκες της για καύσιμα, τόσο πιο βίαιη γίνεται, τόσο περισσότερο αίμα και ιδρώτα ζητάει.

~~

Η αυτοκρατορία των Μάγια παρήκμασε πριν την εισβολή των Ευρωπαίων. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις αυτοκρατορίες. Φτάνουν στο ύψιστο σημείο μεγέθους που μπορούν κι έπειτα τελειώνουν οι πόροι. Τότε κάποιοι άλλοι, έρχονται να πάρουν τη θέση τους.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε παρακμάσει πολύ πριν έρθουν οι Τούρκοι. Ο Τζέγκινς Χαν οδήγησε τους Μογγόλους απ’ τον Ειρηνικό ως την Κασπία, όταν οι Κινέζοι δεν μπορούσαν πια ν’ αντισταθούν.

Το μόνο κοινό σημείο σ’ όλες τις αυτοκρατορίες που έχουν ακμάσει και παρακμάσει στον πλανήτη μας είναι η βία, ο πόλεμος, το αίμα.

Καμία αυτοκρατορία δεν επικράτησε ειρηνικά-φιλοσοφικά.

~~

Οι ινδιάνοι του δάσους ζούσαν κι επιβίωναν ως μέρος του δάσους. Σπάνια έτρωγαν κρέας, τα μεγάλα θηράματα ήταν γιορτή για την ομάδα. Συνήθως αρκούνταν σε μικρά ζώα-ερπετά-τρωκτικά. Φοβούνταν τον ιαγουάρο και θα τον σκότωναν αν τον έβρισκαν μπροστά τους -για να επιζήσουν. Όμως την ίδια στιγμή τον σέβονταν κι ήξεραν ότι είναι εξίσου σημαντικός μ’ εκείνους -αν όχι ανώτερος.

Οι ινδιάνοι της αυτοκρατορίας των Μάγια, έπρεπε να ταΐσουν-ντύσουν-στολίσουν τους βασιλιάδες, την αριστοκρατία, τους ιερείς, τους στρατιώτες, τους τεχνίτες, τους υπηρέτες, τις πόρνες, τους δούλους. Καθώς το καλαμπόκι δεν αποδίδει αρκετά μέσα στη ζούγκλα και μεγάλα κοπάδια δεν μπορούσαν να συντηρηθούν (η οικολογία προηγείται της κοινωνιολογίας), αναγκάστηκαν να αναζητήσουν πρωτεΐνες στο ανθρώπινο κρέας (δες παλιότερο κείμενο (Ανθρωποφαγία – ή πώς να μαγειρέψετε τους συγγενείς σας).

Η ανθρωποφαγία ήταν ανάγκη για τους Μάγια -και η θρησκεία ήταν η νομιμοποίηση της ανάγκης.

Με τη σειρά της η χριστιανική θρησκεία καθαγίασε την εισβολή και τον σφαγιασμό των ινδιάνων. Όχι για τροφή, αλλά για πλούτο, κυριαρχία, επέκταση.

Αυτός είναι ο άνθρωπος. Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;

~~

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κάπου στην Ευρώπη:
Τ’ αυτοκίνητα παρκαρισμένα παντού. Ο γκιόνης δεν ακούγεται απόψε. Μόνο τ’ αυτοκίνητα και τα μηχανάκια.

Απέναντι εξαόροφες πολυκατοικίες, με το συναγερμό απέξω να προειδοποιεί τους διαρρήκτες.

Μόνα ζωντανά τα σκυλιά που γαβγίζουν στα μπαλκόνια και τα φυτά που μαραίνονται στα γλαστράκια. Και τα καρτερικά δέντρα στο πεζοδρόμιο.

Δεν μπορώ καν να δω τον ουρανό απ’ το μπαλκόνι που κάθομαι. Κι εκεί, αν σκύψω μπροστά, μετά βίας φαίνονται τρία αστέρια.

Δεν έχουμε καμία επαφή με τη φύση, τη ζωή, μόνο τσιμέντο και led. Αλλά το συνηθίσαμε -κι έχουμε και wifi.

Και πρέπει να σηκωθούμε νωρίς το πρωί για το σχολείο κι ύστερα δουλειά κι ύστερα περισσότερες υποχρεώσεις κι ύστερα…

Στην παγκόσμια αυτοκρατορία το καύσιμο είμαστε εμείς.

Να πεθαίνουμε αιχμάλωτοι σαν τον τελευταίο τίγρη της Τασμανίας και -αυτό είναι το πιο αστείο- να νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι.

Αυτό είναι το πιο τραγικό: Νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι.

Αλλά έχουμε wi-fi.


πηγή sanejoker.info

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Η καταστροφή της μεσαίας τάξης



Το ότι η μεσαία αστική τάξη καταστρέφεται είναι πασιφανές πλέον και πάντοτε αυτή η τάξη ήταν εκείνη που καταστρεφόταν από τις οικονομικές δυσχέρειες. Αρκεί να δει κανείς τι έγραφε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ πριν την Γαλλική Επανάσταση στην Πολιτική Οικονομία του για την εποχή του λες και επρόκειτο για τη δική μας: "Το μεγαλύτερο κακό έχει ήδη ενσκήψει, όταν υπάρχουν φτωχοί για να υπερασπιστούμε και πλούσιοι για να περιορίσουμε. Τότε όλη η δύναμη των νόμων ασκείται πάνω στα μεσαία εισοδήματα και είναι εξίσου αδύναμοι τόσο έναντι των θησαυρών των πλουσίων όσο και έναντι της ένδειας των φτωχών….οι μεν (οι πλούσιοι) σπάνε τα δίχτυα, οι δε (οι φτωχοί) περνούν ανάμεσά τους".

Αλλά τα αίτια αυτής της καταστροφής δεν είναι και τόσο ευκρινή

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτά είναι τυχαία, δηλαδή σε μία οικονομική κρίση αυτοί που χάνουν είναι όσοι έχουν. Και εφ’ όσον οι πολύ ισχυροί δεν γίνεται να χάσουν και οι πάμφτωχοι δεν έχουν τίποτε για να χάσουν, τότε οι μόνοι που μπορούν να απολέσουν κάτι είναι αυτοί που ανήκουν στην μεσαία τάξη στις πολλές διαστρωματώσεις της. 
Αυτό είναι πέρα για πέρα λογικό. 
Όμως μια τέτοια καταστροφή οφείλεται μόνον στην τύχη;

Πιστεύουμε ότι υπάρχει και μία άλλη πλευρά αθέατη που, όμως, συναληθεύει με το προηγούμενο.

Βέβαια, πρέπει προηγουμένως να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τον όρο “μεσαία τάξη” στο παρόν άρθρο για λόγους κατανόησης. 

Η μεσαία τάξη δεν είναι κάτι ενιαίο αλλά εμπεριέχει πολλές κοινωνικές διαστρωματώσεις και μπορεί να συμπεριλάβει και την λεγόμενη εργατική τάξη. Θεωρούμε ως μεσαία τάξη όλους εκείνους που υπάγονται στον συνεκτικό κοινωνικό ιστό, έχουν προοπτική βελτίωσης στη ζωή, σχετική ελευθερία, τακτικά εισοδήματα και, το σημαντικότερο, πρόσβαση στην παιδεία και τον πολιτισμό. 
Η ανώτερη τάξη (που έχει και αυτή διαστρωματώσεις) είναι εκείνη που δεν υπόκειται στις συνήθεις ανάγκες του ανθρώπου για επιβίωση και ζει έξω από τον κοινωνικό ιστό επειδή μπορεί να το κάνει, ενώ η κατώτατη είναι αυτή που είναι τόσο πτωχή που γίνεται έρμαιο των ισχυρών και η προσπάθεια για επιβίωση μαζί με την αμάθεια λόγω έλλειψης παιδείας την ωθεί επίσης έξω από τον κοινωνικό ιστό. 

Φυσικά, σαφείς διαχωρισμοί δεν υπάρχουν και τα κατώτερα στρώματα αυτής της μεσαίας τάξης μπορεί να συνδέονται στενότερα με την κατώτατη και τα ανώτερα ή τα μεσαία στρώματά της είναι σαφές ότι χάνουν περισσότερο στις κρίσεις. Ορισμένα δε άτομα της ελίτ μπορεί να χάνουν τα κεκτημένα αιφνιδιαστικά στις οικονομικές κρίσεις, αλλά ως τάξη δεν αφανίζεται, δηλαδή τα δύο άκρα έχουν προς το παρόν σταθερή ύπαρξη έστω και αν τα μέλη τους μεταβάλλονται. Το μεσαίο σημείο όμως (η ευρεία μεσαία τάξη) είναι ευάλωτη και μπορεί παροδικά να αφανιστεί. 

Το οικονομικό κριτήριο δεν είναι, βέβαια, το μοναδικό κριτήριο διαχωρισμού (αυτό θα ήταν απαράδεκτο), αλλά αποτελεί ένα μέσον για ευκαιρία πρόσβασης στα πολιτισμικά αγαθά και για πνευματική ανάτπυξη και ελευθερία, πράγματα καίρια για την όποια εξουσία και των οποίων την ανάπτυξη η μεγάλη φτώχεια εμποδίζει.

Σε εποχές που επιχειρείται η κατάληψη της παγκόσμιας εξουσίας, όπως συμβαίνει σήμερα, θα πρέπει να αναζητηθεί ο κυριότερος παράγοντας αποτροπής της, τόσο σε επίπεδο διεθνών υποκειμένων όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. 

Από το ένα μέρος, στο διεθνές επίπεδο υπάρχει μία απαξίωση των κρατών και των εθνών, τα οποία – και κυρίως τα έθνη – είναι οι ισχυροί παράγοντες που έχουν αποφασιστικό ρόλο στα πράγματα λόγω της υποκειμενικής συνοχής που διαθέτουν και την οποία τείνουν να διατηρήσουν, πράγμα που αντίκειται στους σχεδιασμούς μιας τέτοιας παγκόσμιας εξουσίας. 

Αυτό συμβαίνει επειδή μια τέτοια εξουσία δεν θέλει να έχει απέναντί της ισχυρά υποκείμενα αλλά διασπασμένα ανίσχυρα άτομα και ισχνές συλλογικότητες εύπλαστες στη βουλητική της επιβολή

Από το άλλο μέρος, στο κοινωνικό επίπεδο αυτόν τον ρόλο τον παίζει η μεσαία τάξη, που συνδέεται εντονότερα με το έθνος και το κράτος από όσο οι άλλες δύο και είναι η πιο πολυπληθής και ισχυρή τάξη, με τα ανώτερα και κατώτερα κλιμάκιά της – γιατί στο παρόν άρθρο τη θεωρούμε υπό την παραπάνω πολύ ευρεία έννοια.

Ποια είναι όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά της μεσαίας τάξης που μπορεί να λειτουργούν ως παράγοντας αποτροπής μιας τέτοιας εξουσίας και της όποιας εξουσίας;

(α) Είναι πολυπληθέστερη των άλλων, ειδικά στη δύση που το όλο επίπεδο ήταν συγκριτικά περισσότερο ανεβασμένο. Αυτό σημαίνει ότι έχει εν δυνάμει μεγάλη ικανότητα αποτροπής και ελέγχου της εξουσίας.

(β) Είναι η πιο μορφωμένη τάξη πράγμα που είναι το καίριο και επικίνδυνο για την εξουσία χαρακτηριστικό της. Γι’ αυτό μπορεί, αν το θέλει, να ασκήσει πιο αποτελεσματικά τον λεγόμενο δημοκρατικό έλεγχο στην πολιτική και να απαιτήσει την θέσπιση και εφαρμογή των νόμων. Το ότι δεν το έχει κάνει δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι βρίσκεται σε πνευματική ύφεση.

(γ) Αυτή η τάξη είναι το φυτώριο των νέων διανοούμενων και στοχαστών που θα επηρεάσουν το μέλλον διανοητικά, ηθικά και πνευματικά και θα σταθεί αυξανόμενα αποτρεπτικά απέναντι σε κάθε εξουσία. Είναι αυτή στην οποία μπορούν να ανθίσουν οι ιδέες και οι συναγόμενες αρχές που έχουν καθολική ισχύ και είναι ολότελα ασύμβατες με την εξουσία. 
Ερωτάται εδώ: Γιατί δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο η κατώτερη τάξη, των πάμφτωχων και αναλφάβητων; 
Γιατί η κατώτερη λόγω της επιβαλλόμενης άγνοιας και εξαθλίωσης μπορεί να αντιδρά μόνον ενστικτωδώς και χωρίς γνώση, όραμα και σχέδιο. Η μεσαία τάξη, λοιπόν, είναι η πνευματική δεξαμενή για αυτή τη λειτουργία και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να είναι στόχος όσων επιχειρούν τον παγκόσμιο έλεγχο. Είναι η ευρεία τάξη που μπορεί να στηρίξει την ηθική και να πολεμήσει την άγνοια, επειδή δεν υφίσταται την εξαθλίωση ούτε του υπερβολικού πλούτου ούτε της υπερβολικής φτώχειας. Γι’ αυτό η υποβάθμιση της παιδείας έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον και ο υπερκαταναναλωτισμός ήταν μία υποστροφή ή μία αυτοϋποβάθμιση της μεσαίας τάξης, γιατί αυτό έδειχνε ότι άρχισε να ψάχνει το νόημα της ζωής στο έχειν και έτσι αφανιζόταν βαθμιαία από το ιστορικό προσκήνιο.

Η ελίτ δεν αφανίζεται, διατηρείται στη ζωή λόγω της συγκριτικής δυνάμεως που διαθέτει, αν και, παραδόξως, λειτουργεί και αυτή στο κατώτατο επίπεδο συνείδησης όπως η κατώτατη τάξη, αλλά με άλλες δυνατότητες ελέγχου και επιβίωσης
Αυτό συμβαίνει, επειδή οι γνώσεις που αποκτά μέσω της παιδείας δεν έχουν κοινωνική κατεύθυνση παρά μόνον επιφανειακά και αποξενώνονται από τον εγγενή κοινωνικό χαρακτήρα τους, γι’ αυτό η συνείδηση δεν επηρεάζεται, απλώς η γνώση γίνεται ένα μέσον διαφοροποίησης και υπεροχής. Υπό μία τέτοια οπτική γωνία παραμένει κανείς στο κατώτερο επίπεδο συνείδησης – αν θεωρήσουμε τη συνείδηση ως έκφραση κοινωνικότητας. Αυτό αντιστοιχεί στον άνθρωπο που ανέπτυξε μεν τον νου, αλλά για να οχυρώσει την ζωικότητα και όχι για να καλλιεργήσει την ανθρωπινότητα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Νίτσε, ως υπέρμαχος μιας παγκόσμιας ελίτ, θεωρούσε ότι ο “δυνατός” άνθρωπος (εννοούσε τον κυριαρχικό) δεν μπορεί να βρεθεί στα μεσαία στρώματα αλλά είναι δυνατόν να βρεθεί στα κατώτερα! Αυτό συμφωνεί με το ότι υπάρχει μία ομοιότητα λειτουργική ανάμεσα στην ανώτερη και την κατώτατη τάξη, πράγμα που εκφράζεται στο ότι και οι δύο τείνουν να διαφεύγουν του νόμου και των καθολικών αρχών αν και για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά.

Η κατώτατη τάξη είναι το φυσικό αποτέλεσμα της ανισότητας και υφίσταται ως ανώνυμο πλήθος ανθρώπων που προσπαθούν μεν να αποκτήσουν κοινωνικό “πρόσωπο”, αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο προς το παρόν, επειδή η εξαθλίωση οδηγεί σε δουλεία και όχι σε ανάδειξη της αυταξίας. Ο Νίτσε έλεγε υποτιμητικά: «Δεν πρέπει γενικά να προϋποθέτουμε ότι πολλοί άνθρωποι είναι “πρόσωπα”» και ότι είναι φορείς, εργαλεία μετάδοσης, μηχανικοποιώντας έτσι τον μαζικό άνθρωπο χωρίς ελπίδα προσωποποίησης.

Η μεσαία τάξη είναι, τελικά, αυτή που συνθέτει μέσα της τα αντίθετα στοιχεία και διατηρείται σε μία μεταβαλλόμενη ισορροπία που με τον χρόνο μπορεί να αποδώσει τους καρπούς της συνειδησιακής εξέλιξης του ανθρώπου, αν χρησιμοποιήσει ορθά τη βουλητική ελευθερία της
Στέκεται στο μεσαίο σημείο ισορροπίας και όχι στο σημείο απανθρωποποίησης που βρίσκεται τόσο στην αθλιότητα της φτώχειας και της υποδούλωσης όσο και στην ανεξαρτησία από κάθε φυσική ανάγκη σε καθεστώς όμως ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασης ανώριμης για τέτοιο επίπεδο ανεξαρτησίας με συνέπεια να εντείνει ακόμη περισσότερο την ανωριμότητα. Πολλά θα μπορούσαμε να σκεφθούμε για το θέμα και, κυρίως, για τις ποιότητες που μπορούν να χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, αλλά θα χρειαζόταν περισσότερος χώρος από αυτόν ενός άρθρου. Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό για να αφεθεί αποκλειστικά στη σφαίρα της οικονομίας. Μια τέτοια παράλειψη θα αλλοίωνε σημαντικά την εικόνα των κοινωνικών εξελίξεων.

Αυτή η οπτική μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το καίριο σημείο των εξελίξεων της εποχής μας είναι – και πάντα ήταν – η συνείδηση με ό,τι αυτή περιλαμβάνει, όπως την ευθύνη και το μελλοντικό όραμα.

Ιωάννα Μουτσοπούλου
Μέλος της ΜΚΟ Σόλων


Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Λειψανολατρεία: Τα απομεινάρια μιας πίστης


της Ιφιγένειας Κοντού

Κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει ένα πούπουλο από το φτερό του αγγέλου Γαβριήλ, και ο Επίσκοπος του Μάιντς έχει μια φλόγα από την καιόμενη βάτο του Μωϋσή. Και πώς συμβαίνει να έχουν θαφτεί στη Γερμανία δεκαοχτώ απόστολοι, τη στιγμή που ο Χριστός είχε μονάχα δώδεκα;» - Η φράση αποδίδεται στον Μαρτίνο Λούθηρο. Αν έχει όντως ειπωθεί, πόσο επίκαιρη συνεχίζει να είναι σήμερα, 500 χρόνια αργότερα...

Το σκήνωμα της Αγίας Ελένης με την ασημένια προσωπίδα που τιμάται με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας [αρχηγός κράτους άλλωστε κι αυτό όπως και το «άγιο φως»] αλλά και με αθρόα προσέλευση προσκυνητών στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, είναι χωρίς αμφιβολία, το [νεκρό] πρόσωπο της εβδομάδας. Το θέμα συζητιέται σε όλα τα Μέσα.

Πολλοί παρατηρητές του φαινομένου, έσπευσαν να παρομοιάσουν την προθυμία των πιστών να προσκυνήσουν ένα άψυχο σώμα, νεκρό εδώ και αιώνες με την προσκόλληση των πρωτόγονων λαών στους νεκρούς προγόνους τους. Δεν είναι όμως μόνο οι πρωτόγονοι λαοί που προσκυνούν και λατρεύουν νεκρά σώματα.

Στην Ευρώπη η λατρεία των λειψάνων είναι πολύ δημοφιλής. Υπάρχει για παράδειγμα, το αίμα του «Αγίου Ιανουαρίου» [San Gennaro] που λέγεται ότι υγροποιείται τρεις φορές τον χρόνο. [Εκτός από το 1939, το 1980 και πέρσι]. Υπάρχουν μερικά κεφάλια του Ιωάννη του Βαφτιστή [κανείς δεν αμφισβητεί καν τη γνησιότητά τους, είναι όλα αληθινά] καθώς και τέσσερα σώματα, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, που αποδίδονται στην «Αγία Λουκία», μια πολύ αγαπημένη αγία των λαών της Βόρειας Ευρώπης αν και όχι τόσο διάσημη στα Βαλκάνια. [Πόσο μπροστά ο Λούθηρος...]


* Ο San Genaro σε mural [πάσα ομοιότητα είναι συμπτωματική]

Στη γειτονική μας Ιταλία , την έδρα της Καθολικής θρησκείας, υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 2.468 «άγιοι χώροι» όπου φυλάσσονται λείψανα. Μόνο στο Βατικανό υπάρχουν περισσότερα από χίλια λείψανα σε ειδικό φυλακτήριο [!]. Το 1950 ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ έκανε τη θριαμβευτική ανακοίνωση ότι μετά από δέκα χρόνια ανασκαφών, βρέθηκε επιτέλους ο τάφος του αποστόλου Πέτρου! Πού ήταν παρακαλώ; Κάτω από το Βατικανό!

Το 1968 μάλιστα, ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ επιβεβαίωσε ότι όντως πρόκειται περί των «θνητών λειψάνων του Αγίου Πέτρου, τα οποία αξίζουν όλη την αφοσίωση και την ευλάβειά μας». Όλες οι φωνές [της λογικής και της επιστήμης] που εξέφραζαν έντονες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις [όπως του Καθολικού αρχαιολόγου Αντόνιο Φερούα ο οποίος έλαβε μέρος στις ανασκαφές του Βατικανού ή του Καρδινάλιου Πουπάρ το 1991] κατασιωπήθηκαν.

Σύμφωνα με το Καθολικό περιοδικό 30 giorni, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όπως και ο προκάτοχός του Πίος ΙΑ΄, «είχε πάνω του λείψανα της αγίας της Λιζιέ». Ο Παύλος ΣΤ΄ «είχε ένα δάχτυλο του αποστόλου [Θωμά] στο τραπέζι του γραφείου του» και ο Ιωάννης Παύλος Β΄ «έχει, στη δική του κατοικία, μέρη από τη . . . σορό» του «Αγίου Βενέδικτου» και του «Αγίου Αντρέα». Όχι ότι άδειασε κιόλας η Ιταλία από λείψανα με την παραχώρηση του σκηνώματος από τη Βενετία στην Αθήνα...Να τα λέμε κι αυτά.

Έχει κάποια χριστιανική βάση η λειψανολατρεία;


Φαίνεται ότι η λατρεία για τα λείψανα δεν προέκυψε αμέσως μετά τον θάνατο των αποστόλων αλλά αρκετές δεκαετίες ίσως και αιώνες αργότερα. Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή που ολοκληρώθηκε γύρω στο 98 μ.Χ., δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της, κάποια περίπτωση λατρείας λειψάνων. Ούτε καν του μάρτυρα Στέφανου που θανατώθηκε δια λιθοβολισμού μπροστά σε τόσον κόσμο όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης: Πράξεις. Ούτε ένας χριστιανός δεν σκέφτηκε να κόψει ένα κομμάτι από τον μάρτυρα, ένα δάχτυλο για παράδειγμα και να το ’χει στο σπίτι του, όπως ο Πάπας Παύλος ΣΤ’. Πότε βρέθηκε το σώμα του κι άρχισε να του αποδίδεται λατρεία; Μόλις στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα πάντα με τους θρύλους της Ορθοδοξίας.

Μήπως υπάρχει κάποια αναφορά σε λατρεία λειψάνων σε παλαιότερα βιβλία της Αγίας Γραφής όπως στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης; Ούτε καν. Το μόνο επιχείρημα το οποίο μπορούν ίσως να επικαλεστούν όσοι προσκυνούν τα λείψανα είναι το θαύμα με τα κόκκαλα του νεκρού προφήτη Ελισαιέ. Πολύ συγκεκριμένα, το περιστατικό στην Αγία Γραφή αναφέρεται ως εξής: «Ύστερα πέθανε ο Ελισαιέ και τον έθαψαν. Και ληστρικές ομάδες Μωαβιτών εισέβαλλαν τακτικά στη χώρα, όποτε έμπαινε ο χρόνος. Και καθώς έθαβαν έναν άνθρωπο, είδαν τη ληστρική ομάδα. Αμέσως έριξαν τον άνθρωπο μέσα στον τάφο του Ελισαιέ και έφυγαν. Και μόλις ο άνθρωπος άγγιξε τα κόκαλα του Ελισαιέ, ήρθε στη ζωή και στάθηκε στα πόδια του» [2 Βασιλέων 13:20,21.]

Πουθενά βέβαια, δεν αναφέρεται ότι ακολούθησε λατρεία ή απόδοση ευλαβικού σεβασμού έστω, στα οστά του προφήτη. Απ΄ό,τι φαίνεται, τον ξαναέθαψαν. Ούτε λάρνακα ούτε κόκκινο μαξιλαράκι ούτε ασημένια προσωπίδα. Σε ολόκληρη την Αγία Γραφή δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο που να αναφέρεται κάτι τέτοιο. Συμπέρασμα από τον Ωριγένη: «Είναι συνεπώς μάταιο ν’ αναζητήσωμε στην Παλαιά Διαθήκη δικαιολογία για τη λατρεία των λειψάνων· και στην Καινή Διαθήκη δεν δίδεται πολλή προσοχή στα λείψανα. . .».

Πώς φτάσαμε στη λατρεία των λειψάνων;

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Βίβλο κι εφόσον οι πρώτοι χριστιανοί δεν την συνήθιζαν, πώς καθιερώθηκε η λειψανολατρεία ως έκφραση πίστης και ευλάβειας ;
Τα λείψανα ως αντικείμενο λατρείας άρχισαν να εμφανίζονται -μαζί με την καθιέρωση αγίων και άλλα δογματικά θέματα- από τον 2ο μ.Χ. αιώνα κι έπειτα. Κάπου ανάμεσα στις αρχές του 2ου αιώνα και τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Κι ενώ λογικά θα έπρεπε να λιγοστεύουν με τα χρόνια, αντίθετα, αυξάνονται και πληθύνονται. Θρησκευτικοί αλλά και οικονομικοί , ενίοτε και πολιτικοί λόγοι εδραίωσαν μέσα στους αιώνες, τη λατρεία των λειψάνων καθιστώντας την μια ακμάζουσα επιχείρηση.

Μια καίρια στιγμή στην ιστορία της λειψανολατρείας ήταν όταν o εκκλησιαστικός πατέρας και συγγραφέας Θεοδώρητος, ο πρώτος θεολόγος της χριστιανικής λειψανολατρείας, είχε τη φαεινή ιδέα ότι δεν χρειάζεται το λείψανο να είναι ένα ακέραιο σώμα. Ακόμη και μικρά τμήματα του νεκρού σώματος έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα! ["Τεμαχισμένα σώματα—ολόκληρη η δράση της θείας χάριτος!" ] Οπότε, μπορούσε κάλλιστα ένα σκήνωμα να τεμαχιστεί και τα «θαυματουργά» μέλη να μοιραστούν! Χρυσές δουλειές! Χέρια, πόδια, κάρες... όλα πλέον γίνονταν δεκτά με...τιμές! Σε βαθμό που το 386 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος εξέδωσε ειδικό νόμο ενάντια στην πώληση και το εμπόριο λειψάνων. Από τον 4ο αιώνα έως τη Μεταρρύθμιση πάντως, τα λείψανα γνώρισαν δόξες, τα κέρδη μεγάλωναν, ιδιαίτερα δε τον 12ο και 13ο αιώνα, ο τζίρος έφτασε στα ύψη!

«Κανένας προσκυνητής δεν γύριζε από την Ανατολή με άδεια χέρια. Η ευλάβεια συνδυαζόταν με την κερδοσκοπική προσδοκία. Τα κειμήλια μεταπουλιόνταν σε αστρονομικές τιμές στα ευρωπαϊκά μοναστήρια κι εκείνα με τη σειρά τους μεταβάλλονταν σε πακτωλό αργυρολογίας. Κι όταν στο χρηματιστήριο των ιερών κειμηλίων εξαντλήθηκαν τα δάκρυα τής Παναγίας -είχαν κυκλοφορήσει στη χριστιανική οικουμένη τόννοι ολόκληροι- και τα φτερά των αγγέλων και τα γένεια τού Ιησού καί τα εργόχειρα τής Παναγίας, άρχισε το εμπόριο των αγίων λειψάνων, που προσφέρονταν σε απίστευτη ποικιλία.» - «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα» του Κυριάκου Σιμόπουλου, κεφάλαιο: «Κειμήλια και Λείψανα».

Οι αυτοκράτορες ήθελαν ένα μικρό οστό στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους [status symbol] ή μαζί τους στη μάχη [φυλαχτό]. Απομεινάρια μιας πίστης που είχε ανάγκη να βλέπει και να αγγίζει κάτι κι ας ήταν νεκρό από αιώνες.

Κι ενώ η ανθρωπότητα βγήκε κάποια στιγμή από τον Μεσαίωνα, η θρησκευτική κατήχηση κρατάει τους πιστούς ακόμη εκεί, σε αυτήν την περίοδο της Ιστορίας. Στη λειψανολατρία. Μπορεί να πει δε κανείς ότι τους κρατά με νύχια και με δόντια. Κατά κυριολεξία.


*Λειψανοθήκη που περιέχει ένα δόντι [!], στάχτες και μαλλιά του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου - Καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη (Museo e Tesoro del Duomo di Monza) της ιταλικής πόλης Μόντσα. Η κάτω σιαγόνα με τα δόντια φυλάσσεται ξεχωριστά.

Η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού επιβεβαίωσε ότι, «σύμφωνα με την παράδοσή της, η Εκκλησία αποδίδει λατρευτικό σεβασμό στους αγίους και τιμά τα αυθεντικά τους λείψανα και τις εικόνες τους». (Διάταγμα για τη Θεία Λειτουργία [Constitution “Sacrosanctum Concilium” sulla sacra Liturgia] από Τα Πρακτικά της Β΄ Συνόδου του Βατικανού [I Documenti del Concilio Vaticano II], 1980). «Τα διαπρεπή λείψανα, καθώς επίσης και αυτά που τιμούνται από ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων» αναφέρονται στον Κώδικα του Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici), που εξέδωσε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ το 1983. (Κανόνας 1190).

Η Ορθοδοξία δεν θα μπορούσε να μείνει πίσω... Έχει και εκείνη τα λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων Σπυρίδωνα, Διονυσίου και Γεράσιμου έχουν πιάσει τα πόστα στα Επτάνησα, ένα σε κάθε νησί. Του Αγίου Νεκτάριου στην Αίγινα. Στην Πάτρα, εννοείται ότι υπάρχει η κάρα του αγίου Ανδρέα[το δεξί του χέρι όμως είναι στο Άγιον Όρος]. Στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στο Βατοπέδι, βρίσκεται και το δεξί χέρι του Χρυσόστομου μαζί με την κάρα του. Το δεξί χέρι της Αγίας Αικατερίνης επίσης , φυλάσσεται και αυτό στο Βατοπέδι [σαφής προτίμηση στα δεξιά χέρια].

Εκτίθενται και προσκυνούνται χωρίς να τους ρωτήσει κανείς

Ένας παράγοντας βέβαια που συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση της λειψανολατρείας, ήταν ότι οι ίδιοι οι άγιοι αποδείχτηκαν πολύ συνεργάσιμοι και καλόβολοι. Όντας νεκροί από αιώνες, δεν έφεραν καμία αντίρρηση στο να τους τεμαχίσουν, να τους στολίσουν και να τους εκθέτουν για προσκύνημα. Εξυπνάδες; Όχι ακριβώς. Υπάρχει ένα θέμα εδώ. Ηθικής φύσεως. Άραγε οι ίδιοι οι άγιοι [ως ταπεινοί χριστιανοί] θα συμφωνούσαν να τους προσκυνούν οι συγχριστιανοί τους , να τους κρεμάνε τάματα και να στήνεται ένα ολόκληρο εμπόριο από φυλαχτά και κάθε είδους αναμνηστικά γύρω από το νεκρό σώμα τους;

Ίσως να αντιδρούσαν όπως ο απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας οι οποίοι σε κάποιο ιεραποστολικό ταξίδι τους στην Κύπρο, παραλίγο να γίνουν αντικείμενα λατρείας των ντόπιων που τους πέρασαν για θεούς, για τον Δία και τον Ερμή και θελησαν να τους προσκυνήσουν... Η συνέχεια, όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Αγίας Γραφής, Πράξεις 14: 8-18... «Ωστόσο, όταν οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος το άκουσαν αυτό, έσκισαν τα εξωτερικά τους ενδύματα και πήδησαν μέσα στο πλήθος, φωνάζοντας και λέγοντας: “Άντρες, γιατί κάνετε αυτά τα πράγματα; Και εμείς είμαστε άνθρωποι που έχουμε τις ίδιες αδυναμίες με εσάς, και σας διακηρύττουμε τα καλά νέα για να στραφείτε από αυτά τα μάταια πράγματα στον ζωντανό Θεό, ο οποίος έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά...”. Λέγοντας δε αυτά τα πράγματα, μόλις και μετά βίας συγκράτησαν τα πλήθη από το να θυσιάσουν σε αυτούς.»

Και οι άγιοι-λείψανα, αιώνες μουμιοποιημένοι κάτω από τις προσωπίδες, αν είχαν φωνή να μιλήσουν, ποιος ξέρει τι θα έλεγαν; Πιθανόν να αναφωνούσαν: "Τι κάνετε εκεί; Γιατί με προσκυνάτε; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να με εκθέτετε νεκρό/ή; Πού στην ευχή είναι το δεξί μου χέρι;"

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

(Ψηφιακή) Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967)

Το σημαντικότερο περιοδικό της ελληνικής αριστεράς για τον πολιτισμό, την τέχνη και τη λογοτεχνία είναι ψηφιοποιημένο και προσβάσιμο.

Η Επιθέωρηση Τέχνης (1954-1967) αποτυπώνει τις αναζητήσεις της ελληνικής αριστεράς στις μετεμφυλιακές πραγματικότητες, την Άνοιξη της δεκαετίας του 1960 και τους προβληματισμούς και τις εντάσεις γύρω από το μέλλον του κινήματος μέχρι την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας τον Απρίλιο του 1967.

Η διαδικασία της ψηφιοποίησης και της παράδοσης του εμβληματικού περιοδικού στους φυσικούς του αποδέκτες έγινε με την ευγενική παραχώρηση του Νίκου Σιαπκίδη.

Όλα τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης βρίσκονται ψηφιοποιημένα εδώ έτοιμα να τα ξεφυλλίσετε!

5049.0001
τχ. 1 (Χριστούγεννα 1954)
5049.0002
τχ. 2 (2/1955)
5049.0003
τχ. 3 (25/3/1955)
5049.0004
τχ. 4 (4/1955)
5049.0005
τχ. 5 (5/1955)
5049.0006
τχ. 6 (6/1955)
5049.0007
τχ. 7 (7/1955)
5049.0008
τχ. 8 (8/1955)
5049.0009
τχ. 9 (9/1955)
5049.0010
τχ. 10 (10/1955)
5049.0011
τχ. 11 (11/1955)
5049.0012
τχ. 12 (12/1955)
 5049.0013
τχ. 13 (1/1956)
5049.0014τχ. 14 (2/1956)
5049.0015 
τχ. 15 (3/1956)
 5049.0016
τχ. 16 (4/1956)
5049.0017
τχ. 17 (5/1956)
5049.0018
τχ. 18 (6/1956)
 5049.0019
τχ. 19 (7/1956)
5049.0020
τχ. 20 (8/1956)
5049.0021
τχ. 21 (9/1956)
5049.0022 
τχ. 22 (10/1956)
5049.0023
τχ. 23-24 (11-12/1956)
5049.0025
τχ. 25 (1/1957)

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Μια διδακτική επέτειος: Συμφωνία της Βάρκιζας τότε - 3ο Μνημόνιο τώρα: τα όρια των συμβιβασμών και η Αριστερά

"Εξαιτίας του κλίματος τρομοκρατίας και πόλωσης, το ΚΚΕ θα ζητήσει αναβολή των εκλογών και σχηματισμό νέας κυβέρνησης με συμμετοχή του ΕΑΜ, τα οποία θα απορρίψουν κυβέρνηση και Βρετανοί."

Πως η ιστορία διδάσκει: τότε τις τελικές αποφάσεις έπαιρναν οι "σύμμαχοι" Βρετανοί σήμερα οι "εταίροι" Γερμανοί...

Συμφωνία της Βάρκιζας: Τελευταία πράξη των Δεκεμβριανών

του Πολυμέρη Βόγλη /tvxs

Μετά από τριάμισι χρόνια Κατοχής τα γερμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944. Το τέλος της Κατοχής δεν έφερε την ειρήνη στη χώρα. Οι συγκρούσεις μεταξύ της μεγαλύτερης οργάνωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αφενός με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και αφετέρου με τους ένοπλους συνεργάτες των Ναζί είχαν δημιουργήσει μια κατάσταση πόλωσης και βίας, η οποία είχε επιδεινωθεί από την οικονομική κατάρρευση και τη δυστυχία που είχαν προκαλέσει οι κατακτητές. Η επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης από το Κάιρο στην Αθήνα μόνο προσωρινά κατεύνασε τα πνεύματα.

Η διαφωνία των υπουργών του ΕΑΜ με την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου σχετικά με τη συγκρότηση του μελλοντικού στρατού, οδήγησε στην παραίτηση τους. 
Η οριστική ρήξη ανάμεσα στο ΕΑΜ και την κυβέρνηση ήλθε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, όταν η αστυνομία πυροβόλησε κατά του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί μετά από κάλεσμα του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ κινητοποίησε τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και τις μονάδες που βρίσκονταν κοντά στην Αθήνα με αποτέλεσμα η στρατιωτική σύγκρουση να γενικευτεί και να περάσει στην ιστορία με την ονομασία Δεκεμβριανά. 
Η κυβέρνηση είχε την πολύτιμη στρατιωτική βοήθεια της Μ. Βρετανίας και τελικά μετά από σκληρές μάχες 33 ημερών στην πρωτεύουσα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στις 5 Ιανουαρίου 1945. 

Στα Δεκεμβριανά ο ΕΛΑΣ έχασε 2.000-3.000 άνδρες, ενώ άλλοι περίπου 7.500 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. 

Από την κυβερνητική πλευρά σκοτώθηκαν 3.500 άνδρες, και οι Βρετανοί έχασαν 300 άνδρες. 

Η μάχη της Αθήνας σημαδεύτηκε από πολλές αγριότητες καθώς και από τη σύλληψη 8.000 ομήρων από τον ΕΛΑΣ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα μακριά από την Αθήνα.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφτηκε η τελευταία πράξη των Δεκεμβριανών, η συμφωνία της Βάρκιζας 

Η συμφωνία είχε ως στόχο να καθορίσει το πλαίσιο του πολιτικού βίου μετά τα δεδομένα που είχε διαμορφώσει η ήττα του ΕΑΜ. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ ήταν ο Γ. Σιάντος και επικεφαλής της κυβέρνησης Πλαστήρα ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος. 

Η Συμφωνία της Βάρκιζας όριζε ότι ο ΕΛΑΣ θα διαλυόταν και οι άνδρες του θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά δεσμευόταν να εξασφαλίσει τα συνταγματικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, να εκκαθαρίσει τον κρατικό μηχανισμό από όργανα της μεταξικής δικτατορίας και συνεργάτες των Γερμανών και να προχωρήσει στη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό και σε εκλογές. Τέλος, προβλεπόταν η αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων που είχαν διαπραχθεί κατά τα Δεκεμβριανά, εκτός από τα κοινά αδικήματα «τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος».

Η εξαίρεση των κοινών αδικημάτων από την αμνηστία θα είναι αυτή που θα επιτρέψει τη μαζική δίωξη μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τους μήνες που θα ακολουθήσουν. Το ΕΑΜ, από την πλευρά του, μόνο εν μέρει τήρησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ αποκρύφτηκε, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα (και αφού η Εθνοφυλακή είχε ανακαλύψει πολλές από τις κρυψώνες).
 

Η περίοδος που ξεκινά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας και μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1946, χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο μέρος των ιστορικών ως περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας», λόγω των συστηματικών διώξεων οπαδών του ΕΑΜ. 

Στόχος τους ήταν η αποδυνάμωση του ΕΑΜ μέσα από την εξουδετέρωση των κοινωνικών του ερεισμάτων και τη διάλυση των οργανώσεών του. Για να το επιτύχουν αυτό έπρεπε πρώτα να συγκροτήσουν ένα νομιμόφρονα κρατικό μηχανισμό, το οποίο σήμαινε την απομάκρυνση όλων των φιλοεαμικών στοιχείων και τη στρατολόγηση αντικομμουνιστών. Παράλληλα η κυβέρνηση επεδίωξε να τρομοκρατήσει τους οπαδούς του ΕΑΜ. Στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα, η Εθνοφυλακή αρχικά και η Χωροφυλακή στη συνέχεια, σε συνεργασία δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες, εξαπέλυσε μια εκστρατεία βίας κατά των αριστερών στα χωριά. Σύμφωνα με το ΕΑΜ, περίπου 1.500 αριστεροί δολοφονήθηκαν, 6.500 τραυματίστηκαν ή βασανίστηκαν, και 700 γραφεία και τυπογραφεία του ΕΑΜ καταστράφηκαν.

Στο ίδιο πλαίσιο οργανώθηκε μια τεράστια επιχείρηση συλλήψεων και φυλακίσεων. 

Με βάση το άρθρο της Συμφωνίας της Βάρκιζας, το οποίο εξαιρούσε από την αμνηστία τα κοινά ποινικά αδικήματα, εκδόθηκαν 80,000 εντάλματα σύλληψης, συνελήφθησαν 50,000 άτομα και φυλακίστηκαν πάνω από 10,000 αριστεροί. Αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που το ΚΚΕ και το ΕΑΜ τηρούν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δηλαδή προσπαθούν να αναπτύξουν πολιτική δράση στα πλαίσια της νομιμότητας. Παρά το γεγονός ότι κατά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού δεν παραδόθηκε, ο κόσμος του ΕΑΜ απέχει από οποιαδήποτε χρήση βίας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σταδιακά πετυχαίνουν να ανασυγκροτήσουν τις οργανώσεις τους στις μεγάλες πόλεις (και ειδικά στα εργατικά σωματεία), αλλά στην επαρχία όπου η τρομοκρατία είναι ανεξέλεγκτη αυτό είναι αδύνατο.

Ένας σημαντικός αριθμός διωκόμενων αριστερών καταφεύγει στα βουνά και κάποιοι περνούν στη Γιουγκοσλαβία, οι οποίοι συγκεντρώνονται στο στρατόπεδο του Μπούλκες. 

Παρά ταύτα η γραμμή του ΚΚΕ δεν αλλάζει ούτε μετά την άφιξη στην Ελλάδα του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος στα χρόνια της κατοχής ήταν έγκλειστος στο Νταχάου. Αντίθετα επιβεβαιώνεται με την αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος προσπαθεί να συγκροτήσει ένοπλες ομάδες παρά την αντίθεση του κόμματος. 

Ενώ η πολιτική της νομιμότητας αποτελεί σαφή επιλογή για την ηγεσία του ΚΚΕ, πυκνώνουν οι πιέσεις από τη βάση του κόμματος για μία πιο δυναμική στάση. Αυτή η πίεση προέρχεται κυρίως από τις αγροτικές περιοχές και τα χωριά όπου οι αριστεροί υπόκεινται σε συστηματικές διώξεις ενώ ταυτόχρονα ο αποκλεισμός τους από τη διανομή της ξένης βοήθειας τους οδηγεί στην εξαθλίωση. Απηχώντας αυτές τις πιέσεις το ΚΚΕ ήδη από τον Ιούνιο του 1945, αλλά και στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945, θα κάνει λόγο για «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα» ενάντια στην τρομοκρατία των δεξιών παραστρατιωτικών ομάδων. Η πόλωση δεν υποχωρούσε, αντίθετα οξυνόταν.

Το μεγάλο θέμα που εκκρεμούσε ήταν η διεξαγωγή εκλογών (και μετά από αυτές το δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά). 
Από αυτή την άποψη το θέμα της κυβέρνησης που θα διοργάνωνε τις εκλογές ήταν κρίσιμο. 

Η παραίτηση της κυβέρνησης του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη και (μετά από τη πάρα πολύ σύντομη θητεία της κυβέρνησης του Παναγιώτη Κανελλόπουλου) ο σχηματισμός στις 22 Νοεμβρίου 1945 κυβέρνησης από τον μετριοπαθή ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη ήταν ένα θετικό βήμα, όπως επίσης και ο νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών τον Δεκέμβριο του 1945, ο οποίος οδήγησε στην αποφυλάκιση πολλών πολιτικών κρατουμένων.

Η νέα κυβέρνηση όμως δεν περιελάμβανε μέλη του ΕΑΜ, ενώ η «λευκή τρομοκρατία» γνώρισε νέα έξαρση τον Ιανουάριο του 1946 με επίκεντρο την Καλαμάτα. 
Εξαιτίας του κλίματος τρομοκρατίας και πόλωσης, το ΚΚΕ θα ζητήσει αναβολή των εκλογών και σχηματισμό νέας κυβέρνησης με συμμετοχή του ΕΑΜ, τα οποία θα απορρίψουν κυβέρνηση και Βρετανοί. 
Σε αυτές συνθήκες γίνεται η 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ στις 12-15 Φεβρουαρίου 1946 και αποφασίζεται η αποχή από τις εκλογές της 31 Μαρτίου. 

Αυτή η απόφαση έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων σχετικά με το εάν το ΚΚΕ αποφάσισε να ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι το ΚΚΕ για πρώτη φορά ενέταξε στη γραμμή του τη χρήση στρατιωτικών μέσων και προσανατολίστηκε σε μια διπλή τακτική: νόμιμη-πολιτική και παράνομη-ένοπλη.


* Κείμενο του Πολυμέρη Βόγλη από το Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας