Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Παναγιώτης Κονδύλης: Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας - Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία

Θεμέλιο, 2011
69 σελ.
ISBN 978-960-310-351-6
2 κριτικές για το βιβλίο


Η άλωση του κράτους από την κοινωνία

Ο Παναγιώτης Κονδύλης αναζητά τις αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας στον τρόπο που συνδέθηκαν οι παραγωγικές τάξεις μεταξύ τους και πως επηρέασαν αυτές την κρατική δομή. Σωστά ασφαλώς έπραξε ο εκδότης του Θεμέλιου να αποσπάσει από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη με τον τίτλο Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία (1991) την εισαγωγή και να την εκδώσει αυτόνομα. Μέρες που είναι οι σοβαρές γνώμες παραμένουν ακριβοθώρητες, κατά συνέπεια ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει τον εαυτό του πάνω σ’ ένα δύσκολο ζήτημα και συνάμα ν’ απολαύσει την επιχειρηματολογία ενός άνθρωπου που μπορεί να σταδιοδρόμησε λαμπρά στη Γερμανία, ωστόσο ουδέποτε έκοψε τους δεσμούς του με τα πάτρια.

Το καίριο πρόβλημα για το νεοπαγές βασίλειο της Ελλάδος αφορούσε βέβαια τη συγκρότηση της ντόπιας κοινωνίας, με αιχμή την αστική λεγόμενη τάξη. Υπήρχε αστική τάξη ή δεν υπήρχε; 

Οι εύποροι πολίτες, οι πλουτοκράτες, οι νοικοκυραίοι, ο παροικιακός ελληνισμός, συγκροτούσαν όντως μια τάξη που θα μπορούσε να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη της πτοημένης χώρας; Ο Κονδύλης είναι κατηγορηματικός: περνώντας στον εικοστό αιώνα, αποφαίνεται ότι στη χώρα μας η «αστική τάξη» εισήχθη ως έννοια, φέροντας φορτίο αρνητικών παρασημάνσεων. Συγκεκριμένα, η αστική τάξη θεωρήθηκε στα καθ’ ημάς αντίπαλος της ανερχόμενης εργατικής τάξης, ενώ στην Ευρώπη -για μακρό, χρονικό διάστημα- ενσάρκωνε τον κύριο κοινωνικό αντίπαλο της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, με άλλα λόγια ήταν φορέας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. 

Η απορία είναι απλή: θεωρήσαμε, άραγε, την αστική τάξη ως προοδευτικό στοιχείο ή εξ υπαρχής την καταδικάσαμε ιστορικά; Το παράταιρο εν προκειμένω αφορά την εισαγωγή κοινωνικών όρων που δεν αντιστοιχούσαν στα ντόπια δεδομένα. Με έννοιες προωθημένων κοινωνιών, όπως ήταν οι ευρωπαϊκές, πασχίζαμε να αναλύσουμε τη δική μας κοινωνία που απείχε παρασάγγες. Συγκεκριμένα, οι δραστηριότητες των καραβοκυραίων και των βιοτεχών αποτελούσαν μάλλον φαινόμενα προκαπιταλιστικά, καθώς οι εργασιακές σχέσεις διέπονταν από άγραφους πατριαρχικούς νόμους του δούναι και λαβείν, καλλιεργώντας με άλλα λόγια τη σχέση υπακοής και προστασίας. Λόγος για αστικό πολιτισμό δεν μπορεί να γίνει, απεναντίας η Ελλάδα εξακολουθούσε να κινείται στο πλαίσιο της βαλκανικής πατριάς.
Δύο καίρια χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονδύλης: δεν επετεύχθη «μετακένωση» στο εσωτερικό ούτε της αστικής δραστηριότητας ούτε ενός κάποιου σοβαρού νεοελληνικού Διαφωτισμού. 

Ο καπιταλισμός ήταν αρχικά ευρωπαϊκό φαινόμενο, καθότι και ο φεουδαλισμός ευρωπαϊκού τύπου (άγνωστός σε ‘μας) αποτέλεσε την απαραίτητη αρνητική προϋπόθεση για την ανάπτυξη αστικής τάξης. Όπερ σημαίνει ότι οι φορείς της οικονομικής ανόδου δεν απέβαλαν τα πατριαρχικά τους γνωρίσματα. Αν άτομα και ομάδες του παροικιακού Ελληνισμού απέκτησαν αξιόλογη οικονομική ισχύ, αυτό οφειλόταν στην ταύτιση των συμφερόντων τους με συμφέροντα αγγλικών, κυρίως, μεγάλων εταιρειών.

«Εδώ έλειπε μια ουσιώδης διάσταση της αστικής οικονομίας, του αστικού πολιτισμού και της αστικής αυτοσυνείδησης: η διάσταση η προμηθεϊκή, η οποία, ιδίως στο οικονομικό επίπεδο, και ιδίως από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, συνδεόταν πρωταρχικά με τη μορφή του καινοτόμου βιομήχανου ως φορέα και πρακτικού μετουσιωτή του πνεύματος της σύγχρονης επιστήμης και τεχνικής, του πνεύματος της προόδου και της ρήξης με τη στείρα παραδοσιοκρατία του αγροτικού πατριαρχισμού»(σ. 24).

Όπου δεν έχουμε ακέραια και μεστή προόδο, μοιραία παρατηρούμε ποικίλες στρεβλώσεις. Η εισαγωγή του βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού, για παράδειγμα, και η καθολική ψηφοφορία δεν ήταν αναπόδραστη απόρροια εγγενών συνθηκών αλλά ξένη πρωτοβουλία, η οποία οδήγησε σε «τερατογενετικά» και «ιλαροτραγικά» μορφώματα. Τι σχέση μπορούσαν να έχουν ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία με μια κοινωνία που ήταν παγιδευμένη σε πατριαρχικές σχέσεις, νοοτροπίες και αξίες; 

Ένα αρχιβασικό ζήτημα ήταν ο χωρισμός του κράτους από την κοινωνία που αντι να εμπεδωθεί, μετέτρεψε το κράτος σε εντολοδόχο του γενικού συμφέροντος. Τις συνέπειες τις διακρίνουμε σήμερα σε όλο τους το μεγαλείο. Ο κρατικός μηχανισμός διογκώθηκε λόγω του κοινοβουλευτικού συστήματος, επειδή τα κόμματα εξασφάλιζαν ψηφοφόρους, παρέχοντας υπαλληλικές και άλλες θέσεις. Το κράτος μεταμορφώθηκε σε εργοδότη και τα κόμματα σε πιστό νομέα της κρατικής εξουσίας. Ο κομματάρχης εξελίσσεται σε μεσάζοντα που αποκαθιστά κοινωνικά τους οπαδούς του κόμματος. Πρόκειται για το πελατειακό κράτος που ζει και βασιλεύει μέχρι σήμερα.

Από τη μιά έχουμε πατριαρχικό κοινοβουλευτισμό και από την άλλη σπάνη θέσεων εργασίας στην ελεύθερη αγορά. Αυτή η στρέβλωση όχι μόνο δεν βοήθησε την αστική τάξη, αλλά αποτέλεσε τροχοπέδη και εμπόδιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα αστικά τζάκια με την οπισθοδρομική τους νοοτροπία εδραίωσαν μια νοοτροπία προαστική, όπου το πολιτικο-κομματικό παιχνίδι κυριάρχησε. Ο ψηφοφόρος παρείχε και παρέχει υποστήριξη, διεκδικώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους. Διόλου παράδοξο, λοιπόν, το γεγονός ότι τα ντόπια κόμματα ήταν και είναι κόμματα κρατικά, κρατικιστικά και συνάμα «λαϊκά», όπου η συνεπής ταξική πολιτική παρέμεινε απλή προσδοκία, καθώς η αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε μια μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών που έλκονταν από δεξιά, φιλελεύθερα ή αριστερά συνθήματα.

Το δημοσιοϋπαλληλίκι αναδείχτηκε σε χρυσόμαλλο δέρας του Νεοέλληνα μικροαστού που ανήκε σε πληθυσμιακά στρώματα, καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη. Περιττό να τονιστεί ότι η αγραμματοσύνη, η στενοκεφαλιά, η κουτοπονηριά και η ευνόητη ανικανότητα αποτελούσαν τροχοπέδη για τον κρατικό μηχανισμό. Άλλωστε, ο μέσος δημόσιος υπάλληλος δεν μπορούσε να προσανατολιστεί σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Αντίθετα, ο ορίζοντάς του μόλις που έφτανε στο συγγενολόι, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στους φίλους και στους προστάτες. Το «ρουσφέτι», τουρκικό κατάλοιπο, αναδείχτηκε σε σχολείο παρανομίας, καθοδήγησης και αφανούς παραβατικότητας.

Από την άλλη μεριά, η διάσταση έθνους και κράτους αποτελεί μια άλλη σοβαρή διάσταση της ελλιπούς ανάπτυξης του αστικού κράτους. Εφόσον η μεγάλη ιδέα ανέβαλε την εποχή της ισχύος έως να ανακτηθούν τα χαμένα εδάφη, το ασύμπτωτο εθνους και κράτους οδηγησε σε προαστικά και πατριαρχικά σχήματα. Το έθνος παρέμεινε ως μέγεθος ευρύτερο από το κράτος, άρα ανεξάρτητο από την ιδέα της σύγχρονης θεσμικής οργάνωσης, έτσι η εθνική ιδεολογία στράφηκε προς φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες (γλωσσικό, θρησκευτικό, χαμένες πατρίδες), αφήνοντας στο περιθώριο την απαραίτητη θεσμική οργάνωση. 

Το εκκλησιαστικό ζήτημα ο Κονδύλης το επιλύει δίκην γόρδιου δεσμού. Η Εκκλησία ήταν θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός. Άρα, είναι σφάλμα να λέμε οτι η Εκκλησία πρόδωσε το έθνος. Εκ των υστέρων, η Εκκλησία θα ταυτιστεί με το έθνος και το κράτος - όσο για τον χωρισμό τους, δεν θα τολμήσει να τον απαιτήσει ούτε καν η Αριστερά. Προϊόντος του χρόνου, η Εκκλησία θα ηγηθεί πνευματικά του εθνους, θα γίνει παράγοντας εθνικής συσπείρωσης και μέγας παράγοντας του νεοπαγούς ελληνο-κεντρισμού. Καθώς ο σκιώδης αστισμός αντιπαρατασσόταν στον πατριαρχικό εθνικισμό, δημιουργήθηκε μια ιδεολογία που επικάλυπτε τις βαθύτερες αντιφάσεις. Για παράδειγμα, η αρχαιολατρία συναιρέθηκε ιδεολογικά με τον Χριστιανισμό! Ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός πάτησε πόδι επί πάντων - ορατών και αοράτων.

Γράφει ο Κονδύλης: «Οι ραγδαίες κοινωνικές ανακατατάξεις που συνόδευσαν τα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου πολέμου και του εξαμβλωματικού εκσυγχρονισμού των επόμενων δεκαετιών σήμαναν τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από το καθεστώς του πατριαρχικού και του νόθου ή επίπλαστου αστισμού στο καθεστώς μιας εξίσου νόθας μαζικής δημοκρατίας, δηλαδή μιας δημοκρατίας με πολύ μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα απο πριν, αλλά ταυτόχρονα ανίκανης ν’ απαλλαγεί από τις πολιτειακές νοοτροπίες και σχέσεις που της κληροδότησε η προτέρα κατάσταση. Απεναντίας μάλιστα, η αναμφισβήτητη διεύρυνση της δημοκρατίας και του πλουραλισμού, ιδίως στη μεταδικτατορική περίοδο, οδήγησε τελικά στην επίταση των διαρθρωτικών αδυναμιών του συστήματος, εφόσον οι άμεσα ενδιαφερόμενοι «κλάδοι» τη χρησιμοποίησαν για να εμπεδώσουν και να επαυξήσουν όσα τους είχε ήδη αποφέρει η πελατειακή συναλλαγή κομμάτων και ψηφοφόρων. 

Πρέπει να πούμε ότι οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα, άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε σήμερα ν’ αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα», καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Έτσι, σε γενικές γραμμές εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός»(σ. 58).

Όσο για τον «λαϊκισμό», που απέβη πλέον μέγα επιχείρημα όλων των παρατάξεων, πέρα από τον διορισμό των ημετέρων, τη δανειοδότηση, τη μεσολάβηση και την έμμεση προστασία, μεταφυτεύτηκε αδρά και στο επίπεδο των μαζών. Μάλιστα, χάρη στην εμφάνιση της τηλοψίας, η λαϊκίστικη δημαγωγία συγχωνεύτηκε με το επιχώριο πελατειακό σύστημα. Η ψήφος μετετράπη σε «γραμμάτιο προς εξόφληση». Έτσι, μια χώρα που εισάγει τα καταναλωτικά της αγαθά κι ελάχιστα παράγει στράφηκε προς τον δανεισμό, «εκχωρώντας έτσι τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της». Η ανάπτυξη συνεπάγεται συσσώρευση, εντατική εργασία και προσωρινή στέρηση, ενώ ο δρόμος της βραχυπρόθεσμης ευημερίας οδηγεί ταχύτατα στον παρασιτισμό και στην εκποίηση της χώρας. Έτσι, ενώ οι πλατειές μάζες «λάδωσαν το άντερό τους» για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, στρεφόμενες προς την ανεξέλεγκτη κατανάλωση, η χώρα έφτασε στο χείλος του ιστορικού γκρεμού, ζώντας με ξένα λεφτά και με αντίβαρο έναν «μυγιάγγιχτο εθνικισμό» που τελικά καλλιεργεί το μίσος για τους «ξένους».

Ο Κονδύλης μιλάει και για την πνευματική ζωή του τόπου, τις διασκεδάσεις, την υπαρκτή ή ανύπαρκτη καλλιέργεια, το πλήθος, τον εξυπναδικισμό, τη μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα, ακόμα και για τα κέντρα διασκεδάσεως. Η σκληρή διάθεσή του, πάντως, καταλήγει σε πένθιμα συμπεράσματα: «Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού άλλων». Εξού και η διαφαινόμενη παρακμή της.


Ήταν ο Παναγιώτης Κονδύλης Έλληνας;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι οι σημειώσεις που κράτησα, όταν διάβαζα το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, τόμοι Α & Β. Αναφέρομαι στην Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, που έχει τίτλο Η καχεξία του ελληνικού στοιχείου στη νεοεεληνική κοινωνία και ιδεολογία. Αφαιρώ από τις σημειώσεις αυτές τα δικά μου σχόλια – ίσως ανεβάσω κάποια από αυτά στα σχόλια του ποστ, αν γίνει συζήτηση.
Όσοι είχαν την υπομονή να διαβάζουν τα μακροσκελή κείμενα των «μτΚ» γνωρίζουν ήδη πως σε πολλά από τα θέματα που θίγονται έχω διαφορετική οπτική. Θεωρώ ωστόσο πως δε μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για την ελληνικότητα αν δεν μελετούνται σοβαρά όσα έγραψε ο Κονδύλης. Οι τίτλοι στις ενότητες είναι δικοί μου – προς διευκόλυνση του μερακλή αναγνώστη. 

* * *

Ελληνική αστική τάξη

Σε καμιά στιγμή της η νεοελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη. H «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα ειδοποιά γνωρίσματα της αστικής τάξης με τη δυτική έννοια / ενσάρκωνε με διαφορετικά τμήματά της άλλοτε άλλα γνωρίσματα του αστικού ήθους και έθους, ποτέ ταυτόχρονα και όλα / ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό.

Ο όρος διαδόθηκε στα πλαίσια των αναλύσεων της τοτινής ελληνικής κοινωνίας από μετριοπαθείς ή ακραίους αριστερούς κοινωνιολόγους και δημοσιολόγους. Υποδήλωνε μια άμεση ή έμμεση πολεμική / εισάγεται ως ο μεγάλος αντίμαχος της ανερχόμενης εργατικής τάξης. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικούς κοινωνιολόγους στις αναλύσεις τους για τις μη αναπτυγμένες χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, με ένα ιδιαίτερο σκεπτικό.


Στην Ευρώπη υπήρξε ο αντίπαλος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, ο φορέας μιας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. Επειδή στην Ελλάδα δεν βρέθηκε αστική τάξη να παίξει τέτοιο ρόλο, δεν βρέθηκαν ούτε και λογοτέχνες ή ιστορικοί για να την υμνήσουν.

Το νέο- ελληνικό κράτος και τα κόμματα

Ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογεννετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες (Όλα αυτά) συνεπέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα: δημιούργησαν καινούριες ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας και άνοιξαν σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. — διόγκωση του κρατικού μηχανισμού (βλ. πελατειακές σχέσεις με τα κόμματα) και ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους.

Η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε, ούτε την ωφέλησε. Απεναντίας, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη (…)
Σφάλμα να αποκαθίσταται ευθύγραμμες γραμμές ανάμεσα σε «τάξεις» και «κόμματα», ιδιαίτερα στην Ελλάδα / δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού – κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης πολιτικού – ψηφοφόρου. Ο ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία. Ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους, με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος. / είναι κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές οι «ιδεολογικές» αντιθέσεις ή αντιθέσεις «αρχών». Στο πολιτικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει μια θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες / Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε έργο εξίσου όλων των κομμάτων / όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν κρατικιστικά.

Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων τα έκανε και «λαϊκά», εφ όσον η ανάγκη ταυτόχρονης εξυπηρέτησης ατόμων και ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής (τέτοιο θέμα δεν έμπαινε ποτέ πιεστικά. Η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε ως κύριο τμήμα του κοινωνικού κορμού μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι μπορούσαν εξίσου καλά σε ένα «δεξιό» / «φιλελεύθερο» / «αριστερό» κόμμα. 

Η λεγόμενη αστική τάξη (βρέθηκε) συνήθως στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Χρησιμοποιούσε τις ίδιες πελατειακές σχέσεις (…) στον τύπο της συνήθους κρατικιστικής λογικής (περισσότερη κρατική παρέμβαση).

Η «αστική τάξη» δε στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτιστεί με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας. Στον 20ο αιώνα, η υποχώρηση των πατριαρχικών δομών ακολουθήθηκε από σταδιοδρόμηση στοιχείων με μικροαστική ή αγροτική προέλευση με μικροαστική καταγωγή, άρα με όχι δεδομένη ταύτιση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ακόμα περισσότερο ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος προερχόταν κυρίως από καθυστερημένα στρώματα (χαρακτηριζόταν από) αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, κουτοπονηριά ή συμπλεγματικότητα + η ανυπέρβλητη ικανότητα του δημοσίου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητά του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. 

Αντ΄ αυτού, αξίες πατριαρχικής κοινωνίας: ιδιαίτερη πατρίδα, συγγενείς, φίλοι, φίλοι των φίλων, προστάτες και προστατευόμενοι. –> συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι.
Κράτος. Η διανομή των θέσεων μέσω πατριαρχικών – πελατειακών διαδικασιών –> υπερβολική αύξηση των θέσεων –> χαμηλές αμοιβές. Η μιζέρια επακόλουθο της μεγαλοθυμίας. Πολίτες για το κράτος: Πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης. 

Ταυτόχρονα, απατεώνας και τύραννος, άρα κάθε πλάγια οδός, κατανοητό και συγγνωστό μικροπαράπτωμα. (…) Τα πλάγια μέσα δεν αποτελούσαν πια την παράβαση των κανόνων, αλλά τον μόνο δυνατό τρόπο λειτουργίας τους.
Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν (επιρροή στη μοναρχία – πελατειακός κοινοβουλευτισμός). Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως τους υπαγόρευε ο κοινωνικός τους χαρακτήρας που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάστηκαν σε υποπλασία (εκσυγχρονιστική λειτουργικότητα) και υπερτροφία (ειδικό βάρος στην νεοελληνική πραγματικότητα). (…) Η ταξική σύγκρουση αμβλυνόταν γιατί όλοι οι «κλάδοι» στρέφονταν ταυτόχρονα προς τη μεριά του κράτους, ικετεύοντας ή απειλώντας το, και όχι σε πρώτη γραμμή ο ένας εναντίον του άλλου.

Έθνος, κράτος, Εκκλησία

Χαρακτηριστική η ασάφεια ανάμεσα σε έθνος και κράτος. Η διηνεκής διάσταση έθνους και κράτους μέσα στη νεοελληνική ιστορία, ήτοι η αδυνατότητα σύμπτωσής τους με τη μορφή του εθνικού κράτους αποτελεί αυτή καθ΄ αυτή σημείο της ελλιπούς ανάπτυξης του αστικού στοιχείου. / το κράτος συγκροτήθηκε σε προαστική, ήτοι πατριαρχική κοινωνική βάση / το άλυτο εθνικό πρόβλημα επέδρασε ανασχετικά τόσο στην κοινωνική όσο και στην ιδεολογική εκδίπλωση του αστικού στοιχείου / (τότε) το έθνος είναι πρωτίστως έννοια πατριαρχική, στηρίζεται δηλαδή σε πραγματικούς ή φανταστικούς φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες (γλώσσα, θρησκεία), ενώ η έποψη της οικονομικής του βάσης, της κοινωνικής του υφής και της θεσμικής του οργάνωσης περνά στο περιθώριο.

Οι προαστικές – πατριαρχικές δυνάμεις (…) ούτε υπήρξαν οι αρχικοί ιδεολογικοί δημιουργοί της έννοιας του έθνους στην α ή τη β εκδοχή της ούτε και ταυτίστηκαν εξαρχής μαζί της. (…) Την προσεταιρίστηκαν (και την τροποποίησαν) για να την παρουσιάσουν ως έρεισμα και επίρρωση του ηγετικού τους ρόλου. 

Περίπτωση πλείστων προυχόντων και οπλαρχηγών & περίπτωση της Εκκλησίας.
(Αυτή) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ποτέ δεν κατανόησε τον εαυτό της ως κεφαλή και πρόμαχο ενός υπόδουλου έθνους, παρά ως ποιμένα και ταγό χριστιανικών πληθυσμών αναγκασμένων να ζουν κάτω από αλλόθρησκο ηγεμόνα. (Ήταν) θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός, στα μάτια του οποίου η ομολογία πίστεως μετρούσε περισσότερο από τη φυλή ή ακόμα και τη γλώσσα: ο ορθόδοξος Ρώσος ήταν αδελφός, ο Έλληνας που φράγκεψε όχι. Η δημιουργία ενός εθνικού κράτους θα διασπούσε το πλήρωμά της (…) και έτσι θα μείωνε την επιρροή της (…) αφού μόνη αυτή μπορούσε να απαιτεί από τους Χριστιανούς υποταγή, νομιμοφροσύνη και φόρους.

Η Εκκλησία οικειώνεται το έθνος, όταν πια η δυναμική των γεγονότων το είχε θέσει σε ημερήσια διάταξη (…) τότε θυμάται ότι η θρησκεία επιτελούσε εξ αντικειμένου λειτουργία εθνικής συσπείρωσης, αποσιωπά όμως ότι αυτή η λειτουργία μπορούσε αν θεωρηθεί ως εθνική συσπείρωση μόνο και μόνο επειδή κάποιοι άλλοι εκ των υστέρων ανακάλυψαν και πρόβαλαν το έθνος. (Τότε) σηκώνει συχνά το εθνικό λάβαρο και ζητά να ποδηγετήσει τόσο την εθνική ιδεολογία, όσο και τους αγώνες των αλύτρωτων, προκειμένου να μην αφήσει κενά για τις εκκοσμικευτικές ή και αντιθρησκευτικές δυνάμεις.
Αυτό το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό, σε τόσο μεγάλο μάλιστα ώστε όχι μονάχα μπόρεσε να διατηρήσει ίσαμε σήμερα ζωντανή τη σύνδεση της έννοιας του έθνους με την προαστική μυθολογία και μεταφυσική, αλλά και (…) να αντιμετωπίζει ες αεί τον συνεπή χωρισμό κοινωνίας και κράτους.

Το έθνος και το κράτος έμειναν πάντοτε ασύμμετρα μεγέθη (…) το έθνος αποτέλεσε τον ίδιο τον μύθο που χρησίμευσε ως άξονας της νεοελληνικής ιδεολογίας. (Ο μύθος) είναι προϊόν της ιστορικής και ιδεολογικής κατίσχυσης ενός εννοιολογικά ασαφούς έθνους και ονομάζεται «ελληνοκεντρισμός».
Ο αστικός εθνικισμός απορροφήθηκε από τον ελληνοκεντρισμό και στο πλαίσιό του αναμίχθηκε και συμβιβάστηκε με προαστικές αντιλήψεις περί έθνους, φυλής κτλ, χωρίς να μπορέσει παράλληλα να επιβάλλει τα ειδοποιά του γνωρίσματα / διαμορφώθηκε η πολυσημία του ελληνοκεντρισμού, η οποία του επέτρεψε να εκπληρώσει τη λειτουργία της κατ΄ εξοχήν νεοελληνικής ιδεολογίας, εφ΄ όσον στην ασαφή και κυμαινόμενη γλώσσα του μπορούσαν να αρθρωθούν πολλές και ποικίλες τάσεις (…) αποτέλεσε ταυτόχρονα και πεδίο μάχης, στο οποίο έπρεπε να κυριαρχήσει όποιος ήθελε να εγείρει αξιώσεις πολιτικής ή ιδεολογικής κυριαρχίας στο ελληνικό περιβάλλον.

(Οι) αριστερές μειοψηφίες, στήριζαν τις δικές τους αξιώσεις κυριαρχίας σε διεθνιστικά ιδεολογήματα, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο δεν μπόρεσαν να ασκήσουν ευρύτερη επιρροή – κι όποτε την άσκησαν αυτό έγινε επειδή υιοθέτησαν (και) πατριωτικά ή εθνικά συνθήματα.

Σήμερα πάντως η αριστερά, η οποία επί δεκαετίες είχε το σθένος να λέει ότι το ελληνικό έθνος είναι φυλετικό και πολιτισμικό προϊόν των τελευταίων αιώνων και ότι η ιστορία του δε νοείται έξω από τις συνυφάνσεις της με την ιστορία των υπόλοιπων βαλκανικών εθνοτήτων, έχει ενστερνιστεί στο σύνολό της, ρητά ή σιωπηρά, τις ελληνοκεντρικές θέσεις και σταμάτησε εντελώς κάθε ιδεολογική πολεμική στα θέματα του περιούσιου λαού και της τρισχιλιετούς ιστορίας, κάνοντας έτσι μια άμεση ή έμμεση αναδίπλωση σ’ ένα κρίσιμο σημείο.

Ποικιλίες ελληνοκεντρισμού

Η ιδεολογική επιβολή του ελληνοκεντρισμού ήταν αναπότρεπτη μέσα στις συγκεκριμένες νεοελληνικές συνθήκες (…) γιατί μπορούσε χάρις στην ασάφειά του να γεφυρώνει τις διαφορετικές αντιλήψεις για το έθνος, οι οποίες ήταν παράλληλα ενεργές, κι έτσι
• να συνενώνει προς τα έξω δυνάμεις ετερογενείς προς τα έσω
• να νομιμοποιεί και να κάνει ηθικά ενδιαφέρουσες για τη διεθνή κοινή γνώμη τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις
να δώσει τα απαραίτητα ψυχολογικά και εκλογικευτικά αντισταθμίσματα σε ένα αδύναμο έθνος

(Το ελληνικό έθνος) δεν πρόσφερε τίποτε ούτε στη θεωρητική σκέψη ούτε στον τεχνικό πολιτισμό.

Πρώτη μορφή ελληνοκεντρισμού: κλασσικισμός (η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα ως πηγή άντλησης ουσιωδών κοσμοθεωρητικών και βιοπρακτικών απόψεων – και ως πρότυπο, η δημιουργική μίμηση του οποίου φαινόταν ο καλύτερος δρόμος για την αναγέννηση του ελληνικού έθνους). Άμεση καταγωγή από τους φορείς του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Πρωτοεμφανίστηκε και γνώρισε την πρώτη θεωρητική του επεξεργασία στα προεπαναστατικά παροικιακά κέντρα της δυτικής Ευρώπης, ιδιαίτερα σε κύκλους εμπόρων διατεθειμένων να ανοιχθούν ιδεολογικά προς τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και να παρακάμψουν τον ακοσμικό βυζαντινισμό της Εκκλησίας για να ανασυνδεθούν με την εγκοσμιολατρία της αρχαιότητας.

[Μίμηση: η ελληνολατρία αποτέλεσε από την Αναγέννηση και μετά τυπικό όπλο ενάντια στον παραδοσιακό Χριστιανισμό και ενάντια στην εποχή της ιδεολογικής του κυριαρχίας, τον Μεσαίωνα].

Η αρχαία Ελλάδα – ως σύμβολο μιας συγκροτημένης πολιτισμικής αντίληψης με ειδοποιά γνωρίσματα και όχι απλώς ως μνήμη και χρήση ορισμένων κειμένων – ανακαλύφτηκε λοιπόν (ή εφευρέθηκε) στη δυτική Ευρώπη και από δυτικοευρωπαίους στοχαστές για να εισαχθεί από κει στον ελληνόφωνο χώρο, αρχικά ως αστική, και μάλιστα αστικοεθνική, ιδεολογία από αστικούς ή οιονεί αστικούς φορείς. Ο ελληνικός αρχαιολατρικός ελληνοκεντρισμός δεν θα πρόβαλε ποτέ τις ιδεολογικές του αξιώσεις – και είναι αμφίβολο αν θα σχηματιζόταν καν – αν το κλασσικό και ανθρωπιστικό ιδεώδες δεν είχε αναφανεί και διαδοθεί στη δυτική Ευρώπη (…)

Το τετελεσμένο γεγονός (…) έδωσε στους Νεοέλληνες ελληνοκεντρικούς αρχαιολάτρες τη δυνατότητα να ισχυρισθούν ότι ο τόπος τους είναι η κοιτίδα του πολιτισμού κλπ και επομένως ότι και η σημερινή Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα από την πολιτισμένη ανθρωπότητα. Όμως ο ισχυρισμός αυτός θα προκαλούσε τόση θυμηδία όση και ένας αντίστοιχος ισχυρισμός των Κιργιζίων ή των Εσκιμώων λχ, αν η πρωτοπορία της «πολιτισμένης ανθρωπότητας» δεν είχε ανακαλύψει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό (δηλαδή μιαν ιδεολογικά χρήσιμη εκδοχή του) προτού καν υπάρξουν Νεοέλληνες.

Άλλωστε (…) από τη νεότερη Ελλάδα δεν εκπορεύτηκε καμιά συνολική θεώρηση και ερμηνεία του αρχαίου πολιτισμού, ικανή να εμψυχώσει και να ενεργοποιήσει πρακτικά το κλασσικό – ανθρωπιστικό ιδεώδες σε διεθνή κλίμακα.

Ο αρχαιολατρικός ελληνοκεντρισμός (…) δεν μπόρεσε να διαμορφωθεί αυτόνομα και να επικρατήσει στην αμιγή του μορφή, εφ όσον οι φορείς του ούτε μεταφυτεύθηκαν αυτούσιοι στο ελεύθερο κράτος, ούτε και προσδιόρισαν την ιδεολογία του. Η εθνική ιδέα υιοθετήθηκε από κοινωνικά στρώματα αρχικά ξένα προς αυτή, για να ερμηνευθεί τώρα με κριτήρια προαστικά – πατριαρχικά.
Αντίστοιχες τροποποιήσεις υπέστη και ο ελληνοκεντρισμός. Η πατριαρχική του μεθερμηνεία απαιτούσε τη διεύρυνσή του / τη σύναψή του με χριστιανικές αξίες και ιδεώδη (ικανοποίηση της Εκκλησίας). 


Ο ευρύτερος αυτός ελληνοκεντρισμός (…) κωδικοποιήθηκε με την ιστορική κατασκευή της αδιάσπαστης τρισχιλιετούς ιστορίας των Ελλήνων, ήτοι αφ ενός της φυλετικής τους συνέχειας και αφ’ ετέρου της ουσιώδους ενότητας ελληνικού και χριστιανικού πνεύματος. Η κατασκευή αυτή έκανε δυνατή την οργανική συμπερίληψη του Βυζαντίου, του πρωταρχικού ενσαρκωτή των χριστιανικών ιδεών και αξιών στην ελληνική ιστορία και έτσι αποκαθιστούσε όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και ιστορικά την Εκκλησία.

[οι Διαφωτιστές] ερμήνευαν τον Χριστιανισμό νεωτερικά και εγκοσμιοκεντρικά, για να δείξουν ότι η Εκκλησία παραποιεί το «αληθινό» του πνεύμα / ενώ ο διαφωτισμός αποκρούει τόσο τη δεισιδαιμονία όσο και τη στείρα άρνηση των εγκοσμίων. Όμως αυτή την (πεφωτισμένη) θρησκεία λίγα πράγματα τη χώριζαν από τον (μετριοπαθή) παγανισμό.

Εντελώς διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο παίρνει η προσέγγιση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στο πλαίσιο της ιστορικής κατασκευής της τρισχιλιετούς φυλετικής και πνευματικής συνέχειας του ελληνικού έθνους. Δεν εξαίρονται τώρα τα παγανιστικά και εγκοσμιολατρικά στοιχεία, αλλά οι ιδεοκρατικές και πνευματοκρατικές εκείνες επόψεις, οι οποίες ερμηνεύονται ως προπαρασκευαστικές μορφές και προπομποί των χριστιανικών αληθειών.

Η Εκκλησία συγκατανεύει βλέποντας ότι το ελεύθερο ελληνικό κράτος αποτελεί πραγματικότητα και ότι η ίδια χρειάζεται την υποστήριξή του. Ως ένας από τους κεντρικούς στύλους της εθνικής ιδεολογίας, ο θεολογικά χροιασμένος αυτός ελληνοκεντρισμός συγκεντρώνει στο εξής τα πολεμικά του πυρά εναντίον κάθε είδους «υλισμού», «δαρβινισμού» κλπ

Έτσι ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός, στηριζόμενος στην κατασκευή της ιστορικής συνέχειας του έθνους, υπερφαλάγγισε τον αρχαιολατρικό ελληνοκεντρισμό, ο οποίος παραμέριζε το Βυζάντιο και τις συναφείς αξίες. (…) Η προσέγγιση Ελληνισμού και Χριστιανισμού επιχειρήθηκε σε ευρεία έκταση κατά την εποχή της Παλινόρθωσης (…) Αλλά και στον εικοστό αιώνα οι Έλληνες ιδεολόγοι του ελληνοχριστιανισμού βρήκαν στηρίγματα σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές τάσεις, οι οποίες εμφανίστηκαν όταν η αστική ιδεολογία, μπροστά στον σοσιαλιστικό κίνδυνο αναδιπλώθηκε και ήρθε κοντά στον Χριστιανισμό, αντιπαραθέτοντας το «ελληνοχριστιανικό πνεύμα της Δύσης» στον «ασιατικό μπολσεβικισμό».

Με την επίκληση του αρχαίου Ελληνισμού στην εκάστοτε κατάλληλη ερμηνεία του, εκφράστηκαν τόσο συμπάθειες αυταρχικές και δικτατορικές (εξύμνηση της αρχαίας Σπάρτης ή Μακεδονίας) όσο και προτιμήσεις δημοκρατικές (εξιδανίκευση της αρχαίας Αθήνας) τόσο δόγματα φυλετικά και φιλοφασιστικά (ιδιαίτερα με αντισλαβική αιχμή) όσο και συνηγορίες υπέρ του σοσιαλισμού (ο σοσιαλισμός ως αίτημα της ηθικής Ιδέας κλπ).

Εξίσου πολύμορφη υπήρξε η επίκληση του χριστιανικού στοιχείου / άλλοτε η επιστράτευση των χριστιανικών αξιών αντιτάσσεται σε μεταβολές των φρονημάτων και των ηθών αντίθετες προς την πατριαρχική κοινωνική αντίληψη των «νοικοκυραίων» / άλλοτε ώστε να αρθρώνουν την ηθική διαμαρτυρία μικροαστών διανοουμένων εναντίον του αλλοτριωτικού υλισμού και του απάνθρωπου ανηθικισμού μιας κοινωνίας κυριαρχούμενης από την επιδίωξη της κατανάλωσης και του κέρδους. 

Τέτοιοι χριστιανορθόδοξοι ελληνοκεντρισμοί (…) στην ουσία ανανεώνουν και παραλλάσουν τα θεμελιώδη μοτίβα των σλαβοφίλων και πανσλαβιστών από τις αρχές του 19ου αι, αντιπαρατάσσοντας στην «πνευματική» Ανατολή την «υλιστική» Δύση και στην «αγάπη» ή στις «δωρεές της χάριτος» τη στεγνή νοησιαρχία των φιλοσοφικών και θρησκευτικών μεταφυσικών δογμάτων. (…) η επίδραση Ρώσσων θεολόγων και φιλοσόφων είναι καθοριστική, αν και συχνά ανομολόγητη.

(…) παρακολουθώντας τη διαμόρφωση των θέσεων του ελληνοκεντρισμού και αναλύοντας τη διαδικασία και τις φάσεις του διαφορισμού του, θα μπορούσε να καταρτιστεί ένα πλήρες σχεδόν ευρετήριο της νεοεληνικής ιδεολογίας. Απουσία ιστορίας κλπ: α. ελλειπής εποπτεία της ποικιλίας των ρευμάτων –>εσπευσμένη σχηματοποίηση –> απόδοση σε φανταστικές «τάξεις». β. η ταύτιση της σκοπιάς των μελετητών με την ιδέα που έχουν οι διάφορες ανταγωνιστικές παρατάξεις για τον εαυτό τους. Πχ, διαμάχη για τη γλώσσα. Τάχα είχε να κάνει με θεμελιώδεις εθνικές και κοινωνικοπολιτικές επιλογές –> εσφαλμένη κοινωνιολογική αποτίμηση τάσεων και προσώπων με βάση την τοποθέτησή τους απέναντι στο γλωσσικό ζήτημα. Παράλειψη πολυμέρειας πραγματικών δεδομένων –> μονοσήμαντες αναγωγές.

Η προάσπιση της καθαρεύουσας δεν αποτελούσε παντού και πάντα «αντιδραστική» στάση, αλλά εν μέρει υπαγορευόταν από πρακτικές ανάγκες και εν μέρει εμπνεόταν από γνήσια πίστη στη ζωογόνο δύναμη των κλασσικών προτύπων. Ο δημοτικισμός συνδέθηκε με παρατάξεις κατά τα άλλα διαφορετικές έως εχθρικές μεταξύ τους.

Σοσιαλιστές: δημοτική γλώσσα + λαϊκή παράδοση = στοιχεία της ταξικής συνειδητότητας των καταπιεζόμενων στρωμάτων και συνάμα ουσιώδεις συνιστώσες ενός νέου πολιτισμού μετά τη λαϊκή απελευθέρωση. Μετριοπαθείς εκπαιδευτικοί δημοτικιστές: αποκοπή από έναν σχολαστικισμό αντίθετο προς τις εκσυγχρονιστικές τάξεις. (εδώ ο λαός, το σύνολο των φιλοπρόοδων, φιλόπονων και φιλήσυχων γεωργών, εργατών και τεχνιτών).

Τρίτη αντίληψη για το λαό: προσέγγιζε τον ευρωπαϊκό συντηρητικό ρομαντισμό, έβλεπε τη λαϊκή κοινότητα ως σύνολο πατριαρχικά διαρθρωμένο, σύνολο συμπαγές και ομόψυχο χάρη στην εμμονή του στις παραδόσεις του, συσπειρωμένο πίσω από τον ύψιστο πατριάρχη (τον βασιλέα), πάνω από πολιτικάντηδες, απάτριδες πλουτοκράτες και φραγκομαθημένους.

Ποίηση, μυθιστόρημα, μουσική


(Οι μεγάλοι ποιητές) συνέδεσαν το περιεχόμενο με οράματα και πεποιθήσεις, όπου η Ελλάδα εμφανιζόταν ως συμπύκνωση ύψιστων ηθικών και αισθητικών αξιών (…) ακόμα και η ποίηση του μοντερνισμού.

Δεν υπήρξε αστικό μυθιστόρημα, απλώς μεταφέρθηκε το σκηνικό από την ύπαιθρο στην πόλη. Το νεοελληνικό μυθιστόρημα περιγράφει συνήθως τη μοίρα ανθρώπων από τα μεσαία στρώματα που συνθλίβονται μέσα σε συνθήκες στενές και μίζερες (…) Στη λοιπή γραμματεία, οι ειδοποιές αστικές αξίες του εργασιακού ήθους ελάχιστη απήχηση βρήκαν. Ήταν σε αντίθεση προς βασικά στοιχεία της ελληνικής παράδοσης: Ορθοδοξία (περιφρόνηση των εγκόσμιων αγαθών και τάσεις προς τον κοινοκτημονισμό) / αρχαιότητα (απέχθεια προς τις βάναυσες εργασίες και υπεροχή του θεωρητικού βίου)

Μετά την κατοχή, τον εμφύλιο και τον εξαμβλωματικό εκσυγχρονισμό: ραγδαίες κοινωνικές ανακατατάξεις. Μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από τον πατριαρχισμό και τον νόθο ή επίπλαστο αστισμό στην εξίσου νόθα μαζική δημοκρατία. Δημοκρατία με πολύ μεγαλύτερη κινητικότητα, ταυτόχρονα ανίκανη να απαλλαγεί από τις πελατειακές νοοτροπίες και σχέσεις.
Η διεύρυνση της δημοκρατίας και του πλουραλισμού (μετά το ’74) οδήγησε στην επίταση των διαρθρωτικών αδυναμιών του συστήματος: οι ενδιαφερόμενοι «κλάδοι» τη χρησιμοποίησαν για να εμπεδώσουν και να επαυξήσουν όσα τους είχε ήδη αποφέρει η πελατειακή συναλλαγή κομμάτων και ψηφοφόρων. Άνοδος των νεόπλουτων –> εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός. 

Τουρισμός & μετανάστευση 50 και 60 à Τρίτη μεγάλη νεοελληνική ένταξη στο διεθνές πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Οριστική κατάλυση της πατριαρχικής κοινωνικής διάρθρωσης –> πολυπληθές μεσαίο στρώμα (μιμητικός καταναλωτισμός + έπαρση νεοαπόκτητης ευημερίας & ημιμάθειας). Αξίες γρήγορου πλουτισμού και εσπευσμένου καταναλωτισμού: η κοινωνία πολιτισμικά ομοιογενέστερη απ΄ ό,τι προπολεμικά.

Την ομογενοποίηση την πραγματοποίησαν η ραγδαία εξάπλωση του kitsch και η «ανακάλυψη» /ευρύτερη αποδοχή / μουσικός εξευγενισμός του «λαϊκού» τραγουδιού. (…) Αρχίζοντας από τους καημούς του χασικλή και τελειώνοντας στη μελοποίηση υψηλής ποίησης, συνέβαλε πολύ στην κατάργηση της παλαιάς βασικής διάκρισης ανάμεσα σε «αστικό» ή «λόγιο» και «λαϊκό» πολιτισμό (…) Η έννοια «λαϊκός» ουσιαστικά αποσυνδέθηκε από την έννοια «αγροτικός» για να συνδεθεί κυρίως με τη θεώρηση και τα γούστα των κατώτερων στρωμάτων των πόλεων, τα οποία κατάφεραν να μετατραπούν σε στρώματα σύγχρονων καταναλωτών με τον ίδιο τρόπο που και το ζεϊμπέκικο έγινε «συρτάκι» ή ο τεκές «μπαρ».


Μικροϊδιοκτήτες και μικροαστοί

Μικροϊδιοκτήτες και μικροαστοί (…) ο ψηφοφόρος έδινε τώρα την ψήφο του προσδοκώντας πρωταρχικά από μια κομματική παράταξη ότι θα του διασφάλιζε το καταναλωτικό του επίπεδο ή και θα του το ανέβαζε βραχυπρόθεσμα (…) Το νέο αυτό κριτήριο και η συναφής μετατροπή πολύ μεγάλου μέρους των πρώην «αναξιοπαθούντων» σε απαιτητικούς και συχνά υπερφίαλους καταναλωτές à αλλαγή των όρων λειτουργίας του πελατειακού συστήματος (…) τώρα μεγάλωνε η εξάρτηση των κομμάτων από τους ψηφοφόρους τους, δηλαδή η πελατειακή σχέση εν μέρει αντιστράφηκε.

Τα κόμματα υποχρεώθηκαν να συναγωνίζονται το ένα το άλλο στην υιοθέτηση και την προάσπιση των οποιωνδήποτε αιτημάτων, απ΄ οπουδήποτε και αν προέρχονταν. (…) Δεν αρκούσε πια ο διορισμός των «ημετέρων», των οποίων η ανέχεια τους έκανε να αισθάνονται ευγνωμοσύνη για την εύνοια. Εκτός από διορισμό / δανειοδότηση / διαμεσολάβηση, το παιγνίδι σε επίπεδο «κλάδων» αλλά και «μαζών», στο επίπεδο ψευδοϊδεολογικής δημαγωγίας, με την αρωγή των νεοφανών ΜΜΕ. Λαϊκισμός + πατροπαράδοτα στοιχεία à αναπόδραστη η δημαγωγία (την επιθυμούσαν και οι …πελάτες).

Η λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική του διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητα να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές σε ψήφους.

Εθνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπάντων όταν τα καταναλωτικά εισάγονται μετά από δανεισμό, δηλαδή εκχώρηση των αποφάσεων για το μέλλον της χώρας στους δανειοδότες της. Ανάπτυξη: συσσώρευση, εντατική εργασία, προσωρινή τουλάχιστον (μερική) στέρηση. 

Βραχυπρόθεσμη ευημερία: παρασιτισμός + εκποίηση της χώρας –> Δεν λένε την αλήθεια τα κόμματα, ούτε θέλουν να την ακούσουν οι καταναλωτές.

Ιλαροτραγική η θέση της «αριστεράς»: Υπερασπίζεται τα «λαϊκά» αιτήματα, γίνεται σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός». (προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο λαός να τη ζητάει). Λαός: (με τις ελληνοκεντρικές αερολογίες) έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του περιούσιο και ως άλας της γης, αρνείται να βάλει στο νου του κάτι τέτοιο. Συλλογική σχιζοφρένεια. (…) Προσπαθούν να προσαρμοσθούν στην παρασιτική κατανάλωση (…) ενώ ταυτόχρονα παραμένουν ιδεολογικά προσκολλημένοι σ΄ έναν μυγιάγγιχτο εθνικισμό. Αντίστοιχα, τα κόμματα.

Η σημερινή πασιφανής κρίση και ο «κανένας»

Η πελατειακή πολιτική προχώρησε ως την αυτοκαταστροφή της. Επιπλέον, αγκαλιάζει τα θεμελιώδη ιδεολογήματα, προ πάντως το ιδεολόγημα του ελληνοκεντρισμού. Η ελληνοχριστιανική εκδοχή χρησιμοποιήθηκε συστηματικά πολιτικά ως το ιδεολογικό όπλο του αντικομμουνισμού στην εποχή του εμφυλίου και στη συνέχεια. –> αποδυνάμωση όταν: ανδρώθηκε μια νέα γενιά / ο καταναλωτισμός και τα συναφή χειραφετητικά και ηδονιστικά ιδεολογήματα αφαίρεσαν το προβάδισμα από τις παραδεδεγμένες πατριαρχικές αντιλήψεις και στάσεις. Το κενό καλύφτηκε από άλλες εκδοχές που προσπάθησαν να συνδυάσουν μοτίβα της αρχαίας και της ελληνορθόδοξης παράδοσης. (…)

Το κύριο ρεύμα της εξέλιξης τράβηξε προς την κατεύθυνση μιας άμβλυνσης ή χαλάρωσης όλων των ιδεολογικών περιγραμμάτων. Ο ελληνοκεντρισμός επέζησε και θα επιζήσει για πολύ ακόμα, εφ’ όσον ψυχολογικά αποτελεί ένα θεμελιώδη αμυντικό και υπεραναπληρωματικό μηχανισμό του έθνους (το οποίο δεν παράγει – συνεχίζει την τουριστική εκποίηση)

Η είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση, της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής. Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν (…) / δεν θα μπορεί να παραχθεί σε υψηλή ποιότητα ποίηση.
Απέναντι σε όλα αυτά μπορεί κανείς: 1. να δοκιμάζει οδύνη, νιώθοντας μετέωρος και δίχως εθνικές ρίζες. 2. να τα θεωρεί ασήμαντα, πιστεύοντας ότι πατρίδα του ανθρώπου, προ πάντως σήμερα, είναι ο κόσμος κι ότι την τροφή που δεν μπορεί να του δώσει ο ένας τόπος, του την παρέχει ένας άλλος. (…)


Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία διακόσια χρόνια κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στον διεθνή καταμερισμό της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού άλλων.



0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου