Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Η καταστροφή της μεσαίας τάξης



Το ότι η μεσαία αστική τάξη καταστρέφεται είναι πασιφανές πλέον και πάντοτε αυτή η τάξη ήταν εκείνη που καταστρεφόταν από τις οικονομικές δυσχέρειες. Αρκεί να δει κανείς τι έγραφε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ πριν την Γαλλική Επανάσταση στην Πολιτική Οικονομία του για την εποχή του λες και επρόκειτο για τη δική μας: "Το μεγαλύτερο κακό έχει ήδη ενσκήψει, όταν υπάρχουν φτωχοί για να υπερασπιστούμε και πλούσιοι για να περιορίσουμε. Τότε όλη η δύναμη των νόμων ασκείται πάνω στα μεσαία εισοδήματα και είναι εξίσου αδύναμοι τόσο έναντι των θησαυρών των πλουσίων όσο και έναντι της ένδειας των φτωχών….οι μεν (οι πλούσιοι) σπάνε τα δίχτυα, οι δε (οι φτωχοί) περνούν ανάμεσά τους".

Αλλά τα αίτια αυτής της καταστροφής δεν είναι και τόσο ευκρινή

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτά είναι τυχαία, δηλαδή σε μία οικονομική κρίση αυτοί που χάνουν είναι όσοι έχουν. Και εφ’ όσον οι πολύ ισχυροί δεν γίνεται να χάσουν και οι πάμφτωχοι δεν έχουν τίποτε για να χάσουν, τότε οι μόνοι που μπορούν να απολέσουν κάτι είναι αυτοί που ανήκουν στην μεσαία τάξη στις πολλές διαστρωματώσεις της. 
Αυτό είναι πέρα για πέρα λογικό. 
Όμως μια τέτοια καταστροφή οφείλεται μόνον στην τύχη;

Πιστεύουμε ότι υπάρχει και μία άλλη πλευρά αθέατη που, όμως, συναληθεύει με το προηγούμενο.

Βέβαια, πρέπει προηγουμένως να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τον όρο “μεσαία τάξη” στο παρόν άρθρο για λόγους κατανόησης. 

Η μεσαία τάξη δεν είναι κάτι ενιαίο αλλά εμπεριέχει πολλές κοινωνικές διαστρωματώσεις και μπορεί να συμπεριλάβει και την λεγόμενη εργατική τάξη. Θεωρούμε ως μεσαία τάξη όλους εκείνους που υπάγονται στον συνεκτικό κοινωνικό ιστό, έχουν προοπτική βελτίωσης στη ζωή, σχετική ελευθερία, τακτικά εισοδήματα και, το σημαντικότερο, πρόσβαση στην παιδεία και τον πολιτισμό. 
Η ανώτερη τάξη (που έχει και αυτή διαστρωματώσεις) είναι εκείνη που δεν υπόκειται στις συνήθεις ανάγκες του ανθρώπου για επιβίωση και ζει έξω από τον κοινωνικό ιστό επειδή μπορεί να το κάνει, ενώ η κατώτατη είναι αυτή που είναι τόσο πτωχή που γίνεται έρμαιο των ισχυρών και η προσπάθεια για επιβίωση μαζί με την αμάθεια λόγω έλλειψης παιδείας την ωθεί επίσης έξω από τον κοινωνικό ιστό. 

Φυσικά, σαφείς διαχωρισμοί δεν υπάρχουν και τα κατώτερα στρώματα αυτής της μεσαίας τάξης μπορεί να συνδέονται στενότερα με την κατώτατη και τα ανώτερα ή τα μεσαία στρώματά της είναι σαφές ότι χάνουν περισσότερο στις κρίσεις. Ορισμένα δε άτομα της ελίτ μπορεί να χάνουν τα κεκτημένα αιφνιδιαστικά στις οικονομικές κρίσεις, αλλά ως τάξη δεν αφανίζεται, δηλαδή τα δύο άκρα έχουν προς το παρόν σταθερή ύπαρξη έστω και αν τα μέλη τους μεταβάλλονται. Το μεσαίο σημείο όμως (η ευρεία μεσαία τάξη) είναι ευάλωτη και μπορεί παροδικά να αφανιστεί. 

Το οικονομικό κριτήριο δεν είναι, βέβαια, το μοναδικό κριτήριο διαχωρισμού (αυτό θα ήταν απαράδεκτο), αλλά αποτελεί ένα μέσον για ευκαιρία πρόσβασης στα πολιτισμικά αγαθά και για πνευματική ανάτπυξη και ελευθερία, πράγματα καίρια για την όποια εξουσία και των οποίων την ανάπτυξη η μεγάλη φτώχεια εμποδίζει.

Σε εποχές που επιχειρείται η κατάληψη της παγκόσμιας εξουσίας, όπως συμβαίνει σήμερα, θα πρέπει να αναζητηθεί ο κυριότερος παράγοντας αποτροπής της, τόσο σε επίπεδο διεθνών υποκειμένων όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. 

Από το ένα μέρος, στο διεθνές επίπεδο υπάρχει μία απαξίωση των κρατών και των εθνών, τα οποία – και κυρίως τα έθνη – είναι οι ισχυροί παράγοντες που έχουν αποφασιστικό ρόλο στα πράγματα λόγω της υποκειμενικής συνοχής που διαθέτουν και την οποία τείνουν να διατηρήσουν, πράγμα που αντίκειται στους σχεδιασμούς μιας τέτοιας παγκόσμιας εξουσίας. 

Αυτό συμβαίνει επειδή μια τέτοια εξουσία δεν θέλει να έχει απέναντί της ισχυρά υποκείμενα αλλά διασπασμένα ανίσχυρα άτομα και ισχνές συλλογικότητες εύπλαστες στη βουλητική της επιβολή

Από το άλλο μέρος, στο κοινωνικό επίπεδο αυτόν τον ρόλο τον παίζει η μεσαία τάξη, που συνδέεται εντονότερα με το έθνος και το κράτος από όσο οι άλλες δύο και είναι η πιο πολυπληθής και ισχυρή τάξη, με τα ανώτερα και κατώτερα κλιμάκιά της – γιατί στο παρόν άρθρο τη θεωρούμε υπό την παραπάνω πολύ ευρεία έννοια.

Ποια είναι όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά της μεσαίας τάξης που μπορεί να λειτουργούν ως παράγοντας αποτροπής μιας τέτοιας εξουσίας και της όποιας εξουσίας;

(α) Είναι πολυπληθέστερη των άλλων, ειδικά στη δύση που το όλο επίπεδο ήταν συγκριτικά περισσότερο ανεβασμένο. Αυτό σημαίνει ότι έχει εν δυνάμει μεγάλη ικανότητα αποτροπής και ελέγχου της εξουσίας.

(β) Είναι η πιο μορφωμένη τάξη πράγμα που είναι το καίριο και επικίνδυνο για την εξουσία χαρακτηριστικό της. Γι’ αυτό μπορεί, αν το θέλει, να ασκήσει πιο αποτελεσματικά τον λεγόμενο δημοκρατικό έλεγχο στην πολιτική και να απαιτήσει την θέσπιση και εφαρμογή των νόμων. Το ότι δεν το έχει κάνει δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι βρίσκεται σε πνευματική ύφεση.

(γ) Αυτή η τάξη είναι το φυτώριο των νέων διανοούμενων και στοχαστών που θα επηρεάσουν το μέλλον διανοητικά, ηθικά και πνευματικά και θα σταθεί αυξανόμενα αποτρεπτικά απέναντι σε κάθε εξουσία. Είναι αυτή στην οποία μπορούν να ανθίσουν οι ιδέες και οι συναγόμενες αρχές που έχουν καθολική ισχύ και είναι ολότελα ασύμβατες με την εξουσία. 
Ερωτάται εδώ: Γιατί δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο η κατώτερη τάξη, των πάμφτωχων και αναλφάβητων; 
Γιατί η κατώτερη λόγω της επιβαλλόμενης άγνοιας και εξαθλίωσης μπορεί να αντιδρά μόνον ενστικτωδώς και χωρίς γνώση, όραμα και σχέδιο. Η μεσαία τάξη, λοιπόν, είναι η πνευματική δεξαμενή για αυτή τη λειτουργία και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να είναι στόχος όσων επιχειρούν τον παγκόσμιο έλεγχο. Είναι η ευρεία τάξη που μπορεί να στηρίξει την ηθική και να πολεμήσει την άγνοια, επειδή δεν υφίσταται την εξαθλίωση ούτε του υπερβολικού πλούτου ούτε της υπερβολικής φτώχειας. Γι’ αυτό η υποβάθμιση της παιδείας έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον και ο υπερκαταναναλωτισμός ήταν μία υποστροφή ή μία αυτοϋποβάθμιση της μεσαίας τάξης, γιατί αυτό έδειχνε ότι άρχισε να ψάχνει το νόημα της ζωής στο έχειν και έτσι αφανιζόταν βαθμιαία από το ιστορικό προσκήνιο.

Η ελίτ δεν αφανίζεται, διατηρείται στη ζωή λόγω της συγκριτικής δυνάμεως που διαθέτει, αν και, παραδόξως, λειτουργεί και αυτή στο κατώτατο επίπεδο συνείδησης όπως η κατώτατη τάξη, αλλά με άλλες δυνατότητες ελέγχου και επιβίωσης
Αυτό συμβαίνει, επειδή οι γνώσεις που αποκτά μέσω της παιδείας δεν έχουν κοινωνική κατεύθυνση παρά μόνον επιφανειακά και αποξενώνονται από τον εγγενή κοινωνικό χαρακτήρα τους, γι’ αυτό η συνείδηση δεν επηρεάζεται, απλώς η γνώση γίνεται ένα μέσον διαφοροποίησης και υπεροχής. Υπό μία τέτοια οπτική γωνία παραμένει κανείς στο κατώτερο επίπεδο συνείδησης – αν θεωρήσουμε τη συνείδηση ως έκφραση κοινωνικότητας. Αυτό αντιστοιχεί στον άνθρωπο που ανέπτυξε μεν τον νου, αλλά για να οχυρώσει την ζωικότητα και όχι για να καλλιεργήσει την ανθρωπινότητα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Νίτσε, ως υπέρμαχος μιας παγκόσμιας ελίτ, θεωρούσε ότι ο “δυνατός” άνθρωπος (εννοούσε τον κυριαρχικό) δεν μπορεί να βρεθεί στα μεσαία στρώματα αλλά είναι δυνατόν να βρεθεί στα κατώτερα! Αυτό συμφωνεί με το ότι υπάρχει μία ομοιότητα λειτουργική ανάμεσα στην ανώτερη και την κατώτατη τάξη, πράγμα που εκφράζεται στο ότι και οι δύο τείνουν να διαφεύγουν του νόμου και των καθολικών αρχών αν και για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά.

Η κατώτατη τάξη είναι το φυσικό αποτέλεσμα της ανισότητας και υφίσταται ως ανώνυμο πλήθος ανθρώπων που προσπαθούν μεν να αποκτήσουν κοινωνικό “πρόσωπο”, αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο προς το παρόν, επειδή η εξαθλίωση οδηγεί σε δουλεία και όχι σε ανάδειξη της αυταξίας. Ο Νίτσε έλεγε υποτιμητικά: «Δεν πρέπει γενικά να προϋποθέτουμε ότι πολλοί άνθρωποι είναι “πρόσωπα”» και ότι είναι φορείς, εργαλεία μετάδοσης, μηχανικοποιώντας έτσι τον μαζικό άνθρωπο χωρίς ελπίδα προσωποποίησης.

Η μεσαία τάξη είναι, τελικά, αυτή που συνθέτει μέσα της τα αντίθετα στοιχεία και διατηρείται σε μία μεταβαλλόμενη ισορροπία που με τον χρόνο μπορεί να αποδώσει τους καρπούς της συνειδησιακής εξέλιξης του ανθρώπου, αν χρησιμοποιήσει ορθά τη βουλητική ελευθερία της
Στέκεται στο μεσαίο σημείο ισορροπίας και όχι στο σημείο απανθρωποποίησης που βρίσκεται τόσο στην αθλιότητα της φτώχειας και της υποδούλωσης όσο και στην ανεξαρτησία από κάθε φυσική ανάγκη σε καθεστώς όμως ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασης ανώριμης για τέτοιο επίπεδο ανεξαρτησίας με συνέπεια να εντείνει ακόμη περισσότερο την ανωριμότητα. Πολλά θα μπορούσαμε να σκεφθούμε για το θέμα και, κυρίως, για τις ποιότητες που μπορούν να χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, αλλά θα χρειαζόταν περισσότερος χώρος από αυτόν ενός άρθρου. Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό για να αφεθεί αποκλειστικά στη σφαίρα της οικονομίας. Μια τέτοια παράλειψη θα αλλοίωνε σημαντικά την εικόνα των κοινωνικών εξελίξεων.

Αυτή η οπτική μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το καίριο σημείο των εξελίξεων της εποχής μας είναι – και πάντα ήταν – η συνείδηση με ό,τι αυτή περιλαμβάνει, όπως την ευθύνη και το μελλοντικό όραμα.

Ιωάννα Μουτσοπούλου
Μέλος της ΜΚΟ Σόλων


Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Λειψανολατρεία: Τα απομεινάρια μιας πίστης


της Ιφιγένειας Κοντού

Κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει ένα πούπουλο από το φτερό του αγγέλου Γαβριήλ, και ο Επίσκοπος του Μάιντς έχει μια φλόγα από την καιόμενη βάτο του Μωϋσή. Και πώς συμβαίνει να έχουν θαφτεί στη Γερμανία δεκαοχτώ απόστολοι, τη στιγμή που ο Χριστός είχε μονάχα δώδεκα;» - Η φράση αποδίδεται στον Μαρτίνο Λούθηρο. Αν έχει όντως ειπωθεί, πόσο επίκαιρη συνεχίζει να είναι σήμερα, 500 χρόνια αργότερα...

Το σκήνωμα της Αγίας Ελένης με την ασημένια προσωπίδα που τιμάται με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας [αρχηγός κράτους άλλωστε κι αυτό όπως και το «άγιο φως»] αλλά και με αθρόα προσέλευση προσκυνητών στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, είναι χωρίς αμφιβολία, το [νεκρό] πρόσωπο της εβδομάδας. Το θέμα συζητιέται σε όλα τα Μέσα.

Πολλοί παρατηρητές του φαινομένου, έσπευσαν να παρομοιάσουν την προθυμία των πιστών να προσκυνήσουν ένα άψυχο σώμα, νεκρό εδώ και αιώνες με την προσκόλληση των πρωτόγονων λαών στους νεκρούς προγόνους τους. Δεν είναι όμως μόνο οι πρωτόγονοι λαοί που προσκυνούν και λατρεύουν νεκρά σώματα.

Στην Ευρώπη η λατρεία των λειψάνων είναι πολύ δημοφιλής. Υπάρχει για παράδειγμα, το αίμα του «Αγίου Ιανουαρίου» [San Gennaro] που λέγεται ότι υγροποιείται τρεις φορές τον χρόνο. [Εκτός από το 1939, το 1980 και πέρσι]. Υπάρχουν μερικά κεφάλια του Ιωάννη του Βαφτιστή [κανείς δεν αμφισβητεί καν τη γνησιότητά τους, είναι όλα αληθινά] καθώς και τέσσερα σώματα, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, που αποδίδονται στην «Αγία Λουκία», μια πολύ αγαπημένη αγία των λαών της Βόρειας Ευρώπης αν και όχι τόσο διάσημη στα Βαλκάνια. [Πόσο μπροστά ο Λούθηρος...]


* Ο San Genaro σε mural [πάσα ομοιότητα είναι συμπτωματική]

Στη γειτονική μας Ιταλία , την έδρα της Καθολικής θρησκείας, υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 2.468 «άγιοι χώροι» όπου φυλάσσονται λείψανα. Μόνο στο Βατικανό υπάρχουν περισσότερα από χίλια λείψανα σε ειδικό φυλακτήριο [!]. Το 1950 ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ έκανε τη θριαμβευτική ανακοίνωση ότι μετά από δέκα χρόνια ανασκαφών, βρέθηκε επιτέλους ο τάφος του αποστόλου Πέτρου! Πού ήταν παρακαλώ; Κάτω από το Βατικανό!

Το 1968 μάλιστα, ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ επιβεβαίωσε ότι όντως πρόκειται περί των «θνητών λειψάνων του Αγίου Πέτρου, τα οποία αξίζουν όλη την αφοσίωση και την ευλάβειά μας». Όλες οι φωνές [της λογικής και της επιστήμης] που εξέφραζαν έντονες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις [όπως του Καθολικού αρχαιολόγου Αντόνιο Φερούα ο οποίος έλαβε μέρος στις ανασκαφές του Βατικανού ή του Καρδινάλιου Πουπάρ το 1991] κατασιωπήθηκαν.

Σύμφωνα με το Καθολικό περιοδικό 30 giorni, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όπως και ο προκάτοχός του Πίος ΙΑ΄, «είχε πάνω του λείψανα της αγίας της Λιζιέ». Ο Παύλος ΣΤ΄ «είχε ένα δάχτυλο του αποστόλου [Θωμά] στο τραπέζι του γραφείου του» και ο Ιωάννης Παύλος Β΄ «έχει, στη δική του κατοικία, μέρη από τη . . . σορό» του «Αγίου Βενέδικτου» και του «Αγίου Αντρέα». Όχι ότι άδειασε κιόλας η Ιταλία από λείψανα με την παραχώρηση του σκηνώματος από τη Βενετία στην Αθήνα...Να τα λέμε κι αυτά.

Έχει κάποια χριστιανική βάση η λειψανολατρεία;


Φαίνεται ότι η λατρεία για τα λείψανα δεν προέκυψε αμέσως μετά τον θάνατο των αποστόλων αλλά αρκετές δεκαετίες ίσως και αιώνες αργότερα. Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή που ολοκληρώθηκε γύρω στο 98 μ.Χ., δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της, κάποια περίπτωση λατρείας λειψάνων. Ούτε καν του μάρτυρα Στέφανου που θανατώθηκε δια λιθοβολισμού μπροστά σε τόσον κόσμο όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης: Πράξεις. Ούτε ένας χριστιανός δεν σκέφτηκε να κόψει ένα κομμάτι από τον μάρτυρα, ένα δάχτυλο για παράδειγμα και να το ’χει στο σπίτι του, όπως ο Πάπας Παύλος ΣΤ’. Πότε βρέθηκε το σώμα του κι άρχισε να του αποδίδεται λατρεία; Μόλις στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα πάντα με τους θρύλους της Ορθοδοξίας.

Μήπως υπάρχει κάποια αναφορά σε λατρεία λειψάνων σε παλαιότερα βιβλία της Αγίας Γραφής όπως στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης; Ούτε καν. Το μόνο επιχείρημα το οποίο μπορούν ίσως να επικαλεστούν όσοι προσκυνούν τα λείψανα είναι το θαύμα με τα κόκκαλα του νεκρού προφήτη Ελισαιέ. Πολύ συγκεκριμένα, το περιστατικό στην Αγία Γραφή αναφέρεται ως εξής: «Ύστερα πέθανε ο Ελισαιέ και τον έθαψαν. Και ληστρικές ομάδες Μωαβιτών εισέβαλλαν τακτικά στη χώρα, όποτε έμπαινε ο χρόνος. Και καθώς έθαβαν έναν άνθρωπο, είδαν τη ληστρική ομάδα. Αμέσως έριξαν τον άνθρωπο μέσα στον τάφο του Ελισαιέ και έφυγαν. Και μόλις ο άνθρωπος άγγιξε τα κόκαλα του Ελισαιέ, ήρθε στη ζωή και στάθηκε στα πόδια του» [2 Βασιλέων 13:20,21.]

Πουθενά βέβαια, δεν αναφέρεται ότι ακολούθησε λατρεία ή απόδοση ευλαβικού σεβασμού έστω, στα οστά του προφήτη. Απ΄ό,τι φαίνεται, τον ξαναέθαψαν. Ούτε λάρνακα ούτε κόκκινο μαξιλαράκι ούτε ασημένια προσωπίδα. Σε ολόκληρη την Αγία Γραφή δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο που να αναφέρεται κάτι τέτοιο. Συμπέρασμα από τον Ωριγένη: «Είναι συνεπώς μάταιο ν’ αναζητήσωμε στην Παλαιά Διαθήκη δικαιολογία για τη λατρεία των λειψάνων· και στην Καινή Διαθήκη δεν δίδεται πολλή προσοχή στα λείψανα. . .».

Πώς φτάσαμε στη λατρεία των λειψάνων;

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Βίβλο κι εφόσον οι πρώτοι χριστιανοί δεν την συνήθιζαν, πώς καθιερώθηκε η λειψανολατρεία ως έκφραση πίστης και ευλάβειας ;
Τα λείψανα ως αντικείμενο λατρείας άρχισαν να εμφανίζονται -μαζί με την καθιέρωση αγίων και άλλα δογματικά θέματα- από τον 2ο μ.Χ. αιώνα κι έπειτα. Κάπου ανάμεσα στις αρχές του 2ου αιώνα και τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Κι ενώ λογικά θα έπρεπε να λιγοστεύουν με τα χρόνια, αντίθετα, αυξάνονται και πληθύνονται. Θρησκευτικοί αλλά και οικονομικοί , ενίοτε και πολιτικοί λόγοι εδραίωσαν μέσα στους αιώνες, τη λατρεία των λειψάνων καθιστώντας την μια ακμάζουσα επιχείρηση.

Μια καίρια στιγμή στην ιστορία της λειψανολατρείας ήταν όταν o εκκλησιαστικός πατέρας και συγγραφέας Θεοδώρητος, ο πρώτος θεολόγος της χριστιανικής λειψανολατρείας, είχε τη φαεινή ιδέα ότι δεν χρειάζεται το λείψανο να είναι ένα ακέραιο σώμα. Ακόμη και μικρά τμήματα του νεκρού σώματος έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα! ["Τεμαχισμένα σώματα—ολόκληρη η δράση της θείας χάριτος!" ] Οπότε, μπορούσε κάλλιστα ένα σκήνωμα να τεμαχιστεί και τα «θαυματουργά» μέλη να μοιραστούν! Χρυσές δουλειές! Χέρια, πόδια, κάρες... όλα πλέον γίνονταν δεκτά με...τιμές! Σε βαθμό που το 386 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος εξέδωσε ειδικό νόμο ενάντια στην πώληση και το εμπόριο λειψάνων. Από τον 4ο αιώνα έως τη Μεταρρύθμιση πάντως, τα λείψανα γνώρισαν δόξες, τα κέρδη μεγάλωναν, ιδιαίτερα δε τον 12ο και 13ο αιώνα, ο τζίρος έφτασε στα ύψη!

«Κανένας προσκυνητής δεν γύριζε από την Ανατολή με άδεια χέρια. Η ευλάβεια συνδυαζόταν με την κερδοσκοπική προσδοκία. Τα κειμήλια μεταπουλιόνταν σε αστρονομικές τιμές στα ευρωπαϊκά μοναστήρια κι εκείνα με τη σειρά τους μεταβάλλονταν σε πακτωλό αργυρολογίας. Κι όταν στο χρηματιστήριο των ιερών κειμηλίων εξαντλήθηκαν τα δάκρυα τής Παναγίας -είχαν κυκλοφορήσει στη χριστιανική οικουμένη τόννοι ολόκληροι- και τα φτερά των αγγέλων και τα γένεια τού Ιησού καί τα εργόχειρα τής Παναγίας, άρχισε το εμπόριο των αγίων λειψάνων, που προσφέρονταν σε απίστευτη ποικιλία.» - «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα» του Κυριάκου Σιμόπουλου, κεφάλαιο: «Κειμήλια και Λείψανα».

Οι αυτοκράτορες ήθελαν ένα μικρό οστό στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους [status symbol] ή μαζί τους στη μάχη [φυλαχτό]. Απομεινάρια μιας πίστης που είχε ανάγκη να βλέπει και να αγγίζει κάτι κι ας ήταν νεκρό από αιώνες.

Κι ενώ η ανθρωπότητα βγήκε κάποια στιγμή από τον Μεσαίωνα, η θρησκευτική κατήχηση κρατάει τους πιστούς ακόμη εκεί, σε αυτήν την περίοδο της Ιστορίας. Στη λειψανολατρία. Μπορεί να πει δε κανείς ότι τους κρατά με νύχια και με δόντια. Κατά κυριολεξία.


*Λειψανοθήκη που περιέχει ένα δόντι [!], στάχτες και μαλλιά του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου - Καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη (Museo e Tesoro del Duomo di Monza) της ιταλικής πόλης Μόντσα. Η κάτω σιαγόνα με τα δόντια φυλάσσεται ξεχωριστά.

Η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού επιβεβαίωσε ότι, «σύμφωνα με την παράδοσή της, η Εκκλησία αποδίδει λατρευτικό σεβασμό στους αγίους και τιμά τα αυθεντικά τους λείψανα και τις εικόνες τους». (Διάταγμα για τη Θεία Λειτουργία [Constitution “Sacrosanctum Concilium” sulla sacra Liturgia] από Τα Πρακτικά της Β΄ Συνόδου του Βατικανού [I Documenti del Concilio Vaticano II], 1980). «Τα διαπρεπή λείψανα, καθώς επίσης και αυτά που τιμούνται από ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων» αναφέρονται στον Κώδικα του Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici), που εξέδωσε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ το 1983. (Κανόνας 1190).

Η Ορθοδοξία δεν θα μπορούσε να μείνει πίσω... Έχει και εκείνη τα λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων Σπυρίδωνα, Διονυσίου και Γεράσιμου έχουν πιάσει τα πόστα στα Επτάνησα, ένα σε κάθε νησί. Του Αγίου Νεκτάριου στην Αίγινα. Στην Πάτρα, εννοείται ότι υπάρχει η κάρα του αγίου Ανδρέα[το δεξί του χέρι όμως είναι στο Άγιον Όρος]. Στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στο Βατοπέδι, βρίσκεται και το δεξί χέρι του Χρυσόστομου μαζί με την κάρα του. Το δεξί χέρι της Αγίας Αικατερίνης επίσης , φυλάσσεται και αυτό στο Βατοπέδι [σαφής προτίμηση στα δεξιά χέρια].

Εκτίθενται και προσκυνούνται χωρίς να τους ρωτήσει κανείς

Ένας παράγοντας βέβαια που συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση της λειψανολατρείας, ήταν ότι οι ίδιοι οι άγιοι αποδείχτηκαν πολύ συνεργάσιμοι και καλόβολοι. Όντας νεκροί από αιώνες, δεν έφεραν καμία αντίρρηση στο να τους τεμαχίσουν, να τους στολίσουν και να τους εκθέτουν για προσκύνημα. Εξυπνάδες; Όχι ακριβώς. Υπάρχει ένα θέμα εδώ. Ηθικής φύσεως. Άραγε οι ίδιοι οι άγιοι [ως ταπεινοί χριστιανοί] θα συμφωνούσαν να τους προσκυνούν οι συγχριστιανοί τους , να τους κρεμάνε τάματα και να στήνεται ένα ολόκληρο εμπόριο από φυλαχτά και κάθε είδους αναμνηστικά γύρω από το νεκρό σώμα τους;

Ίσως να αντιδρούσαν όπως ο απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας οι οποίοι σε κάποιο ιεραποστολικό ταξίδι τους στην Κύπρο, παραλίγο να γίνουν αντικείμενα λατρείας των ντόπιων που τους πέρασαν για θεούς, για τον Δία και τον Ερμή και θελησαν να τους προσκυνήσουν... Η συνέχεια, όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Αγίας Γραφής, Πράξεις 14: 8-18... «Ωστόσο, όταν οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος το άκουσαν αυτό, έσκισαν τα εξωτερικά τους ενδύματα και πήδησαν μέσα στο πλήθος, φωνάζοντας και λέγοντας: “Άντρες, γιατί κάνετε αυτά τα πράγματα; Και εμείς είμαστε άνθρωποι που έχουμε τις ίδιες αδυναμίες με εσάς, και σας διακηρύττουμε τα καλά νέα για να στραφείτε από αυτά τα μάταια πράγματα στον ζωντανό Θεό, ο οποίος έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά...”. Λέγοντας δε αυτά τα πράγματα, μόλις και μετά βίας συγκράτησαν τα πλήθη από το να θυσιάσουν σε αυτούς.»

Και οι άγιοι-λείψανα, αιώνες μουμιοποιημένοι κάτω από τις προσωπίδες, αν είχαν φωνή να μιλήσουν, ποιος ξέρει τι θα έλεγαν; Πιθανόν να αναφωνούσαν: "Τι κάνετε εκεί; Γιατί με προσκυνάτε; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να με εκθέτετε νεκρό/ή; Πού στην ευχή είναι το δεξί μου χέρι;"