Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Στοίχημα η χειραφέτηση των περιθωριοποιημένων και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Παύλο Κλαυδιανό και την εφημ. Εποχή
 

Μπαίνουμε στο δεύτερο ημίχρονο μετά και το πέρας της δεύτερης αξιολόγησης, σε λίγο πιο σταθερό έδαφος. Ποια η εκτίμησή σου;
 

Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης δεν ήταν εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό άλλωστε η αξία της ολοκλήρωσής της γίνεται μεγαλύτερη. Το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις διήρκησαν πολύ, ότι η αξιωματική αντιπολίτευση διαμόρφωσε την αντιπολιτευτική της γραμμή πάνω στο μη κλείσιμό της και επένδυσε στην «ανικανότητα της κυβέρνησης» και την καταστροφή που επέρχεται εξαιτίας της, χρησιμοποιώντας μάλιστα όλα τα μέσα για να μποϋκοτάρει την ολοκλήρωσή της, επιβεβαιώνουν την αξία του αίσιου τερματισμού αυτής της φάσης. 

Σε ό,τι μας αφορά, είπαμε εξαρχής ότι δεν πανηγυρίζουμε, δεν ισχυριζόμαστε ότι γράφουμε κανένα αριστερό success story, απέναντι στο βαρύγδουπο δεξιό της προηγούμενης κυβέρνησης. 

Δεν μας ενδιαφέρουν έτσι κι αλλιώς τα success stories με τη χώρα σε επιτροπεία και την κοινωνία σε απόγνωση (τα ζήσαμε αυτά μέχρι το 2015), αλλά η προοπτική εξόδου από την κρίση με τη χώρα στο σύνολό της ελεύθερη. 

Λοιπόν, η ολοκλήρωσή της συνιστά σημαντικό σταθμό σε μια μακρά και επώδυνη στρατηγική που ξεκίνησε το 2015 και που έχει τρεις στόχους: 
α) την έξοδο της χώρας από την κρίση (από την επιτροπεία και τη λιτότητα), στην οποία την οδήγησαν τα δύο μεγάλα κόμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου, 
β) την ανασυγκρότηση του κράτους, την αλλαγή παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, 
γ) την εμπέδωση μιας άλλης κοινωνικής πολιτικής, που θα διαμορφώνει συνείδηση πολίτη, καθώς και αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, και όχι προνομιακού πελάτη σε σύγκρουση συμφερόντων με τον υπόλοιπο πληθυσμό, όπως γινόταν επί πολλές δεκαετίες. 

Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία να το κατανοήσουμε, γιατί συνιστά πρόβλημα συγκρότησης του ίδιου του ελληνικού κράτους, πρόβλημα που διευκόλυνε αποφασιστικά τη διείσδυση του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας: τη δημιουργία προνομιακών πελατών, θυλάκων εξουσίας προ-νεωτερικής εποχής, με τους οποίους η κάθε κυβέρνηση ανέπτυσσε προνομιακή συνομιλία σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού (την ιστορία των ΜΜΕ, για παράδειγμα, υπό το πρίσμα αυτής της ευρύτερης προβληματικής πρέπει να τη δούμε, όχι αποσπασματικά και συγκυριακά). 

Το κλείσιμο, ωστόσο, της αξιολόγησης έχει σημασία γιατί η κυβέρνηση μπορεί, όσο διαρκεί η κρίση, να απαντά, και με πιο μεσοπρόθεσμο τρόπο, στα κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησε η κρίση. 

Να αντιμετωπίσει δηλαδή, καταρχήν και κατεξοχήν τη «θανάσιμη πληγή στο σώμα της κοινωνίας», όπως έλεγε ο Έρικ Χοσμπάουμ, την ανεργία. 
Αν δεν υπάρξει απάντηση σε αυτό το πρόβλημα -για το οποίο ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν τεράστιες, ιστορικές ευθύνες (κάποτε πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά: πώς είχε οχυρωθεί ένα κοινωνικό κράτος στις περιόδους ευμάρειας, πώς είχε συγκροτηθεί η επιδοματική πολιτική του, κλπ). 

Μέχρι τώρα δεν έχουν δώσει καμιά σοβαρή απάντηση, μόνο ότι θα το λύσει ο πλήρως ανεξέλεγκτος ιδιωτικός τομέας μόνος του -η κρίση δεν πρόκειται να τελειώσει. 
Εάν όμως το κράτος δεν γίνει ρυθμιστής, δεν ελέγξει την οικονομία και δεν εμπνεύσει, τότε δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί το μεγάλο ποσοστό ανεργίας,.

Η συμφωνία, όμως, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα πιέζει την οικονομία. Θα μπορέσει η κυβέρνηση να υλοποιήσει τις κοινωνικές πολιτικές που θέλει;
 

Είναι σωστό και γι’ αυτό προείπα ότι δεν πανηγυρίζουμε για το κλείσιμο της αξιολόγησης. Τα πλεονάσματα είναι υψηλά, και δεν θα επικαλεστώ εύκολα επιχειρήματα, πχ «ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν συμφωνήσει σε πολύ υψηλότερα». Ούτε ότι «είχαμε υπερ-πλεόνασμα τα δύο τελευταία χρόνια», κλπ. 

Δεδομένων, όμως, των συνθηκών που κυριαρχούν στην Ευρώπη, μέσα στις οποίες έκλεισε η αξιολόγηση, των συνθηκών της κρίσης όπου βρίσκεται η χώρα, η αξία του να υπάρχει αριστερή κυβέρνηση, και όχι δεξιά, αποκτά μεγαλύτερη αξία. 
Έχει σημασία πού θα ρίξεις το κέντρο βάρους της πολιτικής σου. 
Όλα τα κόμματα, (και η κυβέρνηση) για παράδειγμα μιλάνε για ανάπτυξη. Η ανάπτυξη, όμως, δεν συνιστά απλώς μια μεγέθυνση του ΑΕΠ. Έχει κοινωνικές διαστάσεις, κι αυτές ενδιαφέρουν μια κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά. 
Η πολιτική που κάναμε με το ΕΣΠΑ το αποδεικνύει: με μια απλή σύγκριση με το παρελθόν θα καταλάβουμε τι εννοώ.

Το στοίχημα της Αριστεράς

Η κυβέρνηση, με βάση την εμπειρία του πρώτου ημιχρόνου, πώς θα πρέπει να πορευθεί από εδώ και πέρα;

 

Στο πρώτο ημίχρονο αυτό που έκανε η κυβέρνηση, στο πλαίσιο των καταναγκασμών που είχε, αλλά και των αδρανειών ενός υπονομευμένου ήδη προ κρίσης κοινωνικού κράτους, ήταν να εφαρμόσει το παράλληλο πρόγραμμα, για το οποίο συχνά λοιδορήθηκε από την αντιπολίτευση. 

Σε περίοδο, όμως, κρίσης η προσπάθεια να ξαναστήσεις στα πόδια τους, τους δύο πυλώνες του κοινωνικού κράτους –υγεία, παιδεία- οι οποίοι είχαν διαβρωθεί και πριν από την κρίση, αποτελεί ένα αριστερό στοίχημα, μείζονος σημασίας. 
Δεν θα αναφέρω παραδείγματα (πρόσβαση ανασφάλιστων, προσλήψεις προσωπικού στα νοσοκομεία, εξασφάλιση θέσεων μελών ΔΕΠ στα ΑΕΙ και πολλά άλλα), αλλά θα περιοριστώ μόνο σε αυτό. Την Τετάρτη συνεδρίασε η Επιτροπή της Βουλής για το δημογραφικό. Όλα τα κόμματα συμφώνησαν ότι η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα. Ένας από τους παράγοντες επιδείνωσης των δημογραφικών δεικτών είναι η έξοδος των νέων ανθρώπων, η μετανάστευση (οι ανατολικές χώρες της Ευρώπης έχασαν πάνω από το 1/3 των νέων, γι’ αυτό η δημογραφική πτώση τους είναι μη αναστρέψιμη).
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιστρέψει αυτό το κύμα φυγής, κυρίως των πιο μορφωμένων νέων ανθρώπων (brain drain), με συστηματικό πρόγραμμα υποτροφιών, ερευνητικών θέσεων, κλπ., εγγράφεται όχι απλώς σε ένα παράλληλο πρόγραμμα, αλλά σε μια προοπτική μεσοπρόθεσμου οραματισμού του μέλλοντος της χώρας. 

Στην υγεία δεν συνιστά απλώς αποτροπή της κατάρρευσης του δημόσιου συστήματος. Συνιστά μέριμνα του κράτους για τη μη περιθωριοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, ίσων ευκαιριών σε όλους. Συνιστά ξανα-στήσιμο του κοινωνικού κράτους, το οποίο με περισσή κοινωνική αναλγησία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ οδήγησαν (και προ κρίσης) στην κατάρρευση. 
Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η πολιτική του υπουργείου Εργασίας. Αυτό είναι το κοινωνικό κράτος: η χειραφέτηση των αδύναμων, η μη περιθωριοποίησή τους. 

Η τεράστια διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ έγκειται σε αυτό: 
Ο νεοφιλελευθερισμός περιθωριοποιεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και εμβαθύνει τις σχέσεις με τους προνομιακούς πελάτες. 
Η αριστερή κυβέρνηση μάχεται κατά του νεοφιλελευθερισμού σε αυτό το πεδίο -να επαναφέρει στο προσκήνιο της ιστορίας τις περιθωριοποιημένες ομάδες, τον πιο φτωχό κόσμο, τους άνεργους, τους αόρατους στην κοινωνία. 
Αυτό ήταν και παραμένει ένα μεγάλο αριστερό στοίχημα.

Ξήλωμα του πελατειακού κράτους

Από εδώ και πέρα;
 

Ενώ θα εξακολουθεί η στήριξη των πιο περιθωριοποιημένων ομάδων και η ανασυγκρότηση του κράτους πρόνοιας, το επόμενο βήμα είναι να ξανανοίξει η κυβέρνηση συνομιλία με τα μεσαία στρώματα, διότι και αυτά πλήρωσαν ακριβά την κρίση. 
Είναι ένα άλλο μεγάλο στοίχημα. 

Αυτά τα στρώματα στήριξαν την κυβέρνηση και φαίνονται να απομακρύνονται, σε ένα ποσοστό τουλάχιστον, από αυτήν. 

Η ΝΔ, και όχι μόνο, προσπάθησε και προσπαθεί να «φιλοτεχνήσει» ένα σκοτεινό πρόσωπο της κυβέρνησης: λαϊκιστικό, αντιδημοκρατικό, αυταρχικό και αντιευρωπαϊκό. 

Προσπαθεί, συγχρόνως, να αναπτύξει τον κοινωνικό ανταγωνισμό στις κοινωνικές τάξεις, ανάμεσα ιδιωτικό και δημόσιο τομέα –ένα νέο, ιδιότυπο κοινωνικό εμφύλιο. 
Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως εχθρός των ελεύθερων επαγγελματιών (κατά κάποιο τρόπο των πιο μορφωμένων), των επιχειρηματιών, των «ικανών» και των «άριστων» και υπέρ ενός «λαού» περιθωριακού, αμόρφωτου και ανίκανου, ενός «λαού» αντιευρωπαϊκού. Σημείωσα μία φράση του κ. Μητσοτάκη στη Βουλή για την οικονομία: «οι Έλληνες δεν βλέπουν τα λεφτά τους στις τσέπες τους, αλλά τα βλέπουν να πηγαίνουν στο κράτος».
Εδώ κρύβεται όλη η ουσία μιας κυρίαρχης νοοτροπίας που επί πάρα πολλά χρόνια διαμόρφωσε η Δεξιά, και αργότερα και το ΠΑΣΟΚ, νοοτροπία πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το πελατειακό κράτος, το άδικο και κοινωνικά ανάλγητο κράτος. 
Που δεν κατόρθωσε να φτιάξει ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, δεν έφτιαξε ισχυρούς θεσμούς πρόνοιας, που με τις προνομιακές σχέσεις με ιδιώτες, με «κάστες» δημοσίων υπαλλήλων (κυρίως ΔΕΚΟ) εναντίον μη προνομιούχων, κράτος της διόγκωσης και ενίσχυσης των προνεωτερικών θυλάκων εξουσίας (οι οποίοι εμφανίζονται ως οι πλέον μεταρρυθμιστικοί και απλώνουν τα πλοκάμια τους στο δεξιό, αλλά κυρίως στον κέντρο-δεξιό, αριστερό χώρο –κάποτε πρέπει να τους ονοματίσουμε). 
Της μίζας, της διαφθοράς και της διαπλοκής, το οποίο φοβάται η Δεξιά, αλλά και το ΠΑΣΟΚ, μήπως με τον ΣΥΡΙΖΑ ξηλωθεί. 

Πρέπει να ξηλωθεί, κι αυτό συνιστά ένα άλλο αριστερό, ιστορικό στοίχημα που αν αυτή η κυβέρνηση δεν κερδίσει, θα είναι υπόλογο απέναντι στην Ιστορία και την ελληνική κοινωνία.

Να δούμε λίγο γενικά την αντιπολιτευτική γραμμή της Νέας Δημοκρατίας;
 

Φαίνεται να είναι μια απολύτως επιφανειακή, επικοινωνιακή-τηλεοπτική πολιτική γραμμή, με συνεπικουρία των ΜΜΕ. 
Πχ, σποτάκια με τα ψέματα Τσίπρα, δημιουργία κλίματος καταστροφής, αίσθησης αυταρχικής, λαϊκιστικής κυβέρνησης. Όχι επί της ουσίας αντιπολιτευτική γραμμή για την οικονομία, την κοινωνική πολιτική, κλπ. 
Κι όσες φορές ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε σε αυτά, δεν τα πήγε τόσο καλά, τα στελέχη της ΝΔ προέβαιναν σε διορθωτικές κινήσεις.

Προς το παρόν η ΝΔ επιδιώκει να απομονώσει την κυβέρνηση σαν αντι-θεσμική δύναμη, βρίσκει και συμμάχους. Αυτό πώς το πετυχαίνει κατά τη γνώμη σου και πώς πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση;
 

Αυτή είναι πολύ σωστή παρατήρηση. Η ΝΔ επιδιώκει (και η εκκολαπτόμενη κεντρο-αριστερά) να απομονώσει την κυβέρνηση από τα μεσαία μορφωμένα στρώματα, στα όπου είχε επιρροή ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Ποντάρει στο ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτελείται, πλέον, από μορφωμένους και προσπαθεί να «φιλοτεχνήσει» ένα σκοτεινό πρόσωπο της κυβέρνησης. Να την παρουσιάσει σαν ένα παράδοξο, ανωμαλία της πολιτικής ζωής, περίεργο πρόσωπο που σπάει τον εκσυγχρονιστικό, ευρωπαϊκό καθρέφτη της χώρας. 

Σε αυτό το πεδίο προσπαθεί η αντιπολίτευση να σύρει την κυβέρνηση, και σε αυτό να δοθεί η μάχη. 

Έχει πολλούς θεσμικούς και εξω-θεσμικούς αρωγούς. Θεωρώ ότι αυτή η αντιπολιτευτική τακτική έχει κοντά ποδάρια, ωστόσο μην την υποτιμήσουμε, και κυρίως μην πέφτουμε στην παγίδα, όπου έχουμε πέσει αρκετές φορές. 

Για να έχει όντως κοντά ποδάρια, πρέπει να κινηθούμε πιο προσεχτικά, όχι σε επικοινωνιακό επίπεδο –στείρους διαξιφισμούς με τη ΝΔ. 
Να εντάξουμε τη σημερινή τακτική της αντιπολίτευσης σε μια συνέχεια ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών που οδήγησαν τη χώρα εδώ, που έστησαν το πελατειακό και ανάλγητο κράτος. 

Δεν μπορεί να απαντούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι με τον ίδιο τρόπο που προκαλεί η ΝΔ («κι εσείς τότε κάνατε αυτό»), αλλά να απαντάμε στην κοινωνία, γιατί η Δεξιά παραμένει επί 100 και πλέον χρόνια Δεξιά.

Το ζήτημα της Δικαιοσύνης

Υπάρχει, πράγματι, πλούσιο υλικό.
 

Πολύ. Παράδειγμα, αυτά, τελευταία, με τη δικαστική εξουσία. Δεν χρειάζεται να ανοίξει μέτωπο κανείς κυβερνητικός με τη δικαστική εξουσία, αρκεί εμείς οι βουλευτές να συγκεντρώσουμε διάφορες αποφάσεις της Δικαιοσύνης που ποτέ δεν εφαρμόστηκαν ή διάφορες αποφάσεις της που ελήφθησαν με γνώμονα τα συμφέροντα των προνεωτερικών θυλάκων εξουσίας. 

Άλλο παράδειγμα, εξαιτίας του οποίου τα πανεπιστήμια έχουν χάσει πολλά λεφτά, ιδίως την περίοδο της κρίσης. 
Από το 1997 νόμος προέβλεπε οι καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί κοκ που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, αλλά χρησιμοποιούν τον τίτλο του καθηγητή, άρα χρησιμοποιούν ένα δημόσιο αγαθό που πληρώνουν οι φορολογούμενοι, ότι πρέπει να αποδίδουν στα πανεπιστήμια το 15% των κερδών τους ετησίως. 
Αυτός ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ή εφαρμόστηκε ελλιπώς (από τους μη προνομιούχους), ενώ το ΣτΕ «έσωσε» με απόφασή του αυτούς που είχαν την «εξυπνάδα» να συστήσουν εταιρία για να ξεφύγουν από το νόμο. 
Τα ΑΕΙ έχασαν πολλά χρήματα. 
Είναι αυτά τα χρήματα που η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εκπαίδευσαν την κοινωνία ότι είναι δημόσια, επομένως τζάμπα. 

Άλλο παράδειγμα: σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος η παιδεία είναι δημόσια και δωρεάν. Για τα μεταπτυχιακά ειδικά υπάρχει απόφαση του ΣτΕ, που προβλέπει σε εξαιρετικές περιπτώσεις δίδακτρα, το ύψος των οποίων ορίζει ο κοινός νομοθέτης, δηλαδή ο υπουργός. 
Ποτέ και από καμιά κυβέρνηση δεν εφαρμόστηκε αυτή η απόφαση. Δεν είδα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ να εγκαλούν τα ΑΕΙ για μη εφαρμογή της. 
Δεν είδα τις κυβερνήσεις τους να σέβονται την απόφαση της Δικαιοσύνης και να επιβάλλουν κανόνες στα ΑΕΙ, αντί να αφήσουν τα δίδακτρα να ανέβουν στο θεό. 
Δεν είδα να κόπτονται για τον σεβασμό στη θεσμικότητα, κλπ. 
Παρεμπιπτόντως, η κυβέρνησή μας οφείλει να τη σεβαστεί. 

Είναι πολλά τα παραδείγματα σύμπραξης φορέων προ-νεωτερικής εξουσίας οι οποίοι ασκούν πραγματική εξουσία σε αυτή τη χώρα υπό τη «διακριτική εποπτεία» των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. 

Τα ΜΜΕ είναι το άλλο κραυγαλέο παράδειγμα. Η κυβέρνηση οφείλει, αντί να ρίχνει βολίδες στον αέρα, να ξαναστήσει τους ιδεολογικούς της αρμούς και να δείξει ότι η κριτική στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν έχει στόχο να πλήξει το θεσμό, αλλά να σπάσουν αυτούς τους προ-νεωτερικούς θύλακες εξουσίας που ελέγχουν το θεσμικό σύστημα της χώρας. 

Έτσι πρέπει να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τα μεσαία στρώματα ο ΣΥΡΙΖΑ, κι εκεί θα φανεί αν η κεντροαριστερά είναι κέντρο με αριστερό πρόσημο, κι όχι ένα κέντρο παντός καιρού και ιδεολογίας.

Στόχος της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ η συντηρητικοποίηση της κοινωνίας

Στο ζήτημα της εκπαίδευσης η ΝΔ, και ο κ. Μητσοτάκης προσωπικά, υψώνει σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση προς την κυβέρνηση.
 

Η παιδεία είναι το κατεξοχήν πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, εκεί θα παιχτούν πολλές μάχες. Η ΝΔ, όμως, εκτός από την πρόταση για ιδιωτικά πανεπιστήμια, την πρόταση για άνοιγμα της παιδείας στον ιδιωτικό τομέα, δεν μας λέει τίποτε άλλο. Επομένως, θα προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 16), την οποία γι’ άλλα μείζονος σημασίας για τη δημοκρατία ζητήματα (απλή αναλογική) δεν θέλει. Ενώ δεν προτείνει απολύτως τίποτε επί της ουσίας, αντιθέτως προσπαθεί να δημιουργήσει εικόνα χάους, ανομίας, πλήρους αταξίας για τα ΑΕΙ. Προσπαθεί μεθοδικά να υπονομεύσει τη δημόσια εκπαίδευση, χτίζοντας εικόνα μη λειτουργίας των δημόσιων ιδρυμάτων, επομένως να αναδείξει ως αναγκαιότητα την ίδρυση ιδιωτικών. 

Στο στόχαστρο, βέβαια, είναι το πανεπιστημιακό άσυλο. Κι ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι το κύριο πρόβλημα (τώρα που, υποτίθεται, υπάρχει χάος στα ΑΕΙ δεν ισχύει το άσυλο), για τη ΝΔ και τις δήθεν μεταρρυθμιστικές δυνάμεις τίθεται στο επίκεντρο για ένα λόγο: επιδιώκεται το ξερίζωμα μιας παράδοσης, μνήμης που συνδέει όχι μόνο τα ΑΕΙ, αλλά και την κοινωνία με το μεταπολιτευτικό, διεκδικητικό, επομένως δημοκρατικό παρελθόν. Όπως είχε πει η κ. Διαμαντοπούλου «θέλω να αλλάξω το DNA του πανεπιστημίου» και μέσω αυτού της κοινωνίας, προσθέτει η ΝΔ. Όλη αυτή η συζήτηση περί ασύλου σε μια χώρα που σέβεται τις συγκροτητικές δημοκρατικές της παραδόσεις θα ήταν γελοία.

Αναγκαία η ριζοσπαστική απάντηση


Κατά τη γνώμη σου αυτού του είδους η προσέγγιση, αγγίζει την κοινωνία; Ακολουθείται και από άλλα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, με άλλες παραδόσεις.
 

Είναι παράδοξο το ΠΑΣΟΚ να συντάσσεται τόσο εύκολα με τη ΝΔ σε αυτό το θέμα. Αλλά που στοχεύουν; Σε ένα πράγμα: στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Δεν είναι καθόλου απλό, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτό. 
Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ προϋπέθετε και συνεπαγόταν μια σχετική ή λιγότερη σχετική αριστερή ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Η ΝΔ τώρα επιδιώκει να δείξει ότι αυτή η ριζοσπαστικοποίηση ήταν καταστροφική γιατί, μεταξύ άλλων, επέφερε ανασφάλεια, αταξία, αναρχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστά απειλή, όχι μόνο για την οικονομία, αλλά για την ίδια την ασφάλεια της κοινωνίας. Στοχεύει στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, κάτι που αποτελεί άλλωστε και πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού. 
Οι διαρκείς εικόνες χάους στα πανεπιστήμια, το «άβατο» των Εξαρχείων, η ανασφάλεια, είναι καλά μελετημένες και ιδεολογικά στοχευμένες κινήσεις που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. 

Με το άσυλο, λοιπόν, η ΝΔ δεν απευθύνεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά μέσω αυτού απευθύνεται στην κοινωνία, της οποίας επιδιώκει να κινητοποιήσει τα συντηρητικά ανακλαστικά. Γι’ αυτό, για μας το άσυλο πρέπει να εγγραφεί στη δημόσια, δωρεάν και δημοκρατική παράδοση του Πανεπιστημίου, το οποίο ήταν και πρέπει να παραμείνει ανοικτό στην κοινωνία. 
Με αυτή την έννοια, το νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή πρέπει να απαντά στα μεγάλα, σημερινά προβλήματα (μεταπτυχιακά, θεσμική αναδιοργάνωση, ανακοπή της ιδιότυπης ιδιωτικοποίησης από μέσα της δημόσιας Παιδείας) των ΑΕΙ. 
Να επικαιροποιηθεί το άσυλο ως σταθμός του δημοκρατικού μεταρρυθμισμού, που άρχισε πριν δεκαετίες και απολύτως συμμεριζόταν το τότε ΠΑΣΟΚ.

Σ’ όλα αυτά η ΝΔ έχει σύμμαχό της πολλά ΜΜΕ. Η κυβέρνηση πώς να απαντήσει, όταν δεν προβάλλονται πράγματα που κάνει, ή οι θέσεις της;
 

Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα, όταν η επικοινωνία γίνεται ουσία. Βέβαια να υπενθυμίσω κάτι, και για αυτό δεν θα πρέπει να απαντάμε επιφανειακά και εμείς στην προπαγάνδα τους. 
Η κοινωνία απέδειξε -εκλογές του ’15, δημοψήφισμα, εκλογές Σεπτέμβρη- ότι δεν υποκύπτει τόσο εύκολα στην προπαγάνδα. Σίγουρα, ο κόσμος τώρα είναι πιο ανίσχυρος απέναντι στην προπαγάνδα των καναλιών, γιατί έχει κουραστεί, γιατί έχουν διαψευστεί κάποιες προσδοκίες του. 
Εμείς, ωστόσο, οφείλουμε να απαντήσουμε μέσω των καναλιών, όχι στην προπαγάνδα τους, αλλά σε αυτό που πραγματικά πονάει την κοινωνία. Να απαντάμε με ειλικρίνεια και διαρκή τάση λογοδοσίας.
 
Άμεση αναζήτηση προοπτικής για το Κυπριακό

Οι βάσιμες ελπίδες για το Κυπριακό διαψεύστηκαν. Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σου;

- Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ήταν μια άσχημη εξέλιξη. Ακόμα κι αν οι ευθύνες βρίσκονται στην αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας, για τη χώρα και κυρίως για την Κυπριακή Δημοκρατία, για την Κύπρο συνολικά, η εξέλιξη δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Δεν αρκεί, λοιπόν, να αποδοθούν οι ευθύνες και να ησυχάσουμε. 

Πρέπει να αναζητηθούν άμεσα οι προοπτικές για τη λύση: σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, σε διεθνές, μεταξύ των δύο κοινοτήτων; Όποιες κι αν είναι, πρέπει γρήγορα να ονοματιστούν και να υπάρξει δραστηριοποίηση. 
Έχω γράψει και μιλήσει άπειρες φορές για το Κυπριακό, γι αυτό δεν έχω σκοπό να επεκταθώ στις τελευταίες εξελίξεις, για τις οποίες δεν γνωρίζω παρά αυτά που γνωρίζουμε όλοι από την ενημέρωση που είχαμε στη Βουλή. Θα περιοριστώ μόνο σε αυτό: Η μη λύση του Κυπριακού δεν είναι λύση (κυρίως γα την Αριστερά), πολύ περισσότερο που διανύουμε περίοδο πολύ πυκνού ιστορικού χρόνου. 
Πρέπει να τεθούν, πλέον, κάποια κρίσιμα ερωτήματα: για πόσο διάστημα και με τι συνέπειες μπορεί η Κύπρος να παραμένει με το μισό της σχεδόν έδαφος υπό κατοχικό στρατό, διχοτομημένη εδαφικά, σε απρόβλεπτο περιβάλλον; Επίσης να τεθεί επιτακτικά το ερώτημα του κατά πόσο η εθνική γραμμή για το Κυπριακό, στην οποία συναινούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις (ακόμα και η Χρυσή Αυγή), αποδίδουν στο «δίκαιη και βιώσιμη λύση» το ίδιο ομοσπονδιακό περιεχόμενο.

Στην αρχή του διαλόγου το διεθνές ενδιαφέρον, π.χ. ΕΕ, ΗΠΑ, ΟΗΕ, δημιουργούσε την αίσθηση ότι όντως επιζητούν λύση. Ήταν έτσι;
 

Θεωρώ πως ναι, και πολύ περισσότερο ότι στην Κύπρο είχαμε δύο ηγέτες που ήθελαν και είχαν πολεμήσει υπέρ της λύσης. Ο Μουσταφά Ακιντζί ήταν ένας από τους ηγέτες που αναδείχθηκαν στο δρόμο, στις διαδηλώσεις κατά του κατοχικού στρατού, όχι μέσα από ένα καθεστωτικό ή κατοχικό σύστημα. 
Τι συνέβη και δεν υπήρξε λύση, τι συνέβη και η αδιαλλαξία της Τουρκίας νίκησε κατά κράτος τους πάντες (ΟΗΕ, ΕΕ, κλπ). 
Για παράδειγμα, σε ποιο βαθμό η ΕΕ είναι διατεθειμένη πλέον να συζητήσει πολιτικά τα σύνορά της και να επιβάλλει τους κανόνες της. 
Σε ποιο βαθμό ο ΟΗΕ μπορεί να επιβάλλει τις αποφάσεις του. 
Όλα αυτά χρειάζονται σε βάθος συζήτηση, με όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία.



Η Σία Αναγνωστοπούλου είναι βουλεύτρια Αχαϊας του ΣΥΡΙΖΑ

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Οι Περιπέτειες του Προτάγματος της Αποανάπτυξης και της Αλληλέγγυας/Συνεργατικής Οικονομίας στην Ελλάδα της Κρίσης



Γιώργος Λιερός

Με την αποανάπτυξη και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία προσπαθήσαμε να σχεδιάσουμε μια απάντηση στην κρίση. Ήδη από το 2010 -με την αρχή των μνημονίων- κατατέθηκε στον δημόσιο διάλογο και περιγράφηκε με μια σχετική επάρκεια το πρόταγμα της αποανάπτυξης, ενώ σκιαγραφήθηκε σε αδρές γραμμές ο ρόλος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την έξοδο από την κρίση σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Την περίοδο 2010-12 στοχαστές όπως ο Σερζ Λατούς είχαν μιλήσει σε κατάμεστα αμφιθέατρα, κυκλοφόρησαν βιβλία, καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες να μεταφερθεί η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Ευρώπης, κινητοποιήθηκαν οι πανεπιστημιακοί κ.λπ. Με την ώθηση που έδωσαν οι πλατείες πολλαπλασιάστηκαν οι δομές αλληλεγγύης και τα συνεργατικά εγχειρήματα.

Μέχρι την αρχή του 2012 τα βασικά είχαν λίγο-πολύ ειπωθεί: παραγωγικοί/καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, αυτοδιαχείριση των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων, τοπικές κοινωνικά ελεγχόμενες αυτοσυντηρούμενες οικονομίες, οικονομίες εγγύτητας, τροφική κυριαρχία, ενεργειακή αυτάρκεια από τοπικές ανανεώσιμες πηγές, τοπική επεξεργασία της αγροτικής παραγωγής, βιοτεχνικά/βιομηχανικά τοπικά οικοσυστήματα, μια τεχνολογικά προηγμένη μαστορική, τοπικές αγορές, τοπικά νομίσματα, συντονισμός των μικρής κλίμακας οικονομιών σε ευρύτερες βιοπεριφέρειες.

Σήμερα, το 2017, είμαστε πλέον αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι αυτές οι ιδέες, και οι πρώτες πειραματικές πρακτικές, δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υπολογίσιμη κοινωνική δυναμική, να αποτελέσουν τα πρώτα έστω βήματα σε μια διαδικασία παραγωγικής/κοινωνικής ανασυγκρότησης υπό την ηγεμονία των λαϊκών τάξεων. Γιατί;

– Ούτε καν εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε το 2010 ποια ήταν η πραγματική έκταση που είχε πάρει η τραγωδία των κοινών στην Ελλάδα. Το 2010, σε μια μεγάλη έκταση, η καταστροφή των τοπικών κοινωνιών είχε ήδη συντελεστεί, περισσότερο βέβαια όσον αφορά τις γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων, λιγότερο στις επαρχιακές πόλεις και χωριά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη χώρα μας μόνο το 7% των αγροτών είναι συνεταιρισμένοι, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά της Ευρώπης, όπου συνήθως συνεταιρισμένοι είναι το 50-80% των αγροτών, οι ενεργοί αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τους 150[1]. Ήδη πριν ξεκινήσει η κρίση είχε εξανεμιστεί το «κοινωνικό κεφάλαιο», οι δυνατοί κοινωνικοί δεσμοί, που θα επέτρεπαν την ρωμαλέα ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, ένα μαζικό κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης κ.λπ.

– Τα κόμματα της Αριστεράς -συμπτώματα και ενεργοί συντελεστές της τραγωδίας των κοινών- ήταν αδιάφορα (ΣΥΡΙΖΑ) ή και εχθρικά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σ’ αυτές τις ιδέες και πρακτικές και η έχθρα τους δεν ερχόταν από το παρελθόν, η συλλήβδην απόρριψη των συνεταιρισμών δεν θα μπορούσε καν να περάσει από το μυαλό των παλαιότερων σταλινικών. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υιοθέτησε ποτέ, και μάλιστα ως κύριο μέρος του προγράμματος του, τις απόψεις της αυτοδιαχείρισης, των αγροτοβιομηχανικών συνεταιρισμών, της κοινωνικοποίησης (αντί της κρατικοποίησης) όπως το ΠΑΣΟΚ το 1974-81. Αλλά ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε, δεν θα μπορούσε -κάτι τέτοιο προϋποθέτει σιδερένια γιακωβινική θέληση και όχι τιποτένιους απατεώνες- να μετασχηματίσει τις σκόρπιες θεωρητικές ιδέες σε συνεκτικές κρατικές πολιτικές στην κατεύθυνση της «κατασκευής του κατασκευαστή[2]» της παραγωγικής ανασυγκρότησης (του κατασκευαστή που εξέλειπε λόγω της τραγωδίας των κοινών). Το 2012-15 η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης που θα έσκιζε τα μνημόνια, θα έπρεπε να συμβαδίζει με την προετοιμασία ενός καλοδουλεμένου σχεδίου το οποίο θα επέτρεπε στην κυβέρνηση της Αριστεράς να δράσει ως θεσμικός καταλύτης -ο όρος είναι της Ε. Όστρομ- για να απελευθερώσει μπλοκαρισμένες κοινωνικές δυναμικές. Μα τι πάμε και τους ζητάμε τώρα! Τρία χρόνια στην κυβέρνηση και ακόμη δεν έχουν καταφέρει να σχεδιάσουν μια στοιχειώδη πολιτική για την κοινωνική οικονομία!

Η ουτοπία της Αριστεράς -και εδώ συμφωνούν όλες οι τάσεις- είναι ένα κράτος στο οποίο όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο κρατισμός της Αριστεράς είναι η ιδεολογία, η ψευδής συνείδηση που συνοδεύει την κοινωνική αναβάθμιση των ανθρώπων της, οι οποίοι από τη δεκαετία του 1980 και μετά ανέρχονται κοινωνικά, χάνουν την επαφή τους με τα υπόγεια της κοινωνίας και υιοθετούν ατομικές στάσεις ζωής που συνάδουν με τον πολιτισμικό φιλελευθερισμό. Δεν είναι μόνο μια αναλογία με το «παράδοξο» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που η εφαρμογή τους τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε στη γιγάντωση των κρατικοδίαιτων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αυτός ο κρατισμός και μάλιστα συνδυασμένος με μια κούφια επαναστατική φρασεολογία, έναν αφόρητα κουραστικό βερμπαλισμό για την εργατική τάξη, την επανάσταση, την ταξική μεροληψία, τα ταξικά πρόσημα και άλλα τέτοια που δεν δεσμεύουν πρακτικά σε τίποτα, λειτουργεί σαν ψευδής συνείδηση, σαν ιδεολογία, μια διπλή γλώσσα που συγκαλύπτει βαθιά φιλελεύθερες πρακτικές και στάσεις ζωής.

– Τις ιδέες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας και της αποανάπτυξης τις υιοθέτησαν οι οικολόγοι, αντιεξουσιαστές, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, άνθρωποι των κινημάτων κ.ά. οι οποίοι λειτουργήσαμε μάλλον σαν μια εσωτερική αντιπολίτευση στις ιδέες της Αριστεράς και όχι σαν προπομπός ενός πραγματικού κοινωνικού κινήματος. Επτά χρόνια μετά, είμαστε ακόμη κυρίως ένας πολιτικοϊδεολογικός χώρος, δεν είναι τυχαίο το ότι οι πρωτοβουλίες για τον συντονισμό των εγχειρημάτων είναι ίσως περισσότερες από τα ίδια τα εγχειρήματα. Ως επί το πλείστον μοιραζόμαστε το ίδιο κοινωνικό έδαφος με την Αριστερά, μερικές φορές απλώς είμαστε πιο ειλικρινείς, άλλοτε πάλι -ευτυχώς όχι πια τόσο συχνά- δίνουμε το στίγμα ενός χιπισμού μεσηλίκων. Σε κάθε περίπτωση οι ώμοι μας αποδείχτηκαν αδύναμοι για τα βαριά καθήκοντα της περιόδου.

Μιλώντας για την τραγωδία των κοινών στη χώρα μας ουσιαστικά αναφερόμαστε στον κίνδυνο να χαθεί η σπουδαία ελληνική παράδοση ανεξαρτησίας, ανεξαρτησία σε επίπεδο ατομικό, οικογενειακό, κοινοτικό, πολιτικό (όχι ότι αυτή η παράδοση είναι η μόνη στην περιοχή, η Ροζάβα είναι μόνο ένα επεισόδιο μιας άλλης εξίσου παλιάς και σπουδαίας παράδοσης στην άλλη πλευρά του Αιγαίου).

Ο νεότερος ελληνισμός κυοφορήθηκε στις κοινότητες των ελληνικών βουνών και των νησιών οι οποίες όχι μόνο ήταν πρακτικά κοινωνίες έξω από το κράτος, αλλά επίσης ήταν στενά συνδεδεμένες με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της εποχής τους: Παρίσι, Βιέννη, Μόσχα, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Βαγδάτη. Εδώ ωρίμασαν οι δυνάμεις οι οποίες διεξήγαγαν με επιτυχία τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, το 1821. Έκτοτε γνωρίσαμε τρεις γύρους καταστροφής των κοινών.

Τον πρώτο γύρο τον επιχείρησε το αρτιγέννητο ελληνικό έθνος-κράτος. Και όμως όχι μόνο άντεξαν οι παλαιότερες κοινοτικές δομές αλλά ήδη από τα τέλη του 19ου αι. αναδύεται μια ιδιαίτερα πλούσια συλλογική ζωή με νέες μορφές και περιεχόμενα: συνεταιρισμοί αγροτικοί και αστικοί, «συντεχνίες», σωματεία, ταμεία αλληλοβοήθειας, αυτασφάλισης, μορφωτικοί και εκπαιδευτικοί όμιλοι κ.ά. Όλος αυτός ο κοινωνικός και πολιτιστικός πλούτος υποστρώνει μια έντονη δημόσια ζωή και θα κορυφωθεί με την ελεύθερη Ελλάδα των βουνών, την Ελλάδα του ΕΑΜ, ένα κοινοτικό κράτος, μια πραγματική κοινοτική δημοκρατία όπως την είχε ονειρευτεί ο Καραβίδας.

Ο δεύτερος γύρος καταστροφής των κοινών ήταν υπόθεση της αντεπανάστασης και του μετεμφυλιακού κράτους που οικοδόμησε.

Ο τρίτος και πιο αποφασιστικός γύρος, δεν χρησιμοποίησε τόσο τη βία αλλά τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 με την «πρώτη φορά Αριστερά» (το ΠΑΣΟΚ) και ολοκληρώνεται στις μέρες μας στο καθεστώς της κρίσης με την «δεύτερη φορά Αριστερά» (τον ΣΥΡΙΖΑ). Ό,τι δεν κατάφερε με την καταστολή το μετεμφυλιακό κράτος, το πέτυχαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Ήδη από την αρχή της κρίσης -και αυτό σήμερα γίνεται περισσότερο καθαρό από ποτέ- δεν ήταν δυνατή κανενός είδους παραγωγική ανασυγκρότηση έξω από ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής αναγέννησης, τέτοιου που να ανοίγει δρόμους και για όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Το πρόταγμα της αποανάπτυξης -και μαζί εκείνο της άμεσης δημοκρατίας- παραπέμπει σε ένα τέτοιο πολυεπίπεδο κίνημα. Είμαστε σε θέση να αναδείξουμε πρακτικά αυτό το πρόταγμα σε όλο τον πλούτο των περιεχομένων του;

Σημειώσεις:

[1] Σύμφωνα με την Ματίνα Κανάκη, 5η συνεδρία της 4ης Μαΐου 2017 του 1ου Πανελλήνιου Διεπιστημονικού Συνεδρίου για τα Κοινά και την Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία, ΑΠΘ.

[2] Πρόκειται για μια φράση με την οποία ο Α. Γκράμσι αναφέρεται στην πολιτική του Ιταλού πρωθυπουργού Φ. Κρίσπι (1818-1901) ο οποίος ασκώντας την εξουσία με σιδερένιο χέρι βοήθησε στην ανάδυση της βιομηχανικής αστικής τάξης της Β. Ιταλίας, II Risorgimento, ελλ. Εκδ. Στοχαστής 1987, σ. 130.

*Το παρόν κείμενο έχει σαν βάση την εισήγηση στη συζήτηση με θέμα «Το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-Μετάβασης ως απάντηση στην καταστροφή του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών» που έγινε στα πλαίσια του πρόσφατου «4ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας» (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, 9-11 Ιουνίου, Αθήνα).