Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

"Από όλες τις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης η Ρωσική Επανάσταση ήταν η μόνη που νίκησε. Και από όλες τις αποτυχίες της εργατικής τάξης ήταν η πιο ολοκληρωτική και αποκαλυπτική"

Η παραπάνω φράση ανήκει στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Όμως στην ψυχή των αριστερών, υπάρχει μια αντίσταση να παραδεχθούν κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί πολλοί και πολλές πρόλαβαν να υπερασπιστούν την "σοσιαλιστική ΕΣΣΔ" ή απλά κάποιος από τους γονείς ή τους παππούδες τους ήταν μέλη του ΚΚΕ και πολέμησαν στο πρώτο και κυρίως στο δεύτερο αντάρτικο. Άσε που κάποιες πρώην "ανατολικές" χώρες υπό το κράτος της εκλεγμένης σήμερα ακροδεξιάς προσπαθούν ακόμη και να απαγορεύσουν την κομμουνιστική ιδέα. Έτσι, αυτό που στην λογική των αριστερών είναι κατακτημένο ειδικά μετά την πτώση των μονοκομματικών καθεστώτων του "κομμουνισμού" και την πέραν πάσης αμφιβολίας γνώση που αποκτήθηκε γι αυτά από κανονικούς ανθρώπους και όχι πληρωμένους προπαγανδιστές του αντικομμουνισμού ή του νεοφιλελευθερισμού, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την ψυχή τους που αντιστέκεται ακόμη. Είναι όμως καλό να συμβεί κάποια στιγμή αυτή η επικοινωνία. Έστω για να είναι αυτοί και αυτές που θα διηγηθούν στις νέες γενιές τι ακριβώς συνέβη στη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και τις "ανατολικές" χώρες και όχι οι άνθρωποι του νεοφιλελευθερισμού. Για να μείνουν οι νέοι στην αριστερά, την νέα, την δημοκρατική, την ελευθεριακή, την οικολογική, την κοινοτιστική πείτε την όπως θέλετε. Και να μην γίνουν θύματα και πρόσκοποι την νέας ακροδεξιάς αναγέννησης που περιγράφει τις αποτυχίες του αγώνα των εργαζομένων ως επιβεβαίωση της ανάγκης για ένα φασιστικό σύστημα-κράτος απέναντι στα προβλήματα της φτώχειας, της επισφάλειας και της μετανάστευσης, της οικολογικής καταστροφής δλδ ως επιβεβαίωση της ανάγκης του κρατικού ολοκληρωτισμού και της υποταγής στον ηγέτη. Κείμενα σαν το παρακάτω συμβάλλουν σε αυτήν την αναγκαία ενότητα ψυχής και λογικής στην σημερινή αριστερά εγκαινιάζοντας το αφιέρωμά μας στα 100 χρόνια από την ρωσική επανάσταση του 1917, με την άποψη των αναρχικών:

Αιματοβαμμένοι, Εκατό Χρόνια Λενινιστικής Αντεπανάστασης

Εισαγωγή από το βιβλίο “Bloodstained: One Hundred Years of Leninist Counterrevolution” (AK Press, 2017). The Friends of Aron Baron είναι η συλλογική υπογραφή των αναρχικών που επιμελήθηκαν το βιβλίο. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά babylonia.gr)

Η ιστορία μπορεί να μη τελείωσε, αλλά σίγουρα έγινε πιο παράξενη. Το κοινωνικό συμβόλαιο του νεοφιλελευθερισμού – ένα κολλάζ οικονομικών ταχυδακτυλουργικών τρυκ και οι πολιτικές τελετουργίες που χρειάστηκαν για να τα επιβάλλουν στην κοινωνία – με το που επιβλήθηκε, κουρελιάστηκε με εκπληκτική ταχύτητα τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν μια γρήγορη οικουμενοποίηση της επισφάλειας. Η αστάθεια και η αβεβαιότητα είναι σημαντικά κομμάτια των ζωών μας, που τις ζούμε σε έναν υποτιθέμενο κόσμο «μετα-αλήθειας» όπου τα βασικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση σχεδόν των πάντων μοιάζουν ελλιπή – ή τουλάχιστον μοιάζουν να αλλάζουν με κάθε κύκλο ειδήσεων.

Αυτή η νέα πραγματικότητα είναι τόσο η αιτία, όσο η συνέπεια της εκλογής του Donald Trump ως του 45ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η προεκλογική του εκστρατεία εκμεταλλεύτηκε με επιτυχία τον φόβο και την απελπισία της κοινωνικής αποσύνθεσης μας, και ανέβηκε στην εξουσία με υποσχέσεις για τον τερματισμό της. Θα σταματούσε, όπως είπε, την διάβρωση της φθίνουσας αίσθησης ασφάλειας μας και θα επανάφερε την σιγουριά των ξεκάθαρων συνόρων (κρατικών και φυλετικών) και σταθερές θέσεις εργασίας. Τα τραίνα θα έρχονταν στην ώρα τους.

Η επιτυχία του Trump, ερχόμενος από το πολιτικό περιθώριο, έπιασε τους φιλελεύθερους των ΗΠΑ στον ύπνο. Οτιδήποτε περισσότερο από τις τυπικές ανταλλαγές μεταξύ στελεχών του ενός ή του άλλου κόμματος τους ήταν αδιανόητο. Ακόμα πιο βαθιά στο αριστερό φάσμα, υπήρχε κατάπληξη σε πολλούς ριζοσπάστες, αλλά ίσως λιγότερο σοκ: τουλάχιστον είχαν τα θεωρητικά εργαλεία με τα οποία θα ανέλυαν τη κατάσταση – μετά το γεγονός.

Η αριστερά δεν είναι λιγότερο ευάλωτη στην ιστορική αβεβαιότητα, ούτε καλύτερα προετοιμασμένη να την συναντήσει ή να προβλέψει τι υπάρχει μετά. Τελευταία, πολλοί ριζοσπάστες βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, που πιάνονται από τα μαλλιά τους για να μη πνιγούν, όπως αυτή που κινητοποίησε τους ψηφοφόρους του Trump. Όταν ο δρόμος μπροστά είναι αβέβαιος, μοιάζουν να σκέφτονται πως είναι ασφαλέστερο να πάνε πίσω, στο παρελθόν. Ψάχνουν για απαντήσεις στο δοκιμασμένο και στο πραγματικό – ακόμη και όταν αυτό το πραγματικό είναι μια τεράστια ιστορική αποτυχία. Έτσι βλέπουμε μια επιστροφή σε σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές, πρώτα με τον «χλιαρό» σοσιαλισμό του Bernie Sanders, πιο πρόσφατα με την αναγέννηση των Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής. Οι ψηφοφόροι στην Ευρώπη κατάλαβαν πριν αρκετό καιρό την ματαιότητα της εκλογής των δήθεν σοσιαλιστών για να επιβλέπουν μια καπιταλιστική οικονομία. Οι ΗΠΑ, ως συνήθως, απέτυχαν να διδαχτούν από τα λάθοι των άλλων.

Η εκατοστή επέτειος της Ρωσικής Επανάστασης, την αιτία πίσω από αυτό το βιβλίο, έχει προσθέσει ένα επιπλέον στρώμα παραδοξότητας στις εξελίξεις αυτές. Πολλοί βλέπουν την εκατονταετηρίδα σαν μια ευκαιρία να αποκαταστήσουν, ακόμη και να γιορτάσουν, ξεπερασμένες μορφές αυταρχικού κρατικού σοσιαλισμού. Είναι όμως ένας δύσκολος εορτασμός, πρέπει κάποιος είτε να παραβλέψει προσεκτικά την ανθρώπινη καταστροφή που οι Μπολσεβίκοι έθεσαν σε κίνηση το 1917 ή να προσπεράσει ένα φαντασιακό πέρα από το οποίο, όπως πάει ο μύθος, η κομμουνιστική πιθανότητα εκτροχιάστηκε από κακούς ανθρώπους, και προχώρησαν σε μια γη γκούλαγκ και υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης. Κρίνοντας από τις λίστες πρόσφατων και επερχόμενων τίτλων, αριστεροί εκδοτικοί οίκοι σε όλο το κόσμο θα επαναλάβουν αυτές τις παραλείψεις και παραμύθια σε αμέτρητα βιβλία που εκθειάζουν τον Lenin, επαναπροσδιορίσουν του Μπολσεβίκους, και θα επιχειρήσουν να διασώσουν το μαρξιστικό διαμάντι θαμμένο κάτω από ένα βουνό από πτώματα.

Αν ήταν απλά η παλιά φρουρά και οι ζηλωτές κομματικοί αξιωματούχοι που αφηγούνται αυτές τις φαντασιώσεις, αυτό το βιβλίο θα ήταν αχρείαστο. Η επιρροή τους μειώνεται σταθερά και θα πεθάνουν τελικά. Στους παράδοξους, άστατους καιρούς αυτούς όμως, μεγάλος αριθμός νεαρών ανθρώπων έχουν ερωτευτεί φαντάσματα περασμένων δικτατοριών, κοινοποιούν μιμήδια με τον «Κούκλο νεαρό Joseph Stalin» στα κοινωνικά τους μέσα και φοράνε επιδεικτικά καπέλα και μενταγιόν με το σφυροδρέπανο. Συχνά υπάρχει μια ειρωνική πλευρά στα καινούρια μπολσεβίκικα μπιχλιμπίδια, όπως τα πανκιά προηγούμενων γενιών φορούσαν ναζιστικά σύμβολα. Οι πάνκηδες τουλάχιστον είχαν μια ωμή, μηδενιστική ειλικρίνεια: αναφέρονταν στο τρόμο πίσω από τα εμβλήματα για πουν κάτι. Σήμερα οι καινούριοι, νεαροί κομμουνιστές είναι είτε πολλοί περισσότερο αδαείς γύρω από την ιστορία πίσω από τις χειρονομίες τους ή με πονηριά αντισταθμίζουν την τοποθέτηση τους με το να προσποιούνται πως δεν υπάρχει ουσία πίσω από την εικόνα, έτσι δεν υπάρχει ευθύνη. Όλα αυτά υποδεικνύουν μια ακόμη πιο επιτακτική ανάγκη για αυτό το βιβλίο.

«Από όλες τις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης», γράφει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «η Ρωσική Επανάσταση ήταν η μόνη που νίκησε. Και από όλες τις αποτυχίες της εργατικής τάξης ήταν η πιο ολοκληρωτική και αποκαλυπτική». Μπορεί να έχουμε μια ένσταση για τη λέξη «μόνη», αλλά το επιχείρημα του Καστοριάδη παραμένει: υπάρχει κάτι σημαντικό να διδαχτούμε από τις δυνατότητες της Ρωσικής Επανάστασης, αυτές που δημιουργήθηκαν και αυτές που καταστράφηκαν. Η καταστροφή στη Ρωσία μας υποχρεώνει, λέει, να αναλογιστούμε «όχι μόνο τις συνθήκες για μια προλεταριακή νίκη, αλλά και το περιεχόμενο και την πιθανή μοίρας μιας τέτοιας νίκης, την εδραίωση και την εξέλιξή της», και πιο σημαντικό πάνω στους εγγενείς «σπόρους της καταστροφής» σε κάποιες προσεγγίσεις στην επαναστατική στρατηγική. Σύμφωνα με τους Μαρξιστές-Λενινιστές, όταν ερχόμαστε στην Ρωσική Επανάσταση, αυτοί οι σπόροι ήταν εντελώς εξωτερικοί και «αντικειμενικοί»: η ήταν των μεταγενέστερων επαναστάσεων στην Ευρώπη, ξένη επέμβαση και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Η ιστορική σημασία αυτών των παραγόντων είναι αδιαμφισβήτητη, και σε γενικές γραμμές εκτός θέματος. Η πραγματική ερώτηση, όπως σημειώνει ο Καστοριάδης, είναι «γιατί η Επανάσταση υπερίσχυσε των εξωτερικών εχθρών για να καταρρεύσει εκ των έσω».

Για να δώσουμε μια απάντηση σε αυτό, χρειαζόμαστε αυτό που ο Maurice Brinton αποκαλεί, στον πρόλογο στην ιστορία της κομμούνας της Κροστάνδης της Ida Mett, μια νέα, γνήσια σοσιαλιστική ιστορία. «αυτό που περνά ως σοσιαλιστική θεωρία», σύμφωνα με το Brinton, «συχνά είναι το ανεστραμένο είδωλο της αστικής ιστοριογραφίας, η διήθηση του εργατικού κινήματος με τυπικές αστικές μεθόδους σκέψης». Η κρατική-σοσιαλιστική αγιογραφία, σε όλη την Λενινιστική, Τροστκιστική, Μαοϊκή και Σταλινική μορφή της, είναι απλά ένα ισχνά συγκαλυμμένο, παρωχημένο όραμα «του σπουδαίου άνδρα», με τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες και προέδρους να έχουν αντικατασταθεί με επαναστάτες «ιδιοφυείς ηγέτες», λαμπρούς στρατηγούς που οδήγησαν τις μάζες στη νίκη – ή που θα ο είχαν κάνει αν «αντικειμενικοί παράγοντες» δεν είχαν επέμβει, που παραδόξως, μοιάζουν να το κάνουν συνέχεια.

Η ανθολογία αυτή είναι μια προσπάθεια να συμβάλουμε σε αυτή τη νέα ιστορία. Είναι, ακολουθώντας ξανά τον Brinton, μια ιστορία των ίδιων των μαζών, γραμμένη όσο είναι δυνατόν, από την δική τους οπτική, όχι από αυτή των αυτοδιορισμένων αντιπροσώπων τους. Συγκεντρώσαμε έργα που γράφηκαν σε ολόκληρη τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, από το 1922 ως το 2017, που εξυπηρετούν δυο σκοπούς.

Ο πρώτος είναι να αποκαλυφθεί η ζωντανή επανάσταση κάτω από τους μύθους που οι Μπολσεβίκοι και οι διάδοχοί τους του κρατικού-σοσιαλισμού συσσώρευσαν για να νομιμοποιήσουν τις, διαφορετικά, αδικαιολόγητες πράξεις τους. Η ζωντανή επανάσταση είναι η δυνατότητα που υπάρχει μέσα σε κάθε κινητοποιημένο πληθυσμό. Είναι αυθύπαρκτη, δεν διακηρύσσεται, αποδίδεται ή νομοθετείται ώστε να υπάρχει. Και είναι μια ισχυρή δύναμη. Η αρχική φάση της Ρωσικής Επανάστασης, από τον Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο, είναι γνωστή για την έλλειψη αιματοχυσίας. Όταν οι μάζες ξεσηκώνονται ως ένα, δεν υπάρχει δύναμη που να μπορεί να τους αντισταθεί. Δημιουργούν νέες επαναστατικές φόρμες,, συμφωνημένες πρακτικές που μπορεί να ή να μην πάρουν θεσμική μορφή. Οι πρακτικές αυτές, που συνένωσαν τη Ρωσία σε σοβιέτ, εργοστασιακές επιτροπές και συνεταιρισμούς, είναι οι εμβρυϊκές δομές μέσα από τις οποίες μια νέα κοινωνία μπορεί να οργανωθεί.

Μια σοσιαλιστική ή αναρχική ιστορία μπορεί να αναζητήσει τους σπόρους της αποτυχίας σε κάθε επανάσταση. Αυτοί ανήκουν και στις μάζες. Η κατηγορία για την «παρακμή» της Ρωσικής Επανάστασης μπορεί να, και έχει, εξαπλωθεί δίχως περιορισμούς. Η δημιουργώντας όμως απλά σκιάχτρα από τους προδότες της επανάστασης – με το Στάλιν να είναι ο πλέον γνωστός, ιδιαίτερα ανάμεσα στους Λενινιστές και τους Τροσκιστες που αναζητούν την δική τους άφεση – αποφεύγει το γεγονός πως οι μάζες μπορούν να προδοθούν εξαρχής. Πιστεύουν όμορφα ψέματα και ξεσηκωτικές ρητορείες. Απέτυχαν να αντισταθούν σε κρίσιμες στιγμές ή όταν το έκαναν δεν έφτασαν μακριά. Παραδώσαν, λίγο λίγο, την δύναμη που οι αυτές κατέκτησαν και επέτρεψαν στους εχθρούς τους να δημιουργήσουν μια πολύ διαφορετική εξουσία από πάνω τους. Υπάρχει λόγος γιατί ο Λένιν μπορούσε να λέει πως το Οκτωβριανό πραξικόπημα ήταν «ευκολότερο από το σήκωμα ενός φτερού»: ο δρόμος ήταν ήδη ανοιχτός και το κράτος είχε ήδη ηττηθεί. Δεν υπήρχε τίποτα για να σηκώσουν. Οι μάζες είχαν ήδη κάνει την επανάσταση και οι Μπολσεβίκοι είχαν μόνο να πατήσουν πάνω στα ερείπια και να μπουν στα εγκαταλειμμένα παλάτια των καταπιεστών. Το γεγονός πως μπορούσαν είναι μια προειδοποίηση και ένα μάθημα που οι συγγραφείς αυτής της συλλογής μεταφέρουν με πολλούς τρόπους.

Οι μορφές της γνήσιας επανάστασης και οι τρόποι με τους οποίους καταλύθηκε δια της βίας από το Λένιν και τους συντρόφους του είναι τα κύρια σημεία αυτού του βιβλίου. Αν υπάρχει μια ελαφρώς μεγαλύτερη έμφαση στο δεύτερο είναι γιατί οι αναρχικοί, συμβουλιακοί κομμουνιστές και αντικρατιστές μαρξιστές στις σελίδες που ακολουθούν α) έχουν βαθιά πίστη σε αυτό που η Emma Goldman αποκαλεί «η δημιουργική ιδιοφυΐα των ανθρώπων» και β) διστάζουν να προβλέψουν τις λεπτομέρειες μια μελλοντικής κοινωνίας που δεν έχει γεννηθεί ακόμη, μέσα από συνθήκες και προκλήσεις που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Οι πραγματικές επαναστάσεις δεν στήνονται ποτέ, δεν συμβαίνουν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα ενός θεωρητικού, και σπανίως χρειάζονται βοήθεια για να δρομολογηθούν. Ενώ το γεγονός αυτό είναι ξεκάθαρο στο σύνολο του βιβλίου, υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο σημείο στο τι συμβαίνει μετά, στις παγίδες και στα εμπόδια, σε όλα όσα μπορούν να πάνε λάθος.

Ο Rudolf Rocker ανιχνεύει την γενεαλογία των παραγόντων που οδήγησαν στην αποτυχία Ρωσική Επανάσταση μέσα από τις συχνά προφητικές συζητήσεις της 1ης Διεθνούς και πίσω στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Marx και ο Engels, των οποίων τις ιδέες ο Lenin προσάρμοσε, δανείστηκαν την θεωρία της επανάστασης από τους Ιακωβίνους και τις αυταρχικές μυστικές ομάδες από τη Γαλλική Επανάσταση. Ειδικά, λέει ο Rocker, βασίστηκαν πάνω σε παραμορφωμένες αστικές εξιστορήσεις αυτών των μορφών. Το μαρξιστικό πλαίσιο της δικτατορίας του προλεταριάτου που προέκυψε, είναι «η δικτατορία ενός συγκεκριμένου κόμματος που οικειοποιείτε για τον εαυτό του το δικαίωμα να μιλά για αυτή τη τάξη». Δεν είναι «παιδί του εργατικού κινήματος, αλλά μια θλιβερή κληρονομιά της αστικής τάξης… συνδεδεμένη με μια δίψα για πολιτική εξουσία». Ο Rocker αντιπαραβάλει αυτό το πλαίσιο με την «οργανική ύπαρξη» και τη «φυσική μορφή ενός οργανισμού… από τα κάτω προς τα πάνω» που το ίδιο το εργατικό κίνημα διαμορφώνει μέσα από τον αγώνα: συμβούλια και επιτροπές δικτυωμένες σε σταθερές, μη ιεραρχικές ομοσπονδίες.

Ο Luigi Fabbri βλέπει και αυτός αστικές ρίζες στην Λενινιστική ιδεολογία, «ένα τρόπο σκέψη, τυπικό σε αφεντικά». Γράφοντας λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, ο Fabbri έσκαψε μέσα από τις αμέτρητες παραχαράξεις του αναρχισμού που ακόμα και η πρώιμη Μπολσεβίκικη προπαγάνδα προωθούσε – και που οι κρατικοί σοσιαλιστές ακόμη προωθούν – για να αποκαλύψει τις κύριες ιδέες που «χωρίζουν τους αυταρχικούς από τους ελευθεριακούς κομμουνιστές». Το «θανάσιμο λάθος» του Lenin και της παρέας του, ήταν η πίστη τους πως χτίζοντας ένα πανίσχυρο κράτος θα κατάφερναν με κάποιο τρόπο να κάνουν το ίδιο το κράτος να εξαφανιστεί, το προαπαιτούμενο και για τους μαρξιστές και τους αναρχικούς για το κομμουνισμό. Για τον Fabbri, όπως και για τους περισσότερους που ανθολογούνται στο βιβλίο αυτό, «Το κράτος είναι κάτι περισσότερο από αποτέλεσμα ταξικών διαχωρισμών, είναι, την ίδια στιγμή, ο δημιουργός προνομίων, δημιουργεί δηλαδή νέους ταξικούς διαχωρισμούς. Επιπλέον, «δεν θα πεθάνει αν δεν καταστραφεί εσκεμμένα, όπως και ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει αν δεν θανατωθεί μέσα από απαλλοτρίωση». Ή όπως το θέτει ο Iain McKay στην ανάλυση του σε ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Lenin: «Η Ρωσική Επανάσταση δείχνει πως δεν ήταν μια περίπτωση Κράτους και Επανάστασης αλλά Κράτους ή Επανάστασης».

Οι Λενινιστικές διαστρεβλώσεις των άλλων επαναστατικών παραδόσεων δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα το τελευταίο αιώνα. Ο Fabbri και άλλοι συγγραφείς την εποχή της Ρωσικής Επανάστασης, τόσο αυτόπτες μάρτυρες όσο και κοντινοί παρατηρητές, στρέφουν την προσοχή μας σε αυτά που οι μη Μπολσεβίκοι αγωνιστές πολεμούσαν να επιτύχουν. Μας δίνουν επίσης μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για τις πιθανές μορφές ανθρώπινης απελευθέρωσης κατέστρεψαν με μεθοδικότητα οι Μπολσεβίκοι. Αρκετά δοκίμια στις επόμενες σελίδες μας δίνουν λεπτομερείς καταγραφές των μεθόδων που το νεοφυές κράτος χρησιμοποίησε για να το επιτύχει. Ο Maurice Brinton και η Ida Mett εστιάζουν στη σφαγή της Κροστάνδης, ένα από τα καθαρότερα παραδείγματα πως απλοί άνθρωποι, εργάτες και ναύτες στην προκειμένη περίπτωση, θέλησαν να πάνε την επανάσταση πέρα από τις ξεπερασμένες αστικές πολιτικές και οικονομικές φόρμες που επέβαλε ο Lenin, μόνο για να αντικρύσουν τα όπλα και τις ξιφολόγχες του Κόκκινου Στρατού του Trotsky. Ο Barry Pateman περιγράφει τους πολλούς αφοσιωμένους επαναστάτες που κατέληξαν στις «κομμουνιστικές» φυλακές, όπως και τα δίκτυα αλληλεγγύης που προσπάθησαν να τους βγάλουν έξω. Ο Iain McKay χαρτογραφεί το αναπτυσσόμενο (αντί μαραζωμένου) σοβιετικού κράτους όπως απορροφούσε τον ένα μετά τον άλλο τους δημοκρατικούς, ομοσπονδιακούς θεσμούς που είχαν δημιουργήσει οι μάζες στη Ρωσία, που αποτελούσαν απειλή στην αναπτυσσόμενη δικτατορία. Ο Otto Rühle περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του Λενινισμού όταν εξάχθηκε στην Ευρώπη. Η επιρροή του Lenin, λέει ο Rühle, δεν ήταν απλά ένα εμπόδιο στους επαναστατικούς αγώνες των ευρωπαίων εργατών, αλλά πρόσφερε και το μοντέλο για το φασισμό στην Ιταλία και στην Γερμανία. «Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού υπήρχαν στο δόγμα του, την στρατηγική του, τον κοινωνικό «σχεδιασμό» του και την τέχνη του πως να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους… Αυθεντία, εξουσία, δύναμη εξασκούμενη από τη μια πλευρά και οργάνωση, πειθαρχία, υποταγή από την άλλη – αυτή ήταν η λογική του».

Τελικά όμως, οι διαφορές μεταξύ της Μπολσεβίκικης δικτατορίας και των πολλών αριστερών επικριτών της καταλήγει στις διαφορετικές ιδέες γιατί και πως γίνονται οι επαναστάσεις. Για τους Ρώσσους αναρχικούς, φυσικά, ο απόλυτος διαχωρισμός που έκανε ο Lenin των θεωρητικών, κομμουνιστικών απώτερων σκοπών από τα άμεσα, καταπιεστικά μέσα ήταν από μόνος του νια εγγύηση επαναστατικής αποτυχίας. Η ίδια η λέξη κομμουνισμός – είναι ομόριζο με την κοινότητα, τα κοινό και το κοινοτισμό – υπονοεί έναν εμφανή και πρακτικό σύνολο πολιτικών κατευθυντήριων γραμμών, μια μαχητική ηθική. Όμως ο Nestor Makhno, που οργάνωσε δυνάμεις για να αντισταθούν και στο Κόκκινο και στο Λευκό στρατό, σημειώνει πως επίσημοι στο 14ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, που έγινε μόλις οχτώ χρόνια μετά την άνοδο στην εξουσία των Μπολσεβίκων, συμφώνησαν πως η λέξη «ισότητα» έπρεπε να αποφευχθεί σε όλα πέρα από αόριστες συζητήσεις μακρινών κοινωνικών σχέσεων, δεν είχε καμιά θέση στο Κομμουνιστικό παρόν.

Η Emma Goldman και ο Alexander Berkman μετανάστευσαν στη Ρωσία το 1919. Ενώ ο άμεσος λόγος πίσω από το ταξίδι τους ήταν η απέλαση, επέστρεψαν στη πατρίδα τους με μεγάλες προσδοκίες και με θέληση να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας. Μέσα σε δύο χρόνια, οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν. Έφυγαν τον Δεκέμβριο του 1921, γράφοντας και οι δύο λίγο αργότερα, καταδικαστικά βιβλία για τις εμπειρίες τους (Η Ρωσική Τραγωδία ο Berkman και Η Απογοήτευση Μου στη Ρωσία η Goldman). Αυτές οι εμπειρίες, που εκτείνονταν από την επιθυμία να δουν επαναστατικές ενέργειες να γίνονται σε μαζική κλίμακα και στον τρόμο να τις βλέπουν να καταστρέφονται, δίνουν μια κοφτερή οπτική στα αποσπάσματα που συμπεριλάβαμε εδώ, μια απόλυτη αντίθεση μεταξύ δυο ανταγωνιστικών οραμάτων για κοινωνικό μετασχηματισμό. «Η Μπολσεβίκικη ιδέα», γράφει ο Berkman ήταν «πως η Κοινωνική Επανάσταση πρέπει να διευθύνεται από ειδικό προσωπικό, που τους έχουν ανατεθεί δικτατορικές εξουσίες». Αυτό δεν άφηνε να εννοηθεί απλά μια βαθιά δυσπιστία προς τις μάζες αλλά και μια προθυμία να γίνει χρήση βίας εναντίον τους, μια παρατήρηση που δεν προκαλεί καμιά έκπληξη σε εμάς σήμερα, αλλά μις σοκαριστική διαπίστωση για πολλούς την εποχή της Ρωσικής Επανάστασης. Ο Berkman αρκείται στο να παραθέσει τον Μπολσεβίκο θεωρητικό Nikolai Bukharin: «Ο προλεταριακός εξαναγκασμός σε όλες του τις μορφές… ξεκινώντας από συνοπτικές εκτελέσεις και καταλήγοντας με καταναγκαστική εργασία, είναι μια μέθοδος αναδιαμόρφωσης του ανθρώπινου υλικού της καπιταλιστικής εποχής στην κομμουνιστική ανθρωπότητα».

Ο εξαναγκασμός ήταν αναγκαίος γιατί οι Μπολσεβίκοι ισχυριζόταν πως ήδη γνώριζαν το δρόμο που έπρεπε να πάρει η επανάσταση, ακόμη και αν οι εργάτες και οι αγρότες πήγαιναν σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο Lenin χρησιμοποίησε ένα μαρξιστικό βιβλίο κανόνων. Η προφανής ελαστικότητα του, οι συχνά αντικρουόμενες θέσεις του, είχαν να κάνουν λιγότερο με ανοιχτομυαλιά όσο με την εμμονική του προσήλωση, που του επέτρεπε να πει ότι ήταν απαραίτητο για να πετύχει το στόχο του. Ήταν, όπως το έθεσε η Emma Goldman, «ένας επιδέξιος ακροβάτης… ικανός στο να ισορροπεί στα στενότερα όρια». Αφού τον συνάντησε, ήταν πεπεισμένη πως «ο Lenin είχε πολύ μικρή εκτίμηση στην Επανάσταση και… ο Κομμουνισμός ήταν liπολύ μακρινό πράγμα για αυτόν». Αντίθετα, το «συγκεντρωτικό πολιτικό Κράτος ήταν ο θεός του Lenin, στον οποίο όλα τα άλλα έπρεπε να θυσιαστούν». Για την Goldman, η επανάσταση εξαρτιόταν περισσότερο στην «κοινωνική συνείδηση» και στην «μαζική ψυχολογία» των Ρώσσων εργατών και χωρικών από ότι σε οποιεσδήποτε αντικειμενικές συνθήκες , τουλάχιστον εκείνες που ήταν γραμμένες στο μαρξιστικό βιβλίο κανόνων. Στην αρχή, ο Lenin δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανεχθεί τις λαϊκές δυνάμεις που «μετέφεραν την Επανάσταση σε όλο και ευρύτερα κανάλια» που ήταν πέρα από τον έλεγχο των Μπολσεβίκων. «Όμως μόλις το Κομμουνιστικό Κόμμα ένοιωσε πως ήταν αρκούντως ισχυρό στα κυβερνητικά ηνία, άρχισε να περιορίζει το εύρος της λαϊκής δραστηριότητας». Ήταν αυτή η επιθυμία να μείνει όλη η εξουσία στα χέρια του Κόμματος, την υποτιθέμενη εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου, που εξηγεί, σύμφωνα με την Goldman «όλες τις επόμενες πολιτικές, τις αλλαγές των πολιτικών, τους συμβιβασμούς και τις οπισθοχωρήσεις τους, τις μεθόδους καταστολής και διώξεων, την τρομοκρατία και την εξόντωση των άλλων πολιτικών απόψεων».

Όπως έχουμε αναφέρει, μια έτοιμη δικαιολογία για τον εκφυλισμό της Ρωσικής Επανάστασης σε ένα από τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα της σύγχρονης ιστορίας είναι πως ο Εμφύλιος Πόλεμος απαιτούσε αυστηρή πολιτική πειθαρχία και βαριά οικονομικά μέτρα. Ο «πολεμικός κομμουνισμός» θεωρητικά ήταν η μόνη ελπίδα της επανάστασης. Οι αναγνώστες θα συγχωρεθούν αν αυτό τους θυμίσει τους ισχυρισμούς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων πως ήταν αναγκαίο να καταστρέψουν ένα βιετναμέζικο χωριό, ώστε να το σώσουν. Όπως σημειώνει ο Iain McKay, τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του πολεμικού κομμουνισμού – διεύθυνση εργοστασίων από ένα άτομο, κεντρικές οικονομικές δομές δανεισμένες από το καπιταλισμό, την καταστροφή των σοβιέτ – «όλα αυτά συνέβησαν πριν την εκδήλωση του Εμφύλιου Πόλεμου στα τέλη του Μάη του 1918».

Το ίδιο ισχύει και για τον Κόκκινο Τρόμο, την περίοδο της πολιτικής καταστολής και μαζικών δολοφονιών που εξαπέλυσαν οι Μπολσεβίκοι για να εξουδετερώσουν τους εχθρούς της επανάστασης. Ο «τρόμος», εδώ δεν είναι ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησαν οι αποτροπιασμένοι ιστορικοί μετά το γεγονός, ο Lenin και ο Trotsky αγκάλιασαν τον όρο για να περιγράψουν τις απάνθρωπες πολιτικές τους εκείνη τη περίοδο. Ο Lenin πέθανε αρκετά νωρίς, ώστε να μη χρειαστεί να απαντήσει για αυτές. Ο Trotsky από την άλλη, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του την πέρασε υπεκφεύγοντας των ευθυνών του για το πως κατάντησε η επανάσταση. Σχεδόν μόνος του δημιούργησε ένα ολόκληρο νέο είδος δικαιολογιών, εδραιώνοντας την πρακτική του να κατηγορείται ο Stalin λίγο πολύ για όλα. Ότι δεν μπορούσε να προβάλει στον Stalin, σύμφωνα με τον Paul Mattick, κατηγόρησε την ιστορική αναγκαιότητα, παρουσιάζοντας τον πρώιμο Μπολσεκιβισμό σαν ένα είδος «απρόθυμου τέρατος, που βασάνιζε και σκότωνε από αυτοάμυνα».

Το πρόβλημα, λέει ο Mattick, είναι πως δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα στον Σταλινισμό που να μην υπάρχει στον Λενινισμό και στον Τροτσκισμό. Ενώ μπορεί να υπάρχουν διαφορές στον συνολικό αριθμό θυμάτων που μπορεί να διεκδικήσει ο καθένας τους, αυτό είχε να κάνει λιγότερο με τις «δημοκρατικές κλίσεις» του Lenin όσο με την σχετική του αδυναμία, την «αδυναμία του να εξοντώσει όλες τις μη Μπολσεβίκικες οργανώσεις με την μια». Και ήταν όλοι οι μη Μπολσεβίκοι που ήταν στο στόχαστρο, όχι μόνο αποκλειστικά οι Λευκοί αντιδραστικοί, και μη εξαιρώντας αυτούς που πρόσφατα πολεμούσαν δίπλα από τους Μπολσεβίκους, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. «Όπως και ο Στάλιν, ο Λένιν κατέτασσε τα θύματα του κάτω από την επικεφαλίδα ‘αντεπαναστάτης’». Το κύριο όργανο που ήταν επιφορτισμένο με την εκτέλεση των κατασταλτικών εντολών του Lenin, η Τσέκα (Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπαναστάσεως και του Σαμποτάζ παρά το Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων), δημιουργήθηκε εβδομάδες μόλις μετά την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία». Τα απολυταρχικά χαρακτηριστικά του Μπολσεβικισμού του Λένιν αθροιζόταν με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο ο έλεγχος και η αστυνόμευση μεγάλωνε». Πρακτικά, το μεγαλύτερο μέρος του Ρωσικού πληθυσμού – από αναρχικούς και Κοινωνικούς Επαναστάτες μέχρι ως εργάτες σε απεργία, ως ναύτες που ζητούσαν την δημοκρατική επιλογή των αξιωματικών τους, ως ολόκληρη την αγροτική τάξη – θα μπορούσαν να είναι αντεπαναστάτες. Παρόλα αυτά όπως παρατηρεί ο Mattick:

Αν κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει τον όρο, η «αντεπανάσταση» στην Ρωσία του 1917 ήταν πιθανώς εγγενής της ίδιας της Επανάστασης, μέσω της ευκαιρίας που πρόσφερε στους Μπολσεβίκους για να επαναφέρουν μια κεντρικά κατευθυνόμενη κοινωνική τάξη για την διαιώνιση του καπιταλιστικού διαχωρισμού των εργατών από τα μέσα παραγωγής και την επακόλουθη αποκατάσταση της Ρωσίας, ως ανταγωνιστικής ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Στην εκατονταετηρίδα της Ρωσικής Επανάστασης, αν υπάρχει κάτι που ελπίζουμε να πάρετε από αυτό το βιβλίο, είναι το γεγονός πως όλες οι δημοσιευμένες πανηγυρικοί για τον Lenin και το Trotsky, όλα τα κόμματα που αντιγράφουν τυράννους, όλες τα εγκώμια προς τους «ιδιοφυείς ηγέτες» στην εμπροσθοφυλακή των Ρωσικών μαζών – αυτές οι τιμές δοξάζουν τους πραγματικούς αντεπαναστάτες της ιστορίας, τους καταστροφείς των επαναστάσεων, ανθρώπους με καρδιές δεσμοφυλάκων και δημίων.

«Η ιστορία του πως η Ρωσική εργατική τάξη εξώθηκε δεν είναι, όμως θέμα για εσωτερική συζήτηση μεταξύ πολιτικών κλικών», γράφει ο Brinton. «Η κατανόηση του τι συνέβη απαραίτητο για κάθε σοβαρό σοσιαλιστή. Δεν είναι απλός ακτιβισμός». Αν ήταν, για να παραφράσουμε τον Marx, αυτοί οι νεκροί τύραννοι δεν θα βάραιναν ακόμη σαν εφιάλτες στο νου των ζωντανών. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, Μαρξιστικά-Λενινιστικά και Τροτσκιστικά κόμματα υπάρχουν ακόμη. Ακόμη και όταν δεν είναι μέλη τέτοιων κομμάτων, πολλοί επαναστάτες ενηλικιώθηκαν πολιτικά σε μαρξιστικό περιβάλλον που πάσχει από μια διχασμένη προσωπικότητα που κανένας διάλογος δεν θα καταφέρει να θεραπεύσει. Από το σχηματισμό της Κομιντέρν, χιλιάδες έχουν εγκαταλείψει τα τοπικά Κομμουνιστικά Κόμματα κατά κύματα, ανήμποροι να αντέξουν αυτή ή την άλλη νέα προδοσία. Αυτοί που παρέμειναν, σχημάτισαν εξαιρετικά σκληρούς πυρήνες, αλλά ακόμη και αυτοί που έφυγαν έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσουν την σχέση τους με μια αιματοβαμμένη κληρονομιά.

Δυστυχώς, όλα τα μαλακά, μονωτικά στρώματα «Δυτικού Μαρξισμού» του κόσμου δεν μπορούν να καλύψουν το Λενινιστικό μπιζέλι κάτω από τα στρώματα. Κανένας αριθμός «επιστροφών» στο Marx – ή ακόμη καλύτερα, στον πρώιμο Marx – δεν μπορεί να δραπετεύσει από το έμφυτο τρόμο στο πυρήνα κάθε ενός ξεχωριστά υπαρκτού σοσιαλιστικού καθεστώτος. Κάθε φορά που ο μαρξισμός φιλτράρεται μέσα από κρατοκεντρικά μοντέλα κοινωνικής αλλαγής, τα αποτελέσματα κυμαίνονται από κακά ως αποτρόπαια. Αυτό είναι το κρυμμένο ελάττωμα μέσα σε όλα τα κόμματα, εμπροσθοφυλακές, επιτελεία, κλίκες και γραφειοκράτες: δεν οδηγούν στον κομμουνισμό αλλά σε μια νέα τάξη καταπιεστών.

Ένας αιώνας είναι αρκετός χρόνος. Είναι ώρα για ξεκαθάρισμα. Πρέπει να απομακρύνουμε το Λενινισμό από τις επαναστατικές μας φόρμουλες και να κρίνουμε τα μαρξιστικά στοιχεία υπάρχουν στην μπολσεβίκικη καταστροφή. Πρέπει να μάθουμε από την ιστορία που περιλαμβάνονται στις παρακάτω σελίδες, και ύστερα να δημιουργήσουμε την δική μας.



– The Friends of Aron Baron –

πηγή null

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Αναγωγισμός, άγνοια ελέγχου και αναζήτηση της αλήθειας

Giulio Aristide Sartorio – Κάτουλλος και Κλαυδία

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Σήμερα η ιδέα είναι ότι κάτι είναι αλήθεια δεν έχει και τόση σημασία. 
Πολλοί υποστηρίζουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, με θρησκευτικό τρόπο, δηλώνοντας απλά: "είναι αλήθεια για μένα και αυτό είναι που έχει σημασία". 
Άλλοι συνεχίζουν να υποστηρίζουν έναν συστηματικά ψεύτη πολιτικό υποψήφιο, βρίσκοντας τρόπο να αντλούν έναν πυρήνα/ψήγμα αλήθειας μέσα από τα ψέματά του. 
Τα ΜΜΕ μας (μετα)πωλούν συνεχώς τη δική τους "εκδοχή" της αλήθειας, βάσει της ιδεολογικής τοποθέτησης του μέσου/εντύπου ή του τηλεοπτικού καναλιού. 
Πρόκειται για τον λεγόμενο κόσμο της "μετα-αλήθειας" (post-truth world). 

Πέρα από την κατάχρηση του προθέματος "μετα" που γίνεται στις μέρες μας, στην περίπτωση της λεγόμενης "μετα-αλήθειας" έχουμε και ένα σοβαρό εννοιολογικό σφάλμα. Αυτό γιατί στο παρελθόν δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη εποχή αναφοράς (απόλυτης αλήθειας) την οποία σήμερα υποτίθεται ότι η ανθρωπότητα ξεπέρασε, οδηγούμενη σε μια άλλη εποχή, δηλαδή στην εποχή μετά την αλήθεια. 
Εάν εστιάσουμε με προσοχή στο ζήτημα θα αντιληφθούμε ότι, αυτή καθαυτή, η έννοια της αλήθειας (όπως την προσέγγισαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι) δεν έχει αλλάξει, αυτό που έχει αλλάξει είναι η προθυμία μας και η δεκτικότητά μας να θυσιάσουμε τη διανοητική μας ακεραιότητα και εντιμότητα, προκειμένου να δεχτούμε πληροφορίες που στηρίζουν τις πεποιθήσεις, τις προσωπικές αξίες και τις ιδεολογίες μας. 
Στην πραγματικότητα η φιλαλήθεια ήταν ένας από τους υψηλότερους στόχους της κλασικής σκέψης, όπως βλέπουμε μέσα από το έργο του Αριστοτέλη και της Υπατίας, σε αντίθεση με το δόγμα της «μετα-αλήθειας» που αναπαράγει η οπτική του «όλα είναι σχετικά».

Στον 21ο αιώνα η σχέση μας με την αλήθεια είναι άκρως ανησυχητική και προβληματική καθώς οι περισσότεροι από εμάς διαβάζουν "ειδήσεις" από τα κοινωνικά μέσα και από πηγές ενημέρωσης (συστημικές και μη) που επιλέγουμε με βασικό κριτήριο αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά και μας (αυτό)επιβεβαιώνει. 

Όμως αυτή μας η επιλογή, στην πραγματικότητα, δημιουργεί έναν θάλαμο αντήχησης (echo chamber). Δηλαδή έναν χώρο όπου αυτές οι πεποιθήσεις (σαν ηχώ) υποστηρίζονται από τη συντριπτική πλειοψηφία όσων γράφουν, σχολιάζουν και τελικά μοιράζονται τις ίδιες απόψεις. 
Έτσι ο καθένας που συμμετέχει σε αυτό το χώρο γίνεται όλο και πιο σίγουρος ότι αυτό που αναπαράγεται εσωτερικά είναι και η "αλήθεια". 

Θεωρούμε ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον γενικευμένης σχετικοποίησης, με στόχο να ενισχύσουμε την κριτική μας σκέψη και να αναζητήσουμε ("επαναφέρουμε") περισσότερη αλήθεια στη ζωή μας, είναι χρήσιμη η εξοικείωσή μας με τις λεγόμενες λογικές πλάνες (ή σφάλματα λογικής).

Θεωρία και γενικοί ορισμοί

Προκειμένου να αποφύγουμε εννοιολογικές συγχύσεις μπορούμε εξαρχής να κάνουμε μια γενική (μη εξαντλητική/περιοριστική) διάκριση ανάμεσα στη Λογική και τη Ρητορική καθώς και μια σύντομη αναφορά σε ορισμένους γενικούς όρους. 

Σε γενικές γραμμές η Λογική είναι το αντικείμενο των έγκυρων επιχειρημάτων. Μια έγκυρη επιχειρηματολογία παράγει πραγματικές συνέπειες εφόσον οι προϋποθέσεις είναι αληθινές (για παράδειγμα ένας φυσιολογικός βάτραχος έχει τέσσερα πόδια, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει χάσει κάποιο/α). 

Η Ρητορική είναι το αντικείμενο των πειστικών επιχειρημάτων, το πεδίο του λόγου που αφορά: 
α) τι είναι σωστό, 
β) τι είναι χρήσιμο, 
γ) τι είναι ωραίο. 
Η ρητορική μπορεί να περιλαμβάνει έγκυρα επιχειρήματα, αλλά το κύριο μέλημά της είναι να πείσει, επομένως κάποιες φορές χρησιμοποιεί μη έγκυρα επιχειρήματα και λογικές πλάνες προκειμένου να πετύχει τους στόχους της. 

Για τον Πλάτωνα η Ρητορική δεν είναι επιστήμη, αλλά μια απάτη που βασίζεται σε ψέματα και στη γνώμη του καθενός. Ο Αριστοτέλης τη θεωρούσε ικανότητα να εξεταστεί ένα ενδεχόμενο ως πιθανό και στην «Ρητορική» γράφει: «ορίζουμε ως αρετή της γλώσσας τη σαφήνεια». Με τους σπουδαίους σοφιστές (Πρωταγόρας, Πρόδικος, Γοργίας) στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Ρητορική αναπτύσσεται στη δημοκρατική Αθήνα, ενώ από τους Στωικούς θεωρείται ότι έχει παιδευτική και ηθική αξία, διότι σκοπός της δεν είναι απλά να πείσει, αλλά να κάνει τους Αθηναίους ενάρετους πολίτες.

Πειστικό λόγο (persuasive discourse) έχουμε όταν καθένα από τα δύο μέρη είναι διατεθειμένο να πειστεί από το άλλο. Στόχος του πειστικού λόγου είναι να αναζητηθεί και να βρεθεί ένας κοινά αποδεκτός ισχυρισμός. Αντιθέτως προπαγανδιστικό λόγο έχουμε όταν τουλάχιστον ένα από τα δύο μέρη δεν επιθυμεί (σε καμία περίπτωση) να πειστεί από το άλλο, αλλά ο στόχος του είναι να επιβάλει τη δική του άποψη/επιχείρημα στο άλλο μέρος -ακόμη και στη περίπτωση που τα επιχειρήματά του άλλου μέρους είναι καταφανώς έγκυρα.

Ο ρητορικός λόγος που χρησιμοποιεί την πειθώ είναι ο μόνος δημοκρατικός τρόπος σύγκρουσης γιατί προάγει τη λεγόμενη ευρετική λειτουργία του λόγου, δηλαδή επιδιώκει να φτάσει σε ένα συμπέρασμα που είναι (ή θεωρείται) αληθινό ή γίνεται δεκτό και από τα δύο μέρη. Αντιθέτως ο προπαγανδιστικός λόγος είναι μη διαλεκτικός και αντιδημοκρατικός.

Ο συλλογισμός (deduction) είναι ένα λογικό επιχείρημα που θεμελιώνει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προτάσεων και μιας συνέπειας. Κατά την αρχαιότητα αναπτύχθηκαν δυο βασικά είδη συλλογιστικής, του Αριστοτέλη και των Στωικών. Σε αντίθεση με τον πρώτο η συλλογιστική των Στωικών στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση των προτάσεων και όχι των όρων προκειμένου να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης όταν κάνει τη διάκριση των επιστημών δεν ξεχωρίζει τη Λογική (που ονόμαζε Αναλυτική) ως ανεξάρτητο αντικείμενο. 
Στην Αριστοτελική θεωρία οι λέξεις δεν είναι παρά συμβατικά σύμβολα για την έκφραση ιδεών: κάθε λέξη χωριστά δεν είναι ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη. Μόνο όταν οι λέξεις (όροι) συναρτώνται σε κρίσεις τίθεται το ζήτημα της αλήθειας ή μη αλήθειας. 
Δεν είναι επομένως οι συνδυασμοί των λέξεων, Αληθές ή Ψευδές, αλλά οι έννοιες στις οποίες αναφέρονται οι λέξεις. 

Στο έργο του "Όργανον" ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει τους Σοφιστικούς ελέγχους όπου αναλύει τους τρόπους με τους οποίους κατασκευάζονται λογικές πλάνες, επιχειρήματα που στόχο έχουν να αναιρέσουν ένα άλλο επιχείρημα (έλεγχος). 

Αυτή είναι μια πρακτική που συναντάμε καθημερινά, σε επιχειρήματα πολιτικών, δημοσίων προσώπων, σε σχολιασμούς κάτω από άρθρα και σε συζητήσεις με φίλους. Είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε πότε ένα επιχείρημα είναι λανθασμένο και για ποιους λόγους. Από την εποχή του Αριστοτέλη και έπειτα μεγάλοι στοχαστές[1] έχουν συμβάλει σε αυτό το πεδίο μελέτης της σκέψης.

Εκ πρώτης όψεως, οι λογικές πλάνες είναι ένα «εύκολο» θέμα. Τα περισσότερα από τα εισαγωγικά εγχειρίδια Λογικής στα οποία ανατρέξαμε [2],[3],[4] αφιερώνουν ένα συγκεκριμένο χώρο σε αυτές. Σήμερα υπάρχουν πολλές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο που τις παρουσιάζουν με τρόπο διασκεδαστικό και απλό. 

Οι λογικές πλάνες έχουν κωδικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό και σχεδόν πάντα συχνά συνοδεύονται από την αντίστοιχη λατινική ονομασία. Το εγχείρημα να δοθεί ένας σαφής ορισμός από λογική-επιστημολογική άποψη, ώστε να προκύψει μια ενιαία ταξινόμηση (ως προϊόν ευρείας συναίνεσης) και ενδεχομένως να δημιουργηθεί ένας κατάλογος απλών οδηγιών αποφυγής και/ή αντίκρουσής τους, ενώ αρχικά δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα, στην πραγματικότητα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. 

Μάλιστα οι δυσκολίες που σχετίζονται με την προσπάθεια ορισμού, ταξινόμησης και εξήγησης των λογικών σφαλμάτων -με μοναδικό μέσο την κλασσική λογική- αυξήθηκαν ιδιαίτερα μετά την δημοσίευση, το 1975, του άρθρου του Gerald Massey, με τίτλο «Is There Any Good Arguments that Bad Arguments are Bad?». Σε αυτό ο Massey αναπτύσσει τη λεγόμενη «Διατριβή περί Ασυμμετρίας», όπου με λίγα λόγια υποστηρίζει το εξής: αντίθετα με ό,τι πιστεύεται συχνά, το να αποδείξουμε ότι ένα επιχείρημα είναι μη έγκυρο δεν περιλαμβάνει τις ίδιες διαδικασίες που απαιτούνται για να αποδειχτεί ότι ένα επιχείρημα είναι έγκυρο. 

Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι ένα επιχείρημα είναι έγκυρο όταν μπορούμε να δείξουμε ότι αποτελεί παράδειγμα ενός έγκυρου συστήματος επεξήγησης/συμπερασμάτων. Αν αντίθετα δείξουμε ότι αποτελεί παράδειγμα ενός μη έγκυρου συστήματος επεξήγησης/συμπερασμάτων δεν έχουμε δείξει ακόμα ότι δεν είναι έγκυρο, δεδομένου ότι δεν έχουμε καμία εγγύηση ότι δεν υπάρχει, κάπου αλλού, ένα άλλο έγκυρο σύστημα συμπερασμάτων που να μπορέσει να επεξηγήσει το επιχείρημα. 

Ασφαλώς η σχετικιστική αυτή προσέγγιση, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιούργησε προβλήματα επιστημολογικής φύσης τα όποια όμως δεν θα μας απασχολήσουν για δυο λόγους. Πρώτον γιατί η έκταση της ανάλυσής μας είναι περιορισμένη και δεύτερον γιατί, κατά τη γνώμη μας, αφορούν περισσότερο μια επουσιώδη διαμάχη μεταξύ ακαδημαϊκών. 
Στο κείμενο αυτό, που προτείνουμε να διαβαστεί συμπληρωματικά μαζί με παλαιότερη ανάρτησή μας με τίτλο: «Τα άκυρα επιχειρήματα και η οικονομία της σκέψης», θα αναλύσουμε τον αναγωγισμό και την άγνοια ελέγχου.

Αναγωγισμός (reductionism)

Αναγωγισμός είναι η προσέγγιση ενός θέματος μέσω της κατανόησης των μερών που το απαρτίζουν. 
Βοήθησε ιδιαίτερα την ανάπτυξη των επιστημών, αλλά όπως και άλλες μέθοδοι έχει συγκεκριμένα όρια απόδοσης, τα οποία όταν τα ξεπερνάμε, διαπράττουμε αναγωγικό σφάλμα. 
Όταν λ.χ. προσπαθούμε να εξαγάγουμε κάποιο συμπέρασμα ερμηνεύοντάς το βάσει ενός παράγοντα (που τον θεωρούμε ως πιο σημαντικό), χωρίς να υπολογίζουμε ότι η πολυπλοκότητα του φαινομένου απαιτεί άλλη προσέγγιση, τότε πέφτουμε σε αναγωγισμό. 
Πρόκειται για την περίπτωση όπου ένα άτομο προσπαθεί να ανάγει κάθε πρόβλημα και φαινόμενο σε μια ιδεολογία, θρησκεία, κοσμοθεωρία. 
Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, ένα συμπέρασμα που είναι παράγωγο αναγωγισμού δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως a priori λανθασμένο. 

Ωστόσο οφείλουμε να αποφεύγουμε τον αναγωγισμό διότι οι πιθανότητες να παραφράσουμε μια πραγματικότητα είναι αυξημένες, ενώ τις περισσότερες φορές συλλογισμοί που ανάγουν οτιδήποτε σε μια έτοιμη δοσμένη κοσμοθεωρία δεν προάγουν την κρίση (judgment, όπως θα έλεγε η Χάνα Άρεντ), δηλαδή την όσο πιο διαυγή κατανόηση του γίγνεσθαι (αναμφισβήτητα μια διαδικασία επίπονη), αλλά καταστέλλουν αυτήν την ικανότητά μας. 
Αυτό γιατί η κοσμοθεωρία μετατρέπεται σε οδηγό που εύκολα και ανώδυνα μας δίνει λύσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα.

Όταν ο αναγωγισμός γίνεται μόνιμη μεθοδολογία, οδηγεί σε πολλά λογικά σφάλματα. Είναι μια πλάνη που χαρακτηρίζει το group thinking φαινόμενο, βάσει του οποίου μια ομάδα ανθρώπων, με στόχο να συνδεθεί, προσπαθεί να βρει μια κοινή ιδεολογική ή θρησκευτική γραμμή, με την οποία επιδιώκει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. 

Τα πολιτικά κόμματα βασίζουν την ύπαρξή τους σε αυτή τη στρεβλή λογική. 
Οι θεωρίες συνωμοσίας που πολλές φορές αναπαράγονται στο διαδίκτυο δεν είναι παρά προϊόν αναγωγισμού και ανώδυνου συλλογισμού, που προσπαθούν να εξυπηρετήσουν είτε συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα είτε υποδηλώνουν διανοητική οκνηρία. 
Έτσι γεγονότα και καταστάσεις φτάνουν να μπουν στο κρεβάτι του Προκρούστη με στόχο να ταιριάξουν στην ιδεολογία, η οποία πρέπει να επιβεβαιωθεί, ώστε η ομάδα να συνεχίσει να υπάρχει.

Παράδειγμα

Ας υποθέσουμε ότι ο Α επιχειρηματολογεί εναντίον του Β σε μια δικαστική διαμάχη αναφορικά με την κακοποίηση ενός ζώου. 
Ο Α, όντας αντίδικος, προσπαθεί να ισχυριστεί ότι ο Β θανάτωσε το κατοικίδιό του. Ο Α στηρίζει αυτό το συμπέρασμα στο γεγονός ότι ο Β κατάγεται από μια περιοχή που, με βάση τα πιστεύω του, οι κάτοικοί της έχουν κακούς δεσμούς με τα ζώα. Έτσι ο A θεωρεί ένοχο τον B δίχως περαιτέρω αποδείξεις. 
Μπορεί, ωστόσο, αυτός ο αναγωγισμός να εμφανίζει ψήγματα αλήθειας, ενδέχεται λοιπόν:

  • να υφίσταται η πιθανότητα ο Β να έχει δεχθεί αυτή την ανατροφή που τον οδήγησε στη δολοφονία του σκύλου. Μια τέτοια ανατροφή μπορεί να αντανακλά μια συγκεκριμένη κουλτούρα που οι άνθρωποι της περιοχής εντός της οποίας μεγάλωσε ο Β αναπαράγουν. Είναι πιθανό αυτός ο ισχυρισμός να ευσταθεί, όχι γιατί τα πιστεύω του Α οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα κατ’ ανάγκη. Μπορεί, με άλλα λόγια, το αξίωμα του Α είναι ορθό, παρότι ενδέχεται το ίδιο το άτομο να έχει κακές διαθέσεις ή να οδηγήθηκε σε ένα σωστό συμπέρασμα από λάθος θέσεις. Μπορεί ωστόσο να ισχύουν και τα εξής:
  • ο σκύλος του Β δεν έπεσε θύμα δολοφονίας, αλλά πέθανε είτε από γήρας, είτε σκοτώθηκε σε ατύχημα.
  • ο σκύλος έπεσε θύμα δολοφονίας, αλλά όχι από τον ίδιο τον Β,
  • ο Β δεν έχει σκύλο, μήτε είχε ποτέ και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι κατηγορίες είναι τελείως αβάσιμες.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ την πιθανή στάση του Α σε όλα τα ενδεχόμενα: σε ότι αφορά την περίπτωση 2, ο Α ενδεχομένως να κατηγορήσει τον Β ότι δεν λέει την αλήθεια για την ηλικία του σκύλου. Μπορεί, δηλαδή, να κατηγορήσει τον Β ότι ο σκύλος του δεν πέθανε γέρος αλλά νέος και, πολύ περισσότερο, ότι το ατύχημα ήταν σχεδιασμένο ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Παρομοίως, στην περίπτωση 3 ο Α μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Β έδωσε εντολή σε κάποιο άλλο πρόσωπο να δολοφονήσει το σκύλο του ώστε να αποφύγει τις κατηγορίες. Τέλος, για την 4η περίπτωση ο Α ενδέχεται να προσπαθήσει να αναιρέσει το γεγονός ότι ο Β δεν ήταν κάτοχος σκύλου, φέρνοντας στο δικαστήριο έναν σκοτωμένο σκύλο που όμως δεν έπεσε θύμα δολοφονίας του Α, ή κάποιου συνεργού του τελευταίου. Όλα αυτά μπορεί ο Α να τα λέει επειδή θεωρεί de facto πως ο Β είναι υπαίτιος για το έγκλημα αυτό, λόγω της καταγωγής του και, πάνω απ’ όλα, επειδή τα πιστεύω και η κοσμοθεωρία του Α οδηγούν σε ένα τέτοιο αβάσιμο συμπέρασμα, πως οι άνθρωποι από όπου κατάγεται ο Β δολοφονούν ζώα. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να έχει δίκιο ο Α, μπορεί κάποια από τα σοφίσματα που έχει εφεύρει να είναι αποδείξιμα. Όμως ενδέχεται να είναι και προϊόντα λανθασμένου συλλογισμού, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει τους δικαστές στο να επιβάλουν μια απολύτως άδικη ποινή.

Άγνοια Ελέγχου – Ignoratio Elenchi (Red Herring [5])

Άγνοια ελέγχου (ή «μη σχετικό συμπέρασμα») αποκαλείται η λογική πλάνη κατά την οποία παρουσιάζεται ένα επιχείρημα που, αυτό καθαυτό, ίσως να είναι αληθές, αλλά αποδεικνύει ή υποστηρίζει διαφορετική πρόταση από αυτήν που υποτίθεται (ή διατείνεται) ότι υποστηρίζει. 

Εδώ ο αρχαιοελληνικός όρος «έλεγχος» χρησιμοποιείται με την έννοια της αντίκρουσης (ως ανασκευή επιχειρήματος). 

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η άγνοια ελέγχου αποτελεί σφάλμα από εκείνον που θέτει την ερώτηση στην προσπάθειά του να ανταπαντήσει στο επιχείρημα του ερωτώμενου. Έτσι μπορεί να έχουμε ένα επιχείρημα το οποίο ενδεχομένως να είναι έγκυρο ή ισχυρό, αλλά ούτως ή άλλως δεν έχει σχέση (ή είναι ιδιαίτερα αμελητέο και επουσιώδες) με το προτεινόμενο πλαίσιο της συζήτησης. 

Η άγνοια ελέγχου χρησιμοποιείται για παράδειγμα όταν, προκειμένου να επηρεαστεί το σώμα ενόρκων, εις βάρος ενός κατηγορούμενου, ένα δημόσιος κατήγορος εμμένει και χρονοτριβεί υποστηρίζοντας ότι έγκλημα είναι ένα φρικτό πράγμα, και ότι το είδος του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, είναι ακόμη πιο φρικτό. Μπορεί επίσης αυτό που υποστηρίζεται να είναι περισσότερο πειστικό ή πιο εύκολο να στηριχθεί σε σχέση αυτά που θα έπρεπε να υποστηριχθεί. 

Συχνά το σφάλμα που στα αγγλικά ονομάζεται red herring αναγνωρίζεται μέσα από την άγνοια ελέγχου καθώς και εδώ έχουμε μια εκτροπή του θέματος προς ένα άλλο συμπέρασμα. Όμως η άγνοια ελέγχου (ignoratio elenchi) έχει να κάνει περισσότερο με μια εσφαλμένη ή αφελή ένσταση/αντίκρουση και συνήθως αποδεικνύει κάτι, ακόμα κι αν είναι λάθος το συμπέρασμα, ενώ η περίπτωση red herring (ως υποσύνολο της άγνοιας ελέγχου) είναι, κατά κύριο λόγο, μια εκ προθέσεως εξαπάτηση η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για να οδηγήσει στην εκτροπή της συζήτησης σε μια άλλη, διαφορετική.

Παράδειγμα Α

Ένας τζογαδόρος ερωτάται εάν ο τζόγος είναι μια αξιέπαινη απασχόληση:

Πιστέψτε με, όταν σας λέω ότι οι παίκτες όχι μόνο δουλεύουν σκληρά, όπως οποιοσδήποτε άλλος, αλλά και ακόμα περισσότερο. Χρειάζονται ώρες καθημερινής μελέτης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που δαπανάται στο ίδιο το παιχνίδι.

Αντίκρουση και σχόλιο: το ότι μια απασχόληση μπορεί να προϋποθέτει σκληρή δουλειά δεν σημαίνει ότι είναι και αξιέπαινη. Το ερώτημα ήταν εάν ο τζόγος είναι μια αξιέπαινη απασχόληση και όχι εάν είναι μια κοπιαστική απασχόληση. 
Ασφαλώς o τζόγος δεν είναι καθόλου άξιος επαίνου διότι πάρα πολύ συχνά χάνεται το μέτρο και έτσι ο ισχυρός εθισμός μπορεί να καταστρέψει οικονομικά, ψυχικά και διανοητικά τον άνθρωπο συμπαρασύροντας συχνά -με την προσωπική παρακμή- και τρίτους (γονείς, φίλους, σύζυγο, παιδιά). Σήμερα μάλιστα θα λέγαμε ότι εκτός από τον αιώνα της φούσκας διανύουμε -σε παγκόσμιο επίπεδο- και την άνθηση του τζόγου σε όλα τα επίπεδα, από τον απλό άνθρωπο της γειτονίας που ρισκάρει τα λιγοστά του χρήματα, μέχρι τον αδηφάγο μεγαλοεπενδυτή που παίζει τεράστια ποσά. 
Ο πολλαπλασιασμός των διαφημίσεων τζόγου σε όλα σχεδόν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και των πρακτορείων στοιχημάτων σε κάθε γειτονιά, είναι ενδεικτικά της αύξησης αυτού του αξιοκατάκριτου φαινομένου στα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας.

Παράδειγμα Β

Σε ομιλία φεμινιστικής ομάδας:

Πρέπει να υποστηριχθούν δράσεις κατά των διακρίσεων των γυναικών. Οι άνδρες κατέχουν εξέχουσα θέση στην ηγεσία της χώρας, ειδικά όσον αφορά την πολιτική και την οικονομία. Αυτή είναι μια απαράδεκτη διάκριση.

Αντίκρουση και σχόλιο: η παραπάνω δήλωση ήθελε να δείξει ότι χρειάζονται πολιτικές που θα βελτίωναν την κατάσταση των γυναικών, όμως στην πραγματικότητα απλά δηλώθηκε ότι για τις γυναίκες ο στόχος των ίσων ευκαιριών (δίχως διακρίσεις) δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Μπροστά σε αυτό του είδους την πλάνη, πρέπει να δειχθεί ότι το συμπέρασμα του συλλογισμού (η απαράδεκτη διάκριση) δεν έχει σχέση με το θέμα των διακρίσεων που αφορά όλες τις γυναίκες. 
Πέρα όμως από αυτό καθαυτό το λογικό σφάλμα η παραπάνω δήλωση μας λέει πως οι άνδρες κατέχουν εξέχουσα θέση, όμως αυτό δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι οι γυναίκες «καταπιέζονται» επειδή δεν έχουν κατακτήσει όλα τα ανδρικά κάστρα. Γιατί, για παράδειγμα, μια γυναίκα που δεν επιλέγει να γίνει ηγέτης, διευθύντρια ή πολιτικός, αλλά προτιμά το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών, πρέπει αυτομάτως να μπαίνει στο σύνολο με τις διακρίσεις; 
Αντιθέτως διάκριση προκύπτει όταν αυτή η γυναίκα συχνά χαρακτηρίζεται, από άλλες γυναίκες, ως καταπιεσμένη ή ακόμη και λιγότερο σημαντική/κατώτερη σε σύγκριση με μια γυναίκα μάνατζερ ή πολιτικό. Η δήλωση επομένως, εκτός από πλάνη, υποδηλώνει και ιδεολογικό αναγωγισμό, διότι ταυτίζει την ισότητα με ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άνθρωπος δύναται να έχει θέση στα ανώτερα και ηγετικά κλιμάκια ενός συστήματος που συχνά είναι δυσλειτουργικό, άδικο και ανήθικο. 
Ορισμένοι φεμινιστικοί κύκλοι ενδέχεται να μην υπολογίζουν καν αυτό το ενδεχόμενο, δηλαδή μια μέση γυναίκα να έχει συνειδητά επιλέξει μια οδό η οποία δεν συμβαδίζει με την οικονομική ανέλιξη, και ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον τους και η δραστηριοποίησή τους επικεντρώνεται σε εκείνες τις μειοψηφίες των γυναικών που έχουν βλέψεις για κάποια υψηλή θέση, σε μια εταιρεία ή στο κοινοβούλιο!

Παράδειγμα Γ

Σε ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών:

Αγαπητοί συνάδελφοι, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι η ειρήνη είναι μια αδιαπραγμάτευτη αξία για την πολιτισμένη συνύπαρξη των λαών. Πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε παντού στον κόσμο να σταματήσει κάθε πράξη βίας. Πρέπει οι αντιθέσεις και οι διαφωνίες να επιλύονται με ειρηνικά μέσα και όχι με εχθρικότητα. Για αυτούς τους λόγους, σας ζητώ να ψηφίσετε κατά των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Συρία.

Αντίκρουση και σχόλιο: σε αυτή την περίπτωση ένα έγκυρο συμπέρασμα -που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε σειρά επιχειρημάτων και διάλογο- θα έπρεπε να έχει διατυπωθεί ως εξής: «πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την ειρήνη στην Συρία». Η απόφαση να καταψηφιστεί μια ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση στην Συρία μπορεί να ακούγεται καλή, θετική και φιλειρηνική, όμως μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα επικίνδυνη. 
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς με ακρίβεια την έκβαση τέτοιων σοβαρών, σύνθετων και μεγάλων ζητημάτων, που έχουν τίμημα ανθρώπινες ζωές, εξαθλίωση και πόνο. Μάλιστα παραφράζοντας τον Γκάλμπρείθ θα μπορούσαμε να πούμε: «η μόνη λειτουργία της γεωστρατηγικής πρόβλεψης είναι ότι κάνει την αστρολογία να φαίνεται αξιόπιστη». 
Όμως η επιλογή της μη στρατιωτικής επέμβασης δεν σημαίνει ότι θα λυθεί και το πρόβλημα, ότι θα σταματήσει ο πόλεμος. Αντιθέτως μπορεί να οδηγήσει σε μια γενίκευση και κλιμάκωση του πολέμου με ακόμη περισσότερα θύματα. Ασφαλώς η «ανάγκη» στρατιωτικής εμπλοκής χρησιμοποιείται ως πρόσχημα προκειμένου να δικαιολογηθούν ηγεμονικοί, επεκτατικοί και άλλοι σκοποί, γεγονός που αποδείχτηκε στην περίπτωση του Ιράκ και διαφαίνεται στον πόλεμο στη Συρία. Ωστόσο θεωρούμε ότι εάν το ζητούμενο είναι όντως η ειρήνη, τότε η λογική, η διπλωματία και η φρόνηση θα μπορούσαν, έχοντας επίγνωση της τυχαιότητας (fortuna), να κάνουν τις προβλέψεις λιγότερο «αστρολογικές» και να οδηγήσουν στη σωστή απόφαση για την επίτευξη της ειρήνης. 
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η ιστορία έχει δείξει την υποκρισία που μπορεί να κρύβουν τόσο το: «η ειρήνη είναι μια αδιαπραγμάτευτη αξία», όσο και το: «κατά τις επιχειρήσεις μας θα χρησιμοποιήσουμε κάθε δυνατό μέσο για να προστατέψουμε τους αμάχους», ειδικά όταν ακούγονται από μέλος του Συμβούλιου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το οποίο είναι μια ακόμη υπερδομή που λειτουργεί με μυστικότητα. Μια δομή χωρίς δημόσιο φως, όπου ο πολίτης δεν έχει ούτε πρόσβαση, ούτε μπορεί να γνωρίζει τί ακριβώς γίνεται στο εσωτερικό της.

Παράδειγμα Δ

Ένας πολιτικός προσπαθεί να υπερασπιστεί την αρνητική του ψήφο στο παρελθόν σχετικά με πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος:

Μπορεί να έχετε κάποιες ανησυχίες για τις αρνητικές ψήφους μου για το περιβάλλον, όμως μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είμαι ένας ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Αυτό που θα πρέπει να συζητήσουμε είναι το ιστορικό των ψήφων μου υπέρ των ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης για τα παιδιά μας.

Αντίκρουση και σχόλιο: σε αυτή την τυπική περίπτωση εξαπάτησης (red herring) ο πολιτικός προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή από το ερώτημα που είναι δύσκολο/άβολο να απαντηθεί οδηγώντας την κουβέντα σε κάτι άλλο, εντελώς άσχετο με το θέμα. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται πολύ συχνά από τους επαγγελματίες πολιτικούς και η αντίκρουσή της, ενώ είναι σχετικά απλή, χρειάζεται επαγρύπνηση ώστε, στη ροή του λόγου, να μην αποσπαστεί η προσοχή μας από το αρχικό θέμα. 
Εάν παρακολουθήσουμε με προσοχή τηλεοπτικές συνεντεύξεις πολιτικών μπορούμε, σχετικά εύκολα, να εντοπίσουμε αυτή την πλάνη καθώς και την σχετική στάση του δημοσιογράφου. Συχνά η απόσπαση της προσοχής συνοδεύεται και από την χρήση μιας δεύτερης λογικής πλάνης που μπορεί να είναι μια επίκληση στο συναίσθημα. 
Έτσι στο προηγούμενο παράδειγμα αφού ο πολιτικός αποφύγει την «περιβαλλοντική» δυσχέρεια (δηλαδή το κεντρικό θέμα) μπορεί να κερδίσει και κάτι. Για παράδειγμα να δικαιολογήσει την επερχόμενη αύξηση της φορολογίας και παράλληλα να επικαλεστεί (ξανά) την αφοσίωσή του στα παιδιά, προσθέτοντας στην απάντησή του: «…άλλωστε χρειαζόμαστε περισσότερα έσοδα για να υποστηρίξουμε τα ήδη υπάρχοντα προγράμματα. Μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά μας είναι το μέλλον μας, ας στηρίξουμε λοιπόν τα παιδιά».

Προφανώς το να αναζητηθεί και να ειπωθεί η αλήθεια είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, ενώ ο ισχυρισμός ότι κάποιος μπορεί να τη γνωρίζει απόλυτα συνιστά ύβρι. Όμως η αγάπη για την αλήθεια (φιλαλήθεια), για την οποία με θάρρος και ένταση μιλούσε η Υπατία, είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές και η καλλιέργειά της σημαντική, ειδικά σήμερα που διανύουμε μια εποχή άκρατου σχετικισμού και συστηματοποίησης του ψέματος.




[1] Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Francis Bacon (aphorisms), Antoine Arnauld and Pierre Nicole (Logic, or the Art of Thinking), John Locke (An Essay Concerning Human Understanding), Isaac Watts (The Right Use of Reason), Jeremy Bentham (Handbook), Richard Whately (Elements of Logic), John Stuart Mill (System of Logic, Ratiocinative and Inductive), Irving Copi (Introduction to Logic).

[2] Evandro Agazzi (επιμ.), Modern Logic: A Survey, Reidel, Dordrecht – Boston – London, 1980.

[3] Copi Irving M. Introduction to Logic, The Macmillan Company, New York, 1953.

[4] Harry J Gensler, Introduction to Logic, Routledge, 2016.

[5] Η φράση «Red Herring (κόκκινη ρέγγα)» αναφέρεται σε ένα είδος παστής ρέγγας που παρασκευάζεται με κόκκινη καυτερή πιπεριά. Σύμφωνα με την παράδοση, η μυρωδιά της ήταν τόσο δυνατή και απολαυστική για τα σκυλιά που χρησίμευε για την εκπαίδευσή τους, ώστε να ελεγχθεί πόσο καλά ένα κυνηγόσκυλο μπορεί να παρακολουθήσει μια μυρωδιά χωρίς να αποσπαστεί η προσοχή του. Τα σκυλιά δεν χρησιμοποιούνται συνήθως για κυνήγι ψαριών, έτσι μια κόκκινη ρέγγα οδηγεί στην απόσπαση της προσοχής τους από αυτό που υποτίθεται ότι θα κυνηγούσαν.


πηγή