Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

"Από όλες τις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης η Ρωσική Επανάσταση ήταν η μόνη που νίκησε. Και από όλες τις αποτυχίες της εργατικής τάξης ήταν η πιο ολοκληρωτική και αποκαλυπτική"

Η παραπάνω φράση ανήκει στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Όμως στην ψυχή των αριστερών, υπάρχει μια αντίσταση να παραδεχθούν κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί πολλοί και πολλές πρόλαβαν να υπερασπιστούν την "σοσιαλιστική ΕΣΣΔ" ή απλά κάποιος από τους γονείς ή τους παππούδες τους ήταν μέλη του ΚΚΕ και πολέμησαν στο πρώτο και κυρίως στο δεύτερο αντάρτικο. Άσε που κάποιες πρώην "ανατολικές" χώρες υπό το κράτος της εκλεγμένης σήμερα ακροδεξιάς προσπαθούν ακόμη και να απαγορεύσουν την κομμουνιστική ιδέα. Έτσι, αυτό που στην λογική των αριστερών είναι κατακτημένο ειδικά μετά την πτώση των μονοκομματικών καθεστώτων του "κομμουνισμού" και την πέραν πάσης αμφιβολίας γνώση που αποκτήθηκε γι αυτά από κανονικούς ανθρώπους και όχι πληρωμένους προπαγανδιστές του αντικομμουνισμού ή του νεοφιλελευθερισμού, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την ψυχή τους που αντιστέκεται ακόμη. Είναι όμως καλό να συμβεί κάποια στιγμή αυτή η επικοινωνία. Έστω για να είναι αυτοί και αυτές που θα διηγηθούν στις νέες γενιές τι ακριβώς συνέβη στη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και τις "ανατολικές" χώρες και όχι οι άνθρωποι του νεοφιλελευθερισμού. Για να μείνουν οι νέοι στην αριστερά, την νέα, την δημοκρατική, την ελευθεριακή, την οικολογική, την κοινοτιστική πείτε την όπως θέλετε. Και να μην γίνουν θύματα και πρόσκοποι την νέας ακροδεξιάς αναγέννησης που περιγράφει τις αποτυχίες του αγώνα των εργαζομένων ως επιβεβαίωση της ανάγκης για ένα φασιστικό σύστημα-κράτος απέναντι στα προβλήματα της φτώχειας, της επισφάλειας και της μετανάστευσης, της οικολογικής καταστροφής δλδ ως επιβεβαίωση της ανάγκης του κρατικού ολοκληρωτισμού και της υποταγής στον ηγέτη. Κείμενα σαν το παρακάτω συμβάλλουν σε αυτήν την αναγκαία ενότητα ψυχής και λογικής στην σημερινή αριστερά εγκαινιάζοντας το αφιέρωμά μας στα 100 χρόνια από την ρωσική επανάσταση του 1917, με την άποψη των αναρχικών:

Αιματοβαμμένοι, Εκατό Χρόνια Λενινιστικής Αντεπανάστασης

Εισαγωγή από το βιβλίο “Bloodstained: One Hundred Years of Leninist Counterrevolution” (AK Press, 2017). The Friends of Aron Baron είναι η συλλογική υπογραφή των αναρχικών που επιμελήθηκαν το βιβλίο. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά babylonia.gr)

Η ιστορία μπορεί να μη τελείωσε, αλλά σίγουρα έγινε πιο παράξενη. Το κοινωνικό συμβόλαιο του νεοφιλελευθερισμού – ένα κολλάζ οικονομικών ταχυδακτυλουργικών τρυκ και οι πολιτικές τελετουργίες που χρειάστηκαν για να τα επιβάλλουν στην κοινωνία – με το που επιβλήθηκε, κουρελιάστηκε με εκπληκτική ταχύτητα τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν μια γρήγορη οικουμενοποίηση της επισφάλειας. Η αστάθεια και η αβεβαιότητα είναι σημαντικά κομμάτια των ζωών μας, που τις ζούμε σε έναν υποτιθέμενο κόσμο «μετα-αλήθειας» όπου τα βασικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση σχεδόν των πάντων μοιάζουν ελλιπή – ή τουλάχιστον μοιάζουν να αλλάζουν με κάθε κύκλο ειδήσεων.

Αυτή η νέα πραγματικότητα είναι τόσο η αιτία, όσο η συνέπεια της εκλογής του Donald Trump ως του 45ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η προεκλογική του εκστρατεία εκμεταλλεύτηκε με επιτυχία τον φόβο και την απελπισία της κοινωνικής αποσύνθεσης μας, και ανέβηκε στην εξουσία με υποσχέσεις για τον τερματισμό της. Θα σταματούσε, όπως είπε, την διάβρωση της φθίνουσας αίσθησης ασφάλειας μας και θα επανάφερε την σιγουριά των ξεκάθαρων συνόρων (κρατικών και φυλετικών) και σταθερές θέσεις εργασίας. Τα τραίνα θα έρχονταν στην ώρα τους.

Η επιτυχία του Trump, ερχόμενος από το πολιτικό περιθώριο, έπιασε τους φιλελεύθερους των ΗΠΑ στον ύπνο. Οτιδήποτε περισσότερο από τις τυπικές ανταλλαγές μεταξύ στελεχών του ενός ή του άλλου κόμματος τους ήταν αδιανόητο. Ακόμα πιο βαθιά στο αριστερό φάσμα, υπήρχε κατάπληξη σε πολλούς ριζοσπάστες, αλλά ίσως λιγότερο σοκ: τουλάχιστον είχαν τα θεωρητικά εργαλεία με τα οποία θα ανέλυαν τη κατάσταση – μετά το γεγονός.

Η αριστερά δεν είναι λιγότερο ευάλωτη στην ιστορική αβεβαιότητα, ούτε καλύτερα προετοιμασμένη να την συναντήσει ή να προβλέψει τι υπάρχει μετά. Τελευταία, πολλοί ριζοσπάστες βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, που πιάνονται από τα μαλλιά τους για να μη πνιγούν, όπως αυτή που κινητοποίησε τους ψηφοφόρους του Trump. Όταν ο δρόμος μπροστά είναι αβέβαιος, μοιάζουν να σκέφτονται πως είναι ασφαλέστερο να πάνε πίσω, στο παρελθόν. Ψάχνουν για απαντήσεις στο δοκιμασμένο και στο πραγματικό – ακόμη και όταν αυτό το πραγματικό είναι μια τεράστια ιστορική αποτυχία. Έτσι βλέπουμε μια επιστροφή σε σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές, πρώτα με τον «χλιαρό» σοσιαλισμό του Bernie Sanders, πιο πρόσφατα με την αναγέννηση των Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής. Οι ψηφοφόροι στην Ευρώπη κατάλαβαν πριν αρκετό καιρό την ματαιότητα της εκλογής των δήθεν σοσιαλιστών για να επιβλέπουν μια καπιταλιστική οικονομία. Οι ΗΠΑ, ως συνήθως, απέτυχαν να διδαχτούν από τα λάθοι των άλλων.

Η εκατοστή επέτειος της Ρωσικής Επανάστασης, την αιτία πίσω από αυτό το βιβλίο, έχει προσθέσει ένα επιπλέον στρώμα παραδοξότητας στις εξελίξεις αυτές. Πολλοί βλέπουν την εκατονταετηρίδα σαν μια ευκαιρία να αποκαταστήσουν, ακόμη και να γιορτάσουν, ξεπερασμένες μορφές αυταρχικού κρατικού σοσιαλισμού. Είναι όμως ένας δύσκολος εορτασμός, πρέπει κάποιος είτε να παραβλέψει προσεκτικά την ανθρώπινη καταστροφή που οι Μπολσεβίκοι έθεσαν σε κίνηση το 1917 ή να προσπεράσει ένα φαντασιακό πέρα από το οποίο, όπως πάει ο μύθος, η κομμουνιστική πιθανότητα εκτροχιάστηκε από κακούς ανθρώπους, και προχώρησαν σε μια γη γκούλαγκ και υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης. Κρίνοντας από τις λίστες πρόσφατων και επερχόμενων τίτλων, αριστεροί εκδοτικοί οίκοι σε όλο το κόσμο θα επαναλάβουν αυτές τις παραλείψεις και παραμύθια σε αμέτρητα βιβλία που εκθειάζουν τον Lenin, επαναπροσδιορίσουν του Μπολσεβίκους, και θα επιχειρήσουν να διασώσουν το μαρξιστικό διαμάντι θαμμένο κάτω από ένα βουνό από πτώματα.

Αν ήταν απλά η παλιά φρουρά και οι ζηλωτές κομματικοί αξιωματούχοι που αφηγούνται αυτές τις φαντασιώσεις, αυτό το βιβλίο θα ήταν αχρείαστο. Η επιρροή τους μειώνεται σταθερά και θα πεθάνουν τελικά. Στους παράδοξους, άστατους καιρούς αυτούς όμως, μεγάλος αριθμός νεαρών ανθρώπων έχουν ερωτευτεί φαντάσματα περασμένων δικτατοριών, κοινοποιούν μιμήδια με τον «Κούκλο νεαρό Joseph Stalin» στα κοινωνικά τους μέσα και φοράνε επιδεικτικά καπέλα και μενταγιόν με το σφυροδρέπανο. Συχνά υπάρχει μια ειρωνική πλευρά στα καινούρια μπολσεβίκικα μπιχλιμπίδια, όπως τα πανκιά προηγούμενων γενιών φορούσαν ναζιστικά σύμβολα. Οι πάνκηδες τουλάχιστον είχαν μια ωμή, μηδενιστική ειλικρίνεια: αναφέρονταν στο τρόμο πίσω από τα εμβλήματα για πουν κάτι. Σήμερα οι καινούριοι, νεαροί κομμουνιστές είναι είτε πολλοί περισσότερο αδαείς γύρω από την ιστορία πίσω από τις χειρονομίες τους ή με πονηριά αντισταθμίζουν την τοποθέτηση τους με το να προσποιούνται πως δεν υπάρχει ουσία πίσω από την εικόνα, έτσι δεν υπάρχει ευθύνη. Όλα αυτά υποδεικνύουν μια ακόμη πιο επιτακτική ανάγκη για αυτό το βιβλίο.

«Από όλες τις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης», γράφει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «η Ρωσική Επανάσταση ήταν η μόνη που νίκησε. Και από όλες τις αποτυχίες της εργατικής τάξης ήταν η πιο ολοκληρωτική και αποκαλυπτική». Μπορεί να έχουμε μια ένσταση για τη λέξη «μόνη», αλλά το επιχείρημα του Καστοριάδη παραμένει: υπάρχει κάτι σημαντικό να διδαχτούμε από τις δυνατότητες της Ρωσικής Επανάστασης, αυτές που δημιουργήθηκαν και αυτές που καταστράφηκαν. Η καταστροφή στη Ρωσία μας υποχρεώνει, λέει, να αναλογιστούμε «όχι μόνο τις συνθήκες για μια προλεταριακή νίκη, αλλά και το περιεχόμενο και την πιθανή μοίρας μιας τέτοιας νίκης, την εδραίωση και την εξέλιξή της», και πιο σημαντικό πάνω στους εγγενείς «σπόρους της καταστροφής» σε κάποιες προσεγγίσεις στην επαναστατική στρατηγική. Σύμφωνα με τους Μαρξιστές-Λενινιστές, όταν ερχόμαστε στην Ρωσική Επανάσταση, αυτοί οι σπόροι ήταν εντελώς εξωτερικοί και «αντικειμενικοί»: η ήταν των μεταγενέστερων επαναστάσεων στην Ευρώπη, ξένη επέμβαση και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Η ιστορική σημασία αυτών των παραγόντων είναι αδιαμφισβήτητη, και σε γενικές γραμμές εκτός θέματος. Η πραγματική ερώτηση, όπως σημειώνει ο Καστοριάδης, είναι «γιατί η Επανάσταση υπερίσχυσε των εξωτερικών εχθρών για να καταρρεύσει εκ των έσω».

Για να δώσουμε μια απάντηση σε αυτό, χρειαζόμαστε αυτό που ο Maurice Brinton αποκαλεί, στον πρόλογο στην ιστορία της κομμούνας της Κροστάνδης της Ida Mett, μια νέα, γνήσια σοσιαλιστική ιστορία. «αυτό που περνά ως σοσιαλιστική θεωρία», σύμφωνα με το Brinton, «συχνά είναι το ανεστραμένο είδωλο της αστικής ιστοριογραφίας, η διήθηση του εργατικού κινήματος με τυπικές αστικές μεθόδους σκέψης». Η κρατική-σοσιαλιστική αγιογραφία, σε όλη την Λενινιστική, Τροστκιστική, Μαοϊκή και Σταλινική μορφή της, είναι απλά ένα ισχνά συγκαλυμμένο, παρωχημένο όραμα «του σπουδαίου άνδρα», με τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες και προέδρους να έχουν αντικατασταθεί με επαναστάτες «ιδιοφυείς ηγέτες», λαμπρούς στρατηγούς που οδήγησαν τις μάζες στη νίκη – ή που θα ο είχαν κάνει αν «αντικειμενικοί παράγοντες» δεν είχαν επέμβει, που παραδόξως, μοιάζουν να το κάνουν συνέχεια.

Η ανθολογία αυτή είναι μια προσπάθεια να συμβάλουμε σε αυτή τη νέα ιστορία. Είναι, ακολουθώντας ξανά τον Brinton, μια ιστορία των ίδιων των μαζών, γραμμένη όσο είναι δυνατόν, από την δική τους οπτική, όχι από αυτή των αυτοδιορισμένων αντιπροσώπων τους. Συγκεντρώσαμε έργα που γράφηκαν σε ολόκληρη τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, από το 1922 ως το 2017, που εξυπηρετούν δυο σκοπούς.

Ο πρώτος είναι να αποκαλυφθεί η ζωντανή επανάσταση κάτω από τους μύθους που οι Μπολσεβίκοι και οι διάδοχοί τους του κρατικού-σοσιαλισμού συσσώρευσαν για να νομιμοποιήσουν τις, διαφορετικά, αδικαιολόγητες πράξεις τους. Η ζωντανή επανάσταση είναι η δυνατότητα που υπάρχει μέσα σε κάθε κινητοποιημένο πληθυσμό. Είναι αυθύπαρκτη, δεν διακηρύσσεται, αποδίδεται ή νομοθετείται ώστε να υπάρχει. Και είναι μια ισχυρή δύναμη. Η αρχική φάση της Ρωσικής Επανάστασης, από τον Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο, είναι γνωστή για την έλλειψη αιματοχυσίας. Όταν οι μάζες ξεσηκώνονται ως ένα, δεν υπάρχει δύναμη που να μπορεί να τους αντισταθεί. Δημιουργούν νέες επαναστατικές φόρμες,, συμφωνημένες πρακτικές που μπορεί να ή να μην πάρουν θεσμική μορφή. Οι πρακτικές αυτές, που συνένωσαν τη Ρωσία σε σοβιέτ, εργοστασιακές επιτροπές και συνεταιρισμούς, είναι οι εμβρυϊκές δομές μέσα από τις οποίες μια νέα κοινωνία μπορεί να οργανωθεί.

Μια σοσιαλιστική ή αναρχική ιστορία μπορεί να αναζητήσει τους σπόρους της αποτυχίας σε κάθε επανάσταση. Αυτοί ανήκουν και στις μάζες. Η κατηγορία για την «παρακμή» της Ρωσικής Επανάστασης μπορεί να, και έχει, εξαπλωθεί δίχως περιορισμούς. Η δημιουργώντας όμως απλά σκιάχτρα από τους προδότες της επανάστασης – με το Στάλιν να είναι ο πλέον γνωστός, ιδιαίτερα ανάμεσα στους Λενινιστές και τους Τροσκιστες που αναζητούν την δική τους άφεση – αποφεύγει το γεγονός πως οι μάζες μπορούν να προδοθούν εξαρχής. Πιστεύουν όμορφα ψέματα και ξεσηκωτικές ρητορείες. Απέτυχαν να αντισταθούν σε κρίσιμες στιγμές ή όταν το έκαναν δεν έφτασαν μακριά. Παραδώσαν, λίγο λίγο, την δύναμη που οι αυτές κατέκτησαν και επέτρεψαν στους εχθρούς τους να δημιουργήσουν μια πολύ διαφορετική εξουσία από πάνω τους. Υπάρχει λόγος γιατί ο Λένιν μπορούσε να λέει πως το Οκτωβριανό πραξικόπημα ήταν «ευκολότερο από το σήκωμα ενός φτερού»: ο δρόμος ήταν ήδη ανοιχτός και το κράτος είχε ήδη ηττηθεί. Δεν υπήρχε τίποτα για να σηκώσουν. Οι μάζες είχαν ήδη κάνει την επανάσταση και οι Μπολσεβίκοι είχαν μόνο να πατήσουν πάνω στα ερείπια και να μπουν στα εγκαταλειμμένα παλάτια των καταπιεστών. Το γεγονός πως μπορούσαν είναι μια προειδοποίηση και ένα μάθημα που οι συγγραφείς αυτής της συλλογής μεταφέρουν με πολλούς τρόπους.

Οι μορφές της γνήσιας επανάστασης και οι τρόποι με τους οποίους καταλύθηκε δια της βίας από το Λένιν και τους συντρόφους του είναι τα κύρια σημεία αυτού του βιβλίου. Αν υπάρχει μια ελαφρώς μεγαλύτερη έμφαση στο δεύτερο είναι γιατί οι αναρχικοί, συμβουλιακοί κομμουνιστές και αντικρατιστές μαρξιστές στις σελίδες που ακολουθούν α) έχουν βαθιά πίστη σε αυτό που η Emma Goldman αποκαλεί «η δημιουργική ιδιοφυΐα των ανθρώπων» και β) διστάζουν να προβλέψουν τις λεπτομέρειες μια μελλοντικής κοινωνίας που δεν έχει γεννηθεί ακόμη, μέσα από συνθήκες και προκλήσεις που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Οι πραγματικές επαναστάσεις δεν στήνονται ποτέ, δεν συμβαίνουν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα ενός θεωρητικού, και σπανίως χρειάζονται βοήθεια για να δρομολογηθούν. Ενώ το γεγονός αυτό είναι ξεκάθαρο στο σύνολο του βιβλίου, υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο σημείο στο τι συμβαίνει μετά, στις παγίδες και στα εμπόδια, σε όλα όσα μπορούν να πάνε λάθος.

Ο Rudolf Rocker ανιχνεύει την γενεαλογία των παραγόντων που οδήγησαν στην αποτυχία Ρωσική Επανάσταση μέσα από τις συχνά προφητικές συζητήσεις της 1ης Διεθνούς και πίσω στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Marx και ο Engels, των οποίων τις ιδέες ο Lenin προσάρμοσε, δανείστηκαν την θεωρία της επανάστασης από τους Ιακωβίνους και τις αυταρχικές μυστικές ομάδες από τη Γαλλική Επανάσταση. Ειδικά, λέει ο Rocker, βασίστηκαν πάνω σε παραμορφωμένες αστικές εξιστορήσεις αυτών των μορφών. Το μαρξιστικό πλαίσιο της δικτατορίας του προλεταριάτου που προέκυψε, είναι «η δικτατορία ενός συγκεκριμένου κόμματος που οικειοποιείτε για τον εαυτό του το δικαίωμα να μιλά για αυτή τη τάξη». Δεν είναι «παιδί του εργατικού κινήματος, αλλά μια θλιβερή κληρονομιά της αστικής τάξης… συνδεδεμένη με μια δίψα για πολιτική εξουσία». Ο Rocker αντιπαραβάλει αυτό το πλαίσιο με την «οργανική ύπαρξη» και τη «φυσική μορφή ενός οργανισμού… από τα κάτω προς τα πάνω» που το ίδιο το εργατικό κίνημα διαμορφώνει μέσα από τον αγώνα: συμβούλια και επιτροπές δικτυωμένες σε σταθερές, μη ιεραρχικές ομοσπονδίες.

Ο Luigi Fabbri βλέπει και αυτός αστικές ρίζες στην Λενινιστική ιδεολογία, «ένα τρόπο σκέψη, τυπικό σε αφεντικά». Γράφοντας λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, ο Fabbri έσκαψε μέσα από τις αμέτρητες παραχαράξεις του αναρχισμού που ακόμα και η πρώιμη Μπολσεβίκικη προπαγάνδα προωθούσε – και που οι κρατικοί σοσιαλιστές ακόμη προωθούν – για να αποκαλύψει τις κύριες ιδέες που «χωρίζουν τους αυταρχικούς από τους ελευθεριακούς κομμουνιστές». Το «θανάσιμο λάθος» του Lenin και της παρέας του, ήταν η πίστη τους πως χτίζοντας ένα πανίσχυρο κράτος θα κατάφερναν με κάποιο τρόπο να κάνουν το ίδιο το κράτος να εξαφανιστεί, το προαπαιτούμενο και για τους μαρξιστές και τους αναρχικούς για το κομμουνισμό. Για τον Fabbri, όπως και για τους περισσότερους που ανθολογούνται στο βιβλίο αυτό, «Το κράτος είναι κάτι περισσότερο από αποτέλεσμα ταξικών διαχωρισμών, είναι, την ίδια στιγμή, ο δημιουργός προνομίων, δημιουργεί δηλαδή νέους ταξικούς διαχωρισμούς. Επιπλέον, «δεν θα πεθάνει αν δεν καταστραφεί εσκεμμένα, όπως και ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει αν δεν θανατωθεί μέσα από απαλλοτρίωση». Ή όπως το θέτει ο Iain McKay στην ανάλυση του σε ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Lenin: «Η Ρωσική Επανάσταση δείχνει πως δεν ήταν μια περίπτωση Κράτους και Επανάστασης αλλά Κράτους ή Επανάστασης».

Οι Λενινιστικές διαστρεβλώσεις των άλλων επαναστατικών παραδόσεων δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα το τελευταίο αιώνα. Ο Fabbri και άλλοι συγγραφείς την εποχή της Ρωσικής Επανάστασης, τόσο αυτόπτες μάρτυρες όσο και κοντινοί παρατηρητές, στρέφουν την προσοχή μας σε αυτά που οι μη Μπολσεβίκοι αγωνιστές πολεμούσαν να επιτύχουν. Μας δίνουν επίσης μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για τις πιθανές μορφές ανθρώπινης απελευθέρωσης κατέστρεψαν με μεθοδικότητα οι Μπολσεβίκοι. Αρκετά δοκίμια στις επόμενες σελίδες μας δίνουν λεπτομερείς καταγραφές των μεθόδων που το νεοφυές κράτος χρησιμοποίησε για να το επιτύχει. Ο Maurice Brinton και η Ida Mett εστιάζουν στη σφαγή της Κροστάνδης, ένα από τα καθαρότερα παραδείγματα πως απλοί άνθρωποι, εργάτες και ναύτες στην προκειμένη περίπτωση, θέλησαν να πάνε την επανάσταση πέρα από τις ξεπερασμένες αστικές πολιτικές και οικονομικές φόρμες που επέβαλε ο Lenin, μόνο για να αντικρύσουν τα όπλα και τις ξιφολόγχες του Κόκκινου Στρατού του Trotsky. Ο Barry Pateman περιγράφει τους πολλούς αφοσιωμένους επαναστάτες που κατέληξαν στις «κομμουνιστικές» φυλακές, όπως και τα δίκτυα αλληλεγγύης που προσπάθησαν να τους βγάλουν έξω. Ο Iain McKay χαρτογραφεί το αναπτυσσόμενο (αντί μαραζωμένου) σοβιετικού κράτους όπως απορροφούσε τον ένα μετά τον άλλο τους δημοκρατικούς, ομοσπονδιακούς θεσμούς που είχαν δημιουργήσει οι μάζες στη Ρωσία, που αποτελούσαν απειλή στην αναπτυσσόμενη δικτατορία. Ο Otto Rühle περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του Λενινισμού όταν εξάχθηκε στην Ευρώπη. Η επιρροή του Lenin, λέει ο Rühle, δεν ήταν απλά ένα εμπόδιο στους επαναστατικούς αγώνες των ευρωπαίων εργατών, αλλά πρόσφερε και το μοντέλο για το φασισμό στην Ιταλία και στην Γερμανία. «Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού υπήρχαν στο δόγμα του, την στρατηγική του, τον κοινωνικό «σχεδιασμό» του και την τέχνη του πως να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους… Αυθεντία, εξουσία, δύναμη εξασκούμενη από τη μια πλευρά και οργάνωση, πειθαρχία, υποταγή από την άλλη – αυτή ήταν η λογική του».

Τελικά όμως, οι διαφορές μεταξύ της Μπολσεβίκικης δικτατορίας και των πολλών αριστερών επικριτών της καταλήγει στις διαφορετικές ιδέες γιατί και πως γίνονται οι επαναστάσεις. Για τους Ρώσσους αναρχικούς, φυσικά, ο απόλυτος διαχωρισμός που έκανε ο Lenin των θεωρητικών, κομμουνιστικών απώτερων σκοπών από τα άμεσα, καταπιεστικά μέσα ήταν από μόνος του νια εγγύηση επαναστατικής αποτυχίας. Η ίδια η λέξη κομμουνισμός – είναι ομόριζο με την κοινότητα, τα κοινό και το κοινοτισμό – υπονοεί έναν εμφανή και πρακτικό σύνολο πολιτικών κατευθυντήριων γραμμών, μια μαχητική ηθική. Όμως ο Nestor Makhno, που οργάνωσε δυνάμεις για να αντισταθούν και στο Κόκκινο και στο Λευκό στρατό, σημειώνει πως επίσημοι στο 14ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, που έγινε μόλις οχτώ χρόνια μετά την άνοδο στην εξουσία των Μπολσεβίκων, συμφώνησαν πως η λέξη «ισότητα» έπρεπε να αποφευχθεί σε όλα πέρα από αόριστες συζητήσεις μακρινών κοινωνικών σχέσεων, δεν είχε καμιά θέση στο Κομμουνιστικό παρόν.

Η Emma Goldman και ο Alexander Berkman μετανάστευσαν στη Ρωσία το 1919. Ενώ ο άμεσος λόγος πίσω από το ταξίδι τους ήταν η απέλαση, επέστρεψαν στη πατρίδα τους με μεγάλες προσδοκίες και με θέληση να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας. Μέσα σε δύο χρόνια, οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν. Έφυγαν τον Δεκέμβριο του 1921, γράφοντας και οι δύο λίγο αργότερα, καταδικαστικά βιβλία για τις εμπειρίες τους (Η Ρωσική Τραγωδία ο Berkman και Η Απογοήτευση Μου στη Ρωσία η Goldman). Αυτές οι εμπειρίες, που εκτείνονταν από την επιθυμία να δουν επαναστατικές ενέργειες να γίνονται σε μαζική κλίμακα και στον τρόμο να τις βλέπουν να καταστρέφονται, δίνουν μια κοφτερή οπτική στα αποσπάσματα που συμπεριλάβαμε εδώ, μια απόλυτη αντίθεση μεταξύ δυο ανταγωνιστικών οραμάτων για κοινωνικό μετασχηματισμό. «Η Μπολσεβίκικη ιδέα», γράφει ο Berkman ήταν «πως η Κοινωνική Επανάσταση πρέπει να διευθύνεται από ειδικό προσωπικό, που τους έχουν ανατεθεί δικτατορικές εξουσίες». Αυτό δεν άφηνε να εννοηθεί απλά μια βαθιά δυσπιστία προς τις μάζες αλλά και μια προθυμία να γίνει χρήση βίας εναντίον τους, μια παρατήρηση που δεν προκαλεί καμιά έκπληξη σε εμάς σήμερα, αλλά μις σοκαριστική διαπίστωση για πολλούς την εποχή της Ρωσικής Επανάστασης. Ο Berkman αρκείται στο να παραθέσει τον Μπολσεβίκο θεωρητικό Nikolai Bukharin: «Ο προλεταριακός εξαναγκασμός σε όλες του τις μορφές… ξεκινώντας από συνοπτικές εκτελέσεις και καταλήγοντας με καταναγκαστική εργασία, είναι μια μέθοδος αναδιαμόρφωσης του ανθρώπινου υλικού της καπιταλιστικής εποχής στην κομμουνιστική ανθρωπότητα».

Ο εξαναγκασμός ήταν αναγκαίος γιατί οι Μπολσεβίκοι ισχυριζόταν πως ήδη γνώριζαν το δρόμο που έπρεπε να πάρει η επανάσταση, ακόμη και αν οι εργάτες και οι αγρότες πήγαιναν σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο Lenin χρησιμοποίησε ένα μαρξιστικό βιβλίο κανόνων. Η προφανής ελαστικότητα του, οι συχνά αντικρουόμενες θέσεις του, είχαν να κάνουν λιγότερο με ανοιχτομυαλιά όσο με την εμμονική του προσήλωση, που του επέτρεπε να πει ότι ήταν απαραίτητο για να πετύχει το στόχο του. Ήταν, όπως το έθεσε η Emma Goldman, «ένας επιδέξιος ακροβάτης… ικανός στο να ισορροπεί στα στενότερα όρια». Αφού τον συνάντησε, ήταν πεπεισμένη πως «ο Lenin είχε πολύ μικρή εκτίμηση στην Επανάσταση και… ο Κομμουνισμός ήταν liπολύ μακρινό πράγμα για αυτόν». Αντίθετα, το «συγκεντρωτικό πολιτικό Κράτος ήταν ο θεός του Lenin, στον οποίο όλα τα άλλα έπρεπε να θυσιαστούν». Για την Goldman, η επανάσταση εξαρτιόταν περισσότερο στην «κοινωνική συνείδηση» και στην «μαζική ψυχολογία» των Ρώσσων εργατών και χωρικών από ότι σε οποιεσδήποτε αντικειμενικές συνθήκες , τουλάχιστον εκείνες που ήταν γραμμένες στο μαρξιστικό βιβλίο κανόνων. Στην αρχή, ο Lenin δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανεχθεί τις λαϊκές δυνάμεις που «μετέφεραν την Επανάσταση σε όλο και ευρύτερα κανάλια» που ήταν πέρα από τον έλεγχο των Μπολσεβίκων. «Όμως μόλις το Κομμουνιστικό Κόμμα ένοιωσε πως ήταν αρκούντως ισχυρό στα κυβερνητικά ηνία, άρχισε να περιορίζει το εύρος της λαϊκής δραστηριότητας». Ήταν αυτή η επιθυμία να μείνει όλη η εξουσία στα χέρια του Κόμματος, την υποτιθέμενη εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου, που εξηγεί, σύμφωνα με την Goldman «όλες τις επόμενες πολιτικές, τις αλλαγές των πολιτικών, τους συμβιβασμούς και τις οπισθοχωρήσεις τους, τις μεθόδους καταστολής και διώξεων, την τρομοκρατία και την εξόντωση των άλλων πολιτικών απόψεων».

Όπως έχουμε αναφέρει, μια έτοιμη δικαιολογία για τον εκφυλισμό της Ρωσικής Επανάστασης σε ένα από τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα της σύγχρονης ιστορίας είναι πως ο Εμφύλιος Πόλεμος απαιτούσε αυστηρή πολιτική πειθαρχία και βαριά οικονομικά μέτρα. Ο «πολεμικός κομμουνισμός» θεωρητικά ήταν η μόνη ελπίδα της επανάστασης. Οι αναγνώστες θα συγχωρεθούν αν αυτό τους θυμίσει τους ισχυρισμούς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων πως ήταν αναγκαίο να καταστρέψουν ένα βιετναμέζικο χωριό, ώστε να το σώσουν. Όπως σημειώνει ο Iain McKay, τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του πολεμικού κομμουνισμού – διεύθυνση εργοστασίων από ένα άτομο, κεντρικές οικονομικές δομές δανεισμένες από το καπιταλισμό, την καταστροφή των σοβιέτ – «όλα αυτά συνέβησαν πριν την εκδήλωση του Εμφύλιου Πόλεμου στα τέλη του Μάη του 1918».

Το ίδιο ισχύει και για τον Κόκκινο Τρόμο, την περίοδο της πολιτικής καταστολής και μαζικών δολοφονιών που εξαπέλυσαν οι Μπολσεβίκοι για να εξουδετερώσουν τους εχθρούς της επανάστασης. Ο «τρόμος», εδώ δεν είναι ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησαν οι αποτροπιασμένοι ιστορικοί μετά το γεγονός, ο Lenin και ο Trotsky αγκάλιασαν τον όρο για να περιγράψουν τις απάνθρωπες πολιτικές τους εκείνη τη περίοδο. Ο Lenin πέθανε αρκετά νωρίς, ώστε να μη χρειαστεί να απαντήσει για αυτές. Ο Trotsky από την άλλη, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του την πέρασε υπεκφεύγοντας των ευθυνών του για το πως κατάντησε η επανάσταση. Σχεδόν μόνος του δημιούργησε ένα ολόκληρο νέο είδος δικαιολογιών, εδραιώνοντας την πρακτική του να κατηγορείται ο Stalin λίγο πολύ για όλα. Ότι δεν μπορούσε να προβάλει στον Stalin, σύμφωνα με τον Paul Mattick, κατηγόρησε την ιστορική αναγκαιότητα, παρουσιάζοντας τον πρώιμο Μπολσεκιβισμό σαν ένα είδος «απρόθυμου τέρατος, που βασάνιζε και σκότωνε από αυτοάμυνα».

Το πρόβλημα, λέει ο Mattick, είναι πως δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα στον Σταλινισμό που να μην υπάρχει στον Λενινισμό και στον Τροτσκισμό. Ενώ μπορεί να υπάρχουν διαφορές στον συνολικό αριθμό θυμάτων που μπορεί να διεκδικήσει ο καθένας τους, αυτό είχε να κάνει λιγότερο με τις «δημοκρατικές κλίσεις» του Lenin όσο με την σχετική του αδυναμία, την «αδυναμία του να εξοντώσει όλες τις μη Μπολσεβίκικες οργανώσεις με την μια». Και ήταν όλοι οι μη Μπολσεβίκοι που ήταν στο στόχαστρο, όχι μόνο αποκλειστικά οι Λευκοί αντιδραστικοί, και μη εξαιρώντας αυτούς που πρόσφατα πολεμούσαν δίπλα από τους Μπολσεβίκους, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. «Όπως και ο Στάλιν, ο Λένιν κατέτασσε τα θύματα του κάτω από την επικεφαλίδα ‘αντεπαναστάτης’». Το κύριο όργανο που ήταν επιφορτισμένο με την εκτέλεση των κατασταλτικών εντολών του Lenin, η Τσέκα (Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπαναστάσεως και του Σαμποτάζ παρά το Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων), δημιουργήθηκε εβδομάδες μόλις μετά την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία». Τα απολυταρχικά χαρακτηριστικά του Μπολσεβικισμού του Λένιν αθροιζόταν με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο ο έλεγχος και η αστυνόμευση μεγάλωνε». Πρακτικά, το μεγαλύτερο μέρος του Ρωσικού πληθυσμού – από αναρχικούς και Κοινωνικούς Επαναστάτες μέχρι ως εργάτες σε απεργία, ως ναύτες που ζητούσαν την δημοκρατική επιλογή των αξιωματικών τους, ως ολόκληρη την αγροτική τάξη – θα μπορούσαν να είναι αντεπαναστάτες. Παρόλα αυτά όπως παρατηρεί ο Mattick:

Αν κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει τον όρο, η «αντεπανάσταση» στην Ρωσία του 1917 ήταν πιθανώς εγγενής της ίδιας της Επανάστασης, μέσω της ευκαιρίας που πρόσφερε στους Μπολσεβίκους για να επαναφέρουν μια κεντρικά κατευθυνόμενη κοινωνική τάξη για την διαιώνιση του καπιταλιστικού διαχωρισμού των εργατών από τα μέσα παραγωγής και την επακόλουθη αποκατάσταση της Ρωσίας, ως ανταγωνιστικής ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Στην εκατονταετηρίδα της Ρωσικής Επανάστασης, αν υπάρχει κάτι που ελπίζουμε να πάρετε από αυτό το βιβλίο, είναι το γεγονός πως όλες οι δημοσιευμένες πανηγυρικοί για τον Lenin και το Trotsky, όλα τα κόμματα που αντιγράφουν τυράννους, όλες τα εγκώμια προς τους «ιδιοφυείς ηγέτες» στην εμπροσθοφυλακή των Ρωσικών μαζών – αυτές οι τιμές δοξάζουν τους πραγματικούς αντεπαναστάτες της ιστορίας, τους καταστροφείς των επαναστάσεων, ανθρώπους με καρδιές δεσμοφυλάκων και δημίων.

«Η ιστορία του πως η Ρωσική εργατική τάξη εξώθηκε δεν είναι, όμως θέμα για εσωτερική συζήτηση μεταξύ πολιτικών κλικών», γράφει ο Brinton. «Η κατανόηση του τι συνέβη απαραίτητο για κάθε σοβαρό σοσιαλιστή. Δεν είναι απλός ακτιβισμός». Αν ήταν, για να παραφράσουμε τον Marx, αυτοί οι νεκροί τύραννοι δεν θα βάραιναν ακόμη σαν εφιάλτες στο νου των ζωντανών. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, Μαρξιστικά-Λενινιστικά και Τροτσκιστικά κόμματα υπάρχουν ακόμη. Ακόμη και όταν δεν είναι μέλη τέτοιων κομμάτων, πολλοί επαναστάτες ενηλικιώθηκαν πολιτικά σε μαρξιστικό περιβάλλον που πάσχει από μια διχασμένη προσωπικότητα που κανένας διάλογος δεν θα καταφέρει να θεραπεύσει. Από το σχηματισμό της Κομιντέρν, χιλιάδες έχουν εγκαταλείψει τα τοπικά Κομμουνιστικά Κόμματα κατά κύματα, ανήμποροι να αντέξουν αυτή ή την άλλη νέα προδοσία. Αυτοί που παρέμειναν, σχημάτισαν εξαιρετικά σκληρούς πυρήνες, αλλά ακόμη και αυτοί που έφυγαν έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσουν την σχέση τους με μια αιματοβαμμένη κληρονομιά.

Δυστυχώς, όλα τα μαλακά, μονωτικά στρώματα «Δυτικού Μαρξισμού» του κόσμου δεν μπορούν να καλύψουν το Λενινιστικό μπιζέλι κάτω από τα στρώματα. Κανένας αριθμός «επιστροφών» στο Marx – ή ακόμη καλύτερα, στον πρώιμο Marx – δεν μπορεί να δραπετεύσει από το έμφυτο τρόμο στο πυρήνα κάθε ενός ξεχωριστά υπαρκτού σοσιαλιστικού καθεστώτος. Κάθε φορά που ο μαρξισμός φιλτράρεται μέσα από κρατοκεντρικά μοντέλα κοινωνικής αλλαγής, τα αποτελέσματα κυμαίνονται από κακά ως αποτρόπαια. Αυτό είναι το κρυμμένο ελάττωμα μέσα σε όλα τα κόμματα, εμπροσθοφυλακές, επιτελεία, κλίκες και γραφειοκράτες: δεν οδηγούν στον κομμουνισμό αλλά σε μια νέα τάξη καταπιεστών.

Ένας αιώνας είναι αρκετός χρόνος. Είναι ώρα για ξεκαθάρισμα. Πρέπει να απομακρύνουμε το Λενινισμό από τις επαναστατικές μας φόρμουλες και να κρίνουμε τα μαρξιστικά στοιχεία υπάρχουν στην μπολσεβίκικη καταστροφή. Πρέπει να μάθουμε από την ιστορία που περιλαμβάνονται στις παρακάτω σελίδες, και ύστερα να δημιουργήσουμε την δική μας.



– The Friends of Aron Baron –

πηγή null

0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου