Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Η νέα βιοπολιτική του φόβου: κοινωνική διαχείριση με την επιβολή της ρευστότητας και της γενικευμένης ανασφάλειας

του Σπύρου Μανουσέλη

Ο πανικός ως πλανητική στρατηγική


Μια σειρά από κοινωνικοπολιτικά συμβάντα υποδεικνύουν ότι ο ανθρώπινος φόβος, ο διάχυτος πανικός αλλά και η «τυφλή» κοινωνική και ατομική βία που βιώνουμε καθημερινά στις σύγχρονες κοινωνίες δεν αποτελούν τόσο τις ορατές «παρενέργειες» ή τα υποπροϊόντα της εγωιστικής ανθρώπινης φύσης, αλλά μάλλον την κυρίαρχη ιστορική επιλογή μιας νέας μορφής άσκησης εξουσίας. Το καινοφανές στοιχείο, σήμερα, δεν είναι η εκμετάλλευση από την εξουσία των εγγενών και διαχρονικών βιο-ψυχολογικών μηχανισμών του φόβου, αλλά η συστηματική καλλιέργεια και η καλοσχεδιασμένη διαχείριση του ανθρώπινου φόβου σε πλανητικό επίπεδο.

Αν, όπως όλα δείχνουν, η νέα σκιώδης βιο-πολιτική δεν προσβλέπει τόσο στη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους αλλά μάλλον στην ελαχιστοποίηση του εγγενούς βιολογικού πλούτου και της ποικιλομορφίας της ανθρώπινης ζωής, τότε η πλανητική απαξίωση της εργασίας και άρα της οικονομίας, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με την ασαφή απειλή και τον διαρκή φόβο για την επιβίωσή μας -ως άτομων και ως είδους- καθιστούν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ρευστή και ευάλωτη, δηλαδή... αναλώσιμη.


Οι νευροβιολογικές προϋποθέσεις της βιο-πολιτικής διαχείρισης του φόβου




Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές των κοινωνικών εξελίξεων που υποστηρίζουν, πλέον, ανοιχτά ότι το πλανητικό αίσθημα ανασφάλειας καθώς και ο μαζικός φόβος για τη φαινομενικά «άλογη» βία της κοινωνικής μας ζωής δεν αποτελούν πρόσκαιρα ιστορικά-κοινωνικά φαινόμενα που οφείλονται στον λυσσαλέο και απάνθρωπο νεοφιλελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά είναι, αντίθετα, διαχρονικές και «έμφυτες» ανθρώπινες αντιδράσεις.

Υποστηρίζουν δηλαδή ότι πρόκειται για βιο-ψυχολογικές αντιδράσεις που είναι σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση και, σε τελευταία ανάλυση, πηγάζουν από κάποια ασαφώς προσδιορισμένα «ένστικτα» επιθετικότητας ή φοβίας απέναντι στους «άλλους». Ανθρώπινα ένστικτα, τα οποία υποτίθεται ότι εντοπίζονται στον εγκέφαλό μας ή, εναλλακτικά, ότι βρίσκονται «εγγεγραμμένα» στα γονίδιά μας.

Ασχετα από το πόσο επιστημονικά δικαιολογημένες είναι αυτές οι απόψεις, φαίνεται πως συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση ενός φοβιστικού κλίματος που νομιμοποιεί τις ανθρωποκτονικές πολιτικές απέναντι στους «άλλους», τους διαφορετικούς από εμάς ανθρώπους.





Από τη βία του πανικού...


Πώς καλλιεργείται, στις μέρες μας, το αίσθημα του συλλογικού φόβου ή του πανικού που όλοι βιώνουμε απέναντι σε κάποια ατομική ή συλλογική απειλή, π.χ. οικονομική, πολιτική, πολεμική κ.λπ.; Μια επικείμενη απειλή, για να είναι σε θέση να μας επηρεάζει οφείλει, παραδόξως, να είναι ταυτόχρονα ορατή και επιμελώς απροσδιόριστη!

Για παράδειγμα, τα ΜΜΕ μάς βομβαρδίζουν καθημερινά και ανελέητα με απειλητικές ειδήσεις: πραγματικές ή επικείμενες οικονομικές καταστροφές, κλοπές, δολοφονίες, βιασμούς, απάνθρωπης βίας στρατιωτικές ή κατασταλτικές επεμβάσεις κ.ο.κ. Πρόκειται για πολύ προσεκτικά επιλεγμένες και επιμελώς διογκωμένες ειδήσεις που απώτερος στόχος τους είναι, όχι τόσο να μας ενημερώσουν, αλλά, ενισχύοντας τα εγγενή μας αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, να μας παγιδεύσουν σε μια κατάσταση μόνιμης και χωρίς διέξοδο απειλής. Αυτές οι εικόνες ανείπωτης βίας εισβάλλουν καθημερινά, εγκαθίστανται στο μυαλό μας και επηρεάζουν παραλυτικά τη σκέψη μας. Η συστηματική καλλιέργεια του φόβου επειδή μας προετοιμάζει για τα χειρότερα εξυπηρετεί, κατά κανόνα, αδιαφανείς πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες.

Η αρχή λειτουργίας αυτού του ψυχολογικού μηχανισμού είναι αρκετά απλή: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για την απειλή που ελλοχεύει τόσο περισσότερο απειλητική τη θεωρούμε. Το ότι αυτό συμβαίνει είναι λίγο-πολύ γνωστό. Πολύ λιγότερο γνωστό είναι μέσα από ποιους ακριβώς εγκεφαλικούς μηχανισμούς εσωτερικεύεται και αποτυπώνεται η βία του φόβου. Ενώ δηλαδή η φαινομενολογία και η κοινωνιολογία του φόβου έχουν αναλυθεί επαρκώς, οι νευροβιολογικές προϋποθέσεις αυτού του αρχέγονου και τεράστιας επιβιωτικής σημασίας συναισθήματος παραμένουν αδιαφανείς.

...στο υπόστρωμα της βίας




Στις βιολογικές επιστήμες με τον όρο «βίαιη» ή «επιθετική» συμπεριφορά περιγράφονται οι ενδογενείς βιολογικοί παράγοντες που προδιαθέτουν έναν οργανισμό σε βίαιη δράση απέναντι σε μέλη του ίδιου ή διαφορετικού είδους. Η επιθετική συμπεριφορά περιλαμβάνει λοιπόν συγκεκριμένες εκδηλώσεις βίας: «λεκτική» ή σωματική απειλή, θυμό, ανταγωνισμό και βίαιη επίθεση.

Μια άλλη σημαντική διάκριση σχετικά με τη βίαιη συμπεριφορά έχει να κάνει με το αν αυτή απευθύνεται σε μέλη της ίδιας ομάδας ή του ίδιου είδους (ενδοειδική) ή σε μέλη διαφορετικών ειδών (διαειδική επιθετική συμπεριφορά). Για παράδειγμα, μια γάτα συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά όταν επιτίθεται σε ένα ποντίκι απ’ ό,τι όταν επιτίθεται σε μια άλλη γάτα. Και αυτό ισχύει για όλα τα ζώα, ανεξάρτητα αν είναι αρπακτικά, «αιμοβόρα» σαρκοφάγα ή «ειρηνικά» φυτοφάγα.

Επομένως, η βίαιη συμπεριφορά δεν αποτελεί καθόλου ένα μοναδικό και ενιαίο φαινόμενο, αλλά περιλαμβάνει ευρύτατο φάσμα αντιδράσεων, οι οποίες διαφοροποιούνται τόσο ως προς τα πρότυπα συμπεριφοράς που υιοθετούνται σε διαφορετικές περιστάσεις όσο και ως προς τα ενδογενή ή εξωγενή αίτια που πυροδοτούν αυτές τις εκδηλώσεις.

Εξίσου εντυπωσιακά αποτελέσματα με τη διερεύνηση του φόβου έχει να παρουσιάσει, τα τελευταία κυρίως χρόνια, και η έρευνα του εγκεφαλικού υποστρώματος και των νευροβιολογικών μηχανισμών που εμπλέκονται και πυροδοτούν την ανθρώπινη επιθετική συμπεριφορά. Οι νευροεπιστήμονες κατάφεραν να χαρτογραφήσουν κάποιες παλαιοεγκεφαλικές δομές, δηλαδή τις εξελικτικά αρχαιότερες δομές του εγκεφάλου, που δραστηριοποιούνται όποτε εκδηλώνουμε κάποια επιθετική ή βίαιη συμπεριφορά.

Από καιρό είναι γνωστό στους ειδικούς ότι το μεταιχμιακό σύστημα και ειδικότερα δύο δομές του, ο υποθάλαμος και η αμυγδαλή, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία αισθημάτων όπως ο φόβος και η επιθετικότητα. Οταν εξαιτίας ενός τραύματος ή κάποιας ανωμαλίας διακόπτεται ή βραχυκυκλώνεται η επικοινωνία μεταξύ αυτών των δύο εγκεφαλικών δομών, το άτομο είναι ανίκανο να ελέγξει συνειδητά και να περιορίσει με τη θέλησή του τις εξαιρετικά βίαιες αντιδράσεις του. Μια επιστημονική παρατήρηση που ίσως εξηγεί την απίστευτη βία, ωμότητα καθώς και την παντελή έλλειψη φόβου ή τύψεων που συχνά επιδεικνύουν ορισμένοι δολοφόνοι (όχι όμως όλοι).

Επίσης, θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι σε ορισμένες ενστικτώδεις αντιδράσεις επίθεσης ή φυγής, αποφασιστικό ρόλο παίζουν οι υποφλοιώδεις δομές του εγκεφάλου: ο δικτυωτός σχηματισμός, το μεταιχμιακό σύστημα, ο ιππόκαμπος, η αμυγδαλή, ο θάλαμος και ο υποθάλαμος. Αυτές οι εγκεφαλικές δομές που ενεργοποιούνται αμέσως με την εμφάνιση κάποιας πραγματικής ή φανταστικής απειλής είναι υπεύθυνες για την ταχύτατη (και άρα μη συνειδητή) ενεργοποίηση του αυτόνομου νευρικού συστήματος ως απάντηση σε κάποιες απειλητικές καταστάσεις.

Αν και αρχικά οι ερευνητές πίστεψαν ότι σε αυτές τις πιο αρχαϊκές εγκεφαλικές δομές εντοπίζονται τα «κέντρα» της επιθετικότητας ή του πανικού, σήμερα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι τέτοια αυστηρά οριοθετημένα εγκεφαλικά «κέντρα» για τη βία ή τον πανικό δεν υπάρχουν. Αντίθετα, στην εκδήλωση κάθε ιδιαίτερα βίαιης ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς εμπλέκονται ευρύτατα νευρωνικά κυκλώματα. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι, τόσο ανατομικά όσο και λειτουργικά, τα εγκεφαλικά κυκλώματα που εμπλέκονται στην εμφάνιση του φόβου και της βίας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους προκειμένου να καθορίσουν τις κατάλληλες απαντήσεις του οργανισμού μας στις ενδογενείς πιέσεις ή στις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Πάντως, καλό θα ήταν να έχουμε πάντα κατά νου ότι κάθε προσπάθεια να δοθεί μια αποκλειστικά νευροβιολογική εξήγηση του ανθρώπινου φόβου ή του πανικού ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει νομιμοποιητικά: εκλογικεύοντας και δικαιολογώντας «επιστημονικά» τις πιο απάνθρωπες και αντικοινωνικές πράξεις βίας. Οσο για το πώς τα ανθρώπινα συναισθήματα -και κυρίως τα αρνητικά- εμπλέκονται στις πολιτικές μας επιλογές και συνεπώς αποτελούν αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο.

Η ανατομική του πανικόβλητου εγκεφάλου




Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες οι νευροεπιστήμες απέκτησαν τα απαραίτητα εργαλεία (υπολογιστική ηλεκτροεγκεφαλογραφία, λειτουργική μαγνητική τομογραφία κ.ά.) που απαιτούνται για τη διερεύνηση και τη χαρτογράφηση των εγκεφαλικών κυκλωμάτων του φόβου.

Ετσι, διαπίστωσαν ότι διαφορετικά πρωτογενή συναισθήματα (απέχθεια, φόβος, θυμός, ηδονή κ.ά.) παράγονται από την ενεργοποίηση διαφορετικών -αλλά όχι απομονωμένων- εγκεφαλικών κυκλωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ανακάλυψαν ότι στα συναισθήματα φόβου ή πανικού εμπλέκεται όχι μόνο ο νεόφλοιος αλλά και ένα πολύπλοκο κύκλωμα από πυρήνες του μεταιχμιακού συστήματος, που περιλαμβάνει μια σειρά από υποφλοιώδεις δομές (υποθάλαμος, θάλαμος, ιππόκαμπος, αμυγδαλή).

Τόσο οι πρωτοποριακές έρευνες του J.Ε. LeDoux όσο και οι μετέπειτα έρευνες του Α. Damasio ανέδειξαν τον αποφασιστικό ρόλο της αμυγδαλής στην παραγωγή των φοβικών συναισθημάτων. Οπως διαπίστωσαν πειραματικά, ο πρωταγωνιστικός ρόλος της αμυγδαλής στην παραγωγή του φόβου οφείλεται στο ότι αυτή βρίσκεται στο σταυροδρόμι πλήθους νευρικών οδών που συνδέουν τις πιο «αρχαϊκές» υποφλοιώδεις δομές με τις πιο πρόσφατα «εξελιγμένες» περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού.

Ετσι εξηγείται γιατί ένας άνθρωπος, όπως εξάλλου και τα περισσότερα ζώα, είναι σε θέση να βιώνει συναισθήματα έντονου φόβου ή και πανικού όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι που τον είχε τρομάξει στο παρελθόν. Οι άνθρωποι, όμως, μπορούν επιπρόσθετα να τρομοκρατηθούν από κάτι που απλώς τυχαίνει να διαβάσουν, να δουν ή να ακούσουν χωρίς ποτέ να το έχουν βιώσει προσωπικά κατά το παρελθόν!

Αυτή η τυπικά ανθρώπινη ικανότητα προφανώς οφείλεται στις πολύπλοκες διασυνδέσεις της αμυγδαλής με τις ανώτερες και ιδιαίτερα αναπτυγμένες φλοιικές δομές του εγκεφάλου μας, οι οποίες είναι σε θέση να επεξεργάζονται πολύ πιο αφηρημένες πληροφορίες.

Τελικά, για το υπερβολικό άγχος και τον πανικό που μας δημιουργούν οι βίαιες σκηνές και οι απειλητικές ειδήσεις των ΜΜΕ «ευθύνεται» σε μεγάλο βαθμό η ιδιαίτερα πολύπλοκη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου μας. Πράγματι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, από τις μέχρι σήμερα έρευνες, τόσο στην τελική επεξεργασία των συναισθημάτων μας όσο και στη λήψη των περισσότερων «συνειδητών» αποφάσεών μας εμπλέκονται συγκεκριμένα και εν πολλοίς γνωστά νευρωνικά κυκλώματα του προμετωπιαίου φλοιού, τα οποία, όταν χρειάζεται, μπορούν μέσω των κατάλληλων νευροχημικών σημάτων να καταστέλλουν τη δραστηριότητα ορισμένων «βίαιων» και εξελικτικά πιο αρχαϊκών δομών του εγκεφάλου μας και συγκεκριμένα, του υποθαλάμου και της αμυγδαλής: δύο δομές του μεταιχμιακού συστήματος που εμπλέκονται άμεσα και, από κοινού, διαμορφώνουν τόσο τα αισθήματα φόβου ή πανικού που βιώνουμε όσο και τις βίαιες ή επιθετικές αντιδράσεις μας.

Όταν το κύκλωμα Φόβος-Βία βραχυκυκλώνει





Αν εξαιτίας ενός τραύματος, μιας γενετικής μετάλλαξης ή και λόγω των υπερβολικών εξωτερικών πιέσεων, διακοπεί ή αλλοιωθεί σημαντικά η φυσιολογική και αμοιβαία επικοινωνία του «αρχαιότερου» μεταιχμιακού συστήματος με τις δομές του πιο εξελιγμένου προμετωπιαίου φλοιού, τότε πιθανότατα ο άνθρωπος θα είναι παντελώς ανίκανος να ελέγχει συνειδητά τις συναισθηματικές του αντιδράσεις!

Μάλιστα, έχει διαπιστωθεί ότι όσο νωρίτερα στη ζωή ενός ανθρώπου διακόπτεται -από κάποια ασθένεια ή από τραύμα- αυτό το αμφίδρομο κανάλι επικοινωνίας και ελέγχου του «ανώτερου» προμετωπιαίου φλοιού με τις «κατώτερες» δομές του μεταιχμιακού συστήματος τόσο δραματικότερες είναι οι συνέπειες για τη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου του.

Η πανδημία πανικού ως βιοπολιτική στρατηγική






Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο οι τρομοκρατικές ειδήσεις και οι εικόνες ανείπωτης βίας που προβάλλονται καθημερινά από τα ΜΜΕ εγκαθίστανται στο μυαλό μας και επηρεάζουν παραλυτικά τη σκέψη μας.

Πρόκειται για προσεκτικά επιλεγμένες εικόνες και επιμελώς διογκωμένες ειδήσεις που απώτερος στόχος τους δεν είναι τόσο να μας ενημερώσουν αλλά, ενισχύοντας τα εγγενή συναισθήματά μας φόβου και ανασφάλειας, να μας παγιδεύσουν σε μια κατάσταση μόνιμης και χωρίς διέξοδο απειλής.

Η αρχή λειτουργίας του βιοψυχολογικού μηχανισμού μετατροπής του φόβου σε πανικόβλητη ανασφάλεια είναι αρκετά απλή: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για την απειλή που ελλοχεύει τόσο περισσότερο απειλητική τη θεωρούμε.

Στο σημερινό ζοφερό πλανητικό τοπίο, αυτές οι φοβικές, αγχώδεις και πανικόβλητες αντιδράσεις υπαγορεύονται κυρίως από την προσωπική και κοινωνική ανασφάλεια.

Στο αφιέρωμά μας για τη μεταμόρφωση του ιδιωτικού φόβου σε μαζικό κοινωνικό πανικό προσπαθούμε να συνοψίσουμε μισό και πλέον αιώνα επιστημονικής διερεύνησης αλλά και δόλιας πολιτικής διαχείρισης αυτών των δύο πανανθρώπινων αντιδράσεων σε κάθε απειλή, πραγματική ή φανταστική.

Η μετανεωτερική διαχείριση των ανθρώπινων φοβικών συμπεριφορών




Τα συναισθήματά μας, όπως ο φόβος, η απέχθεια, η χαρά, η λύπη και η οργή επηρεάζουν περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε την καθημερινή συμπεριφορά και τις πολιτικές μας επιλογές.

Από όλα τα αρνητικά συναισθήματα, ο φόβος τραβά πρωτίστως και σχεδόν αυτομάτως την προσοχή μας και επενεργεί ταχύτερα και βαθύτερα επηρεάζοντας ακόμη και τις πιο «ψυχρές» επιλογές μας.

Μάλιστα πολυετείς στατιστικές μελέτες και επιτόπιες εκλογικές έρευνες έχουν δείξει ότι ανάμεσα στον φόβο-άγχος, το μίσος-οργή και την ελπίδα-ενθουσιασμό, συνήθως ο φόβος είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιλογή τού τι ή ποιον θα ψηφίσουμε, κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά τα πολιτικά κόμματα και προσαρμόζουν ανάλογα την εκλογική τους στρατηγική.

Η εντυπωσιακή επιρροή του φόβου στα ανθρώπινα πράγματα εξηγείται επαρκώς εξελικτικά: είναι μια πανάρχαια επιβιωτική στρατηγική που ευνοήθηκε από τη φυσική επιλογή επειδή μας ωθεί να αντιδρούμε άμεσα και ενεργητικά απέναντι σε μια δυνητική απειλή.

Ακόμη κι αν πρόκειται για έναν εντελώς φανταστικό κίνδυνο, είναι πολύ καλύτερη η άμεση αντίδραση απέναντι σε μια κατάσταση ψευδούς συναγερμού, παρά να θέσουμε σε κίνδυνο τη ζωή μας κωλυσιεργώντας στην προσπάθειά μας να αποφασίσουμε αν πρόκειται ή όχι για πραγματικό κίνδυνο.

Έμφοβοι εγκέφαλοι...




Οι νευροεπιστήμονες γνωρίζουν από καιρό ότι σε αυτές τις αυτόματες φοβικές αντιδράσεις εμπλέκεται πάντα η αμυγδαλή, ομάδα πυρήνων που συναποτελεί μαζί με τον ιππόκαμπο το στεφανιαίο ή μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου.

Γι’ αυτό η αμυγδαλή περιγράφεται συνήθως –και όπως θα δούμε εσφαλμένα– ως το εγκεφαλικό «κέντρο του φόβου», μολονότι συνδέεται στενά και επικοινωνεί με διάφορες περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού, που είναι η έδρα των «ανώτερων» και πιο ψύχραιμων νοητικών λειτουργιών.

Πάντως, το γεγονός ότι οι προβολές της αμυγδαλής, δηλαδή τα κανάλια επικοινωνίας με τις ανώτερες φλοιικές δομές, είναι αριθμητικά πολύ περισσότερες απ’ ό,τι το αντίστροφο (δηλαδή οι προβολές από τον νεοφλοιό στην αμυγδαλή), ίσως εξηγεί το γιατί ο φόβος και οι σωματικές αντιδράσεις συναγερμού πυροδοτούνται άμεσα και πολύ πριν οι ανώτερες φλοιικές δομές αποφασίσουν «νηφάλια» για την κρισιμότητα της κατάστασης.

Επίσης, έτσι εξηγείται το γιατί αποδεικνύεται συχνά εξαιρετικά δύσκολο για την έλλογη σκέψη να επιβληθεί ή, έστω, να ελέγξει πλήρως τους παράλογους φόβους και τον πανικό μας.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα και επαρκώς επιβεβαιωμένη πτυχή των έντονων φοβικών εμπειριών μας είναι ότι αυτές καταγράφονται μόνιμα στη μνήμη μας: ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει παρέλθει οριστικά, η μνημονική εγγραφή του παραμένει, έτοιμη να ανακληθεί όποτε αντιμετωπίζουμε ή νομίζουμε ότι αντιμετωπίζουμε μια παρόμοια απειλή.

Παρ’ όλα αυτά, οι πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών του εγκεφάλου και του νου έχουν αποκαλύψει πόσο απλοϊκή είναι αυτή η εικόνα της αμυγδαλής ως του εγκεφαλικού «κέντρου του φόβου».

Ακόμη και ο Joseph Le Doux, ο κορυφαίος Αμερικανός νευροεπιστήμονας που πρώτος ανέδειξε με τις πρωτοποριακές έρευνές του τον ρόλο της αμυγδαλής στα συναισθήματα του φόβου, θεωρεί την αναζήτηση ενός μοναδικού «κέντρου» των φοβικών μας αντιδράσεων εντελώς εσφαλμένη: η αμυγδαλή δεν είναι ούτε ανατομικά ούτε λειτουργικά απομονωμένη και επιπλέον είναι μια υπερβολικά απλή δομή για να μπορεί, από μόνη της, να παράγει ή έστω να ελέγχει τόσο σύνθετες νοητικές αντιδράσεις όπως ο φόβος, το άγχος και ο πανικός.

Ωστόσο, όπως εύστοχα επισημαίνει ο κορυφαίος Γερμανός νευροβιολόγος Gerald Hüther στο βιβλίο του «Βιολογία του φόβου» (εκδ. Πολύτροπο, σελ. 101): «Μόνο τα κοινωνικά θηλαστικά με τη μεγαλύτερη ικανότητα μάθησης, όπως οι πίθηκοι και οι άνθρωποι, μπορούν να νιώθουν επί μακρό χρονικό διάστημα αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα του δρόμου που πρέπει να πάρουν, μακρόχρονη συναισθηματική ανασφάλεια, καθώς και μια ανεξέλεγκτη νευροενδοκρινική αντίδραση στρες».

Μια αντίδραση που, όπως τονίζει ο Hüther, προκαλείται κατά κύριο λόγο από έντονες κοινωνικές φορτίσεις και ανεξέλεγκτες βιοψυχολογικές πιέσεις.

Αυτά ακριβώς τα ιδιαίτερα ανθρώπινα νευροψυχολογικά χαρακτηριστικά εκμεταλλεύονται, προς ίδιον όφελος, τα διαφορά διεθνή και τοπικά κέντρα εξουσίας (πολιτικά, οικονομικά, ενημερωτικά) για να επιβάλουν πλανητικά τις νέες βιοπολιτικές φόβου και τρόμου που συντηρούνται από το μετανεωτερικό καθεστώς της διαρκούς ανασφάλειας.

... πανικόβλητοι πολίτες


Πρέπει λοιπόν να είναι απολύτως σαφές ότι κάθε λεπτομερώς σχεδιασμένη πολιτική προπαγάνδα και οι σκοπίμως παραπλανητικές ή λαϊκιστικές εξαγγελίες των περισσότερων πολιτικών κομμάτων στοχεύουν πρωτίστως -άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ανεπίγνωστα- στην επιλεκτική ενεργοποίηση και συντήρηση αυτών ακριβώς των εγκεφαλικών μηχανισμών του φόβου.

Αν κατά το παρελθόν, τέτοιες στρατηγικές επιλογές χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ και των πολιτών-ψηφοφόρων από τα κόμματα ήταν μόνο εμπειρικές, σήμερα σχεδιάζονται επακριβώς από ειδικές επιτροπές, που λαμβάνουν υπόψη τα νέα βιοψυχολογικά δεδομένα σχετικά με τη «φυσική προδιάθεση» του ανθρώπινου εγκεφάλου για φοβικές και πανικόβλητες αντιδράσεις.

Πολιτικές στρατηγικές που ο διάσημος ψυχολόγος και συγγραφέας Ντάνιελ Κόλεμαν (Daniel Coleman) τις έχει περιγράψει ως πολιτικές χειραγώγησης ή, ακριβέστερα, «επιστράτευσης της αμυγδαλής».

Πρόκειται για τη χρήση της μαζικής προπαγάνδας όχι μέσω κάποιων εύλογων και τεκμηριωμένων πολιτικών επιχειρημάτων αλλά αποκλειστικά μέσω της επίκλησης των φοβικών-συναισθηματικών αντιδράσεων των πολιτών που στόχο της έχει την επίτευξη της «αυθόρμητης» συναίνεσης και της δήθεν οικειοθελούς συμμετοχής σε μια εμφανώς αντιλαϊκή πολιτική ή, σε πιο ακραίες ιστορικές συγκυρίες, σε μια εθνοεξοντωτική ή ρατσιστική «ιερή κάθαρση»!

Τα ιστορικά παραδείγματα του πώς ο μαζικός συναισθηματικός προσηλυτισμός μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε ανθρωποκτόνες πολιτικές πρακτικές είναι κυριολεκτικά ατελείωτα: από την απανθρωποποίηση των δούλων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ μέχρι τις σημερινές στρατηγικές διαχείρισης των κυμάτων προσφύγων ή μεταναστών, και από τη μαζική εξόντωση των «εχθρών του λαού» στην ΕΣΣΔ και των «υπανθρώπων» στη ναζιστική Γερμανία μέχρι τις τρέχουσες και σχεδόν καθολικά επιβεβλημένες βιοπολιτικές απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Πράγματι, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος το ότι, στις σημερινές δυτικές κοινωνίες της αφθονίας, οι περισσότεροι πολίτες ζουν σε και βιώνουν ένα πρωτόγνωρο καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας όχι μόνο για το μέλλον αλλά και για το παρόν.

Πλήθος μελετών επιβεβαιώνουν το φαινομενικά παράδοξο γεγονός ότι στις σημερινές κοινωνίες οι άνθρωποι είναι πολύ πιο φοβισμένοι και ανασφαλείς απ’ ό,τι κατά το παρελθόν.

Μια καθημερινή τρομοκρατική-τρομολαγνική ειδησεογραφία συντηρεί και ανατροφοδοτεί μάλιστα το καθημερινό άγχος και τον άλογο τρόμο μας για τις επερχόμενες καταστροφές ή για τις σκοτεινές δυνάμεις, που, επειδή τις αγνοούμε και δεν τις ελέγχουμε, πιστεύουμε ακράδαντα ότι είναι σε θέση να μας καταστρέψουν.

Συντηρητικοί λόγω φόβου;




Υπάρχει, άραγε, μια μονόδρομη αιτιακή και βιοψυχολογικά προκαθορισμένη σχέση ανάμεσα στον μαζικό φόβο και τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια με τη σημερινή επικράτηση των συντηρητικών και σκοταδιστικών πολιτικών; Η άμεση και συνήθης απάντηση είναι ένα ανεπιφύλακτο «ναι».

Δυστυχώς, ή μάλλον ευτυχώς, τα ανθρώπινα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, εξίσου περίπλοκα με την εν πολλοίς άγνωστη και ανεπαρκώς κατανοητή μηχανή που τα παράγει, δηλαδή τον ανθρώπινο εγκέφαλο - νου.

Το γεγονός ότι, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο φόβος δεν εξαρτάται -ούτε καν ρυθμίζεται- από ένα και μόνο εγκεφαλικό κέντρο σε συνδυασμό με το ότι οι πανικόβλητες και αγχώδεις συμπεριφορές μας διαμορφώνονται σε εγκεφαλικές δομές που είναι διαφορετικές από αυτές του φόβου, καθιστά την, κατά τα άλλα, προφανή σχέση του φόβου με τον πανικό λιγότερο γραμμική, κάτι που ισχύει τόσο για τον εγκέφαλο όσο και για την πολιτική!

Πράγματι, πολλές πρόσφατες επιστημονικές έρευνες επιβεβαιώνουν το μάλλον απρόσμενο γεγονός ότι το άγχος και ο πανικός, σε αντίθεση με τις άμεσες φοβικές αντιδράσεις μας, αποτελούν πολύ πιο σύνθετες αντιδράσεις του οργανισμού μας σε κάποια πραγματική ή επικείμενη απειλή. Αυτή η διαφοροποίηση των αρνητικών συναισθημάτων είναι αποφασιστικής σημασίας για την τρέχουσα βιοπολιτική.

Στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι φοβούνται, αγχώνονται και πανικοβάλλονται από δυνητικές απειλές, που δεν έχουν ποτέ υποστεί οι ίδιοι.

Για παράδειγμα, η πλειονότητα των πολιτών της Ε.Ε. βιώνει καθημερινά την απειλή της ανεργίας, της τρομοκρατίας, της χρεοκοπίας, της εγκληματικότητας των πόλεων ή τον τρόμο για τα νέα κύματα μεταναστών που υποτίθεται ότι θα καταστρέψουν την «παραδείσια» συνοχή των κοινωνιών μας ή την εθνική μας ταυτότητα.

Απειλές και καταστροφές που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν επιβεβαιώνονται από τις προσωπικές εμπειρίες των, κατά τα άλλα, κυριολεκτικά τρομοκρατημένων Ευρωπαίων πολιτών.

Είναι γεγονός, όμως, ότι η πολιτική του γενικευμένου φόβου και της ανασφάλειας επηρεάζει κυρίως τα άτομα που έχουν αυταρχικές ιδέες και συντηρητικές πολιτικές απόψεις.

Πρόκειται για ανασφαλείς, ανελαστικές προσωπικότητες που στρέφονται σε ακραία συντηρητικά κόμματα, από αδυναμία να διαχειριστούν την εγγενή ανασφάλεια, αβεβαιότητα και πολυμορφία της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκτενής έρευνα πολιτικής ψυχολογίας, που πραγματοποιήθηκε το 2017 στην Ολλανδία από τον Mathe van der Bles και τους συνεργάτες του, αποκάλυψε ότι η συλλογική έλλειψη ικανοποίησης για την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση, ακόμα και μεταξύ αρκετά ευκατάστατων πολιτών, τους οδηγεί στην επιλογή των πιο ακραίων πολιτικών προτάσεων επειδή αυτές αμφισβητούν το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό πρότυπο.

Η ολλανδική έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Political Psychology», ανέδειξε επίσης επαρκώς ότι η προσωπική δυσφορία δεν έχει ανάλογες πολιτικές συνέπειες.

«Οι συλλογικές και αφηρημένες κοινωνικές πεποιθήσεις ασκούν μεγαλύτερη επιρροή από τις επιμέρους προσωπικές εμπειρίες», υποστηρίζει ο Mathe van der Bles.

Διόλου περίεργο λοιπόν που η κυρίαρχη βιοπολιτική είναι να αποσυνδέεται συστηματικά το καθεστώς του κοινωνικού φόβου και πανικού από τις προσωπικές εμπειρίες και τα βιώματα των ανθρώπων.

Η τρέχουσα πλανητική κυριαρχία του φόβου και του πανικού οφείλεται στην τεχνο-επιστημονική δυνατότητα των προπαγανδιστών της νέας βιοεξουσίας να διαμορφώνουν «πολίτες» με διχασμένη κοινωνική και ιδιωτική ταυτότητα, οι οποίοι υπό το κράτος του φόβου μπορούν να λειτουργούν μόνο ως τρομοκρατημένες και άρα άβουλες... κοινωνικές μαριονέτες.

Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε κάποιες επιπρόσθετες πτυχές αυτού του «καυτού» θέματος, όπως αυτό αναλύεται από μερικά ιδιαιτέρως διαφωτιστικά βιβλία


Η βιοπολιτική της διαρκούς... ανασφάλειας




Στα δύο προηγούμενα άρθρα προσπαθήσαμε να περιγράψουμε το σημερινό ζοφερό πλανητικό τοπίο, όπου οι φοβικές, αγχώδεις και πανικόβλητες αντιδράσεις υπαγορεύονται κυρίως από την ατομική και συλλογική ανασφάλεια (βλ. «Εφ.Συν.» 14 και 21-4-18).

Σε αυτή την αποφασιστική καμπή της ανθρώπινης περιπέτειας θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να ομολογήσουμε ότι δεν διαθέτουμε προφανείς και εύκολες πολιτικές-κοινωνικές λύσεις, ούτε βέβαια «μαγικές» τεχνολογικές ή επιστημονικές συνταγές για την έξοδο από την πλανητική κρίση που έχουμε δημιουργήσει.

Η επιλογή της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης νεωτερικής εξουσιαστικής πρακτικής είχε συνέπεια να υποβαθμιστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νέων «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες, αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.

Αυτό δεν σημαίνει, όπως θα δούμε, ότι η κυρίαρχη βιοπολιτική έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές, όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Η μετανεωτερική διαχείριση των ανθρώπινων φοβικών συμπεριφορών (ΙΙ)









Οι εικόνες της κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, της εγκληματικής βίας, των απρόσμενων φυσικών καταστροφών που προβάλλονται καθημερινά από την τηλεόραση δημιουργούν στους θεατές φοβικές αντιδράσεις που μολύνουν την κοινωνική τους ζωή.

Αυτές οι φοβικές αντιδράσεις, όπως είδαμε, ενώ βασίζονται σε εγγενείς εγκεφαλικούς μηχανισμούς, δεν είναι, όπως πολύ συχνά λέγεται, τα προϊόντα των «εκ φύσεως» φοβικών εγκεφάλων των θεατών, αλλά προκύπτουν από κάποια απειλητικά ερεθίσματα.


Ο βομβαρδισμός μας με αρνητικά-αγχωτικά ερεθίσματα είναι επομένως μια ιστορική-πολιτική επιλογή που στοχεύει συνειδητά στον έλεγχο και την περιστολή των ανθρώπινων βιοψυχολογικών συμπεριφορών.

Οι καθημερινές εικόνες των προσφύγων ή των μικρών παιδιών που πνίγονται στην απελπισμένη προσπάθειά τους να διαφύγουν από τη βία του πολέμου στη Συρία, και σε άλλα σημεία του πλανήτη, γεννούν όχι μόνο έντονη δυσφορία και οργή, αλλά κυριολεκτικά τρόμο για το ανασφαλές παρόν και το επισφαλές μέλλον της ανθρωπότητας.

Ποιες ακριβώς επιπτώσεις έχει για την ψυχοσωματική υγεία και την πολιτική ζωή ενός ατόμου η ανησυχαστική εικόνα της πλανητικής ανασφάλειας;

Είτε το άτομο βιώνει μια πραγματική καταστροφική εμπειρία είτε είναι απλώς θεατής όταν συμβαίνει, αυτή χαράσσεται στη μνήμη του επηρεάζοντας σημαντικά την κοινωνική ζωή του.

Απανθρωποποιητικές (βιο)πολιτικές

Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από τη βιολογική «ζωή» των ανθρώπων, δεδομένου ότι τόσο ο κοινωνικοπολιτικός «βίος» όσο και η βιολογική «ζωή» μας αποτελούν αντικείμενα διαχείρισης και χειραγώγησης από τη βιοπολιτική.

Για την πιο πρόσφατη μάλιστα μετανεωτερική εκδοχή της βιοπολιτικής η ανθρώπινη ζωή έχει αξία μόνο ως «πρώτη ύλη», δηλαδή ως ένα εύπλαστο και τελικά αναλώσιμο υλικό πάνω στο οποίο οικοδομείται η καινοφανής πλανητική βιο-εξουσία των αγορών. Ετσι στις σημερινές ιστορικοπολιτικές συνθήκες η βιο-πολιτική μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε θανατο-πολιτική.

Πρόκειται για την καθολικά εφαρμοζόμενη στρατηγική της «γυμνής ζωής», όπως την περιέγραψε ο κορυφαίος Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben) στο βιβλίο του «Homo sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», που επανακυκλοφορεί από τις εκδ. «Εξάρχεια».

Αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, ο συγγραφέας καταλήγει στο πρόδηλο και, δυστυχώς, ολοένα και πιο συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα: «Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».

Μολονότι ο Αγκάμπεν ξεκίνησε να γράφει το «Homo sacer» για να διερευνήσει τα αίτια της απάνθρωπης εξολοθρευτικής πολιτικής στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των νέων βιοπολιτικών πρακτικών, οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».

Από τις εμβριθείς και ιστορικά τεκμηριωμένες αναλύσεις του προκύπτει ότι «η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος».

Η επιλογή της εξουσίας -κατά την ύστερη νεωτερική εποχή- να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε σταδιακά, όχι τόσο ή όχι μόνο στα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων, αλλά στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής συνολικά, η οποία κατέληξε να θεωρείται από την εκάστοτε βιοεξουσία πλήρως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή».

Πώς όμως το πέτυχε αυτό η νέα πλανητική βιοεξουσία; Μετατρέποντας τις σπάνιες μέχρι χθες «καταστάσεις εξαίρεσης» -τις λεγόμενες «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης»- σε καθεστώς μόνιμης και τεχνητά ανατροφοδοτούμενης ανασφάλειας των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν πλέον να ζουν σε καθεστώς φόβου για το παρόν και πανικού για το μέλλον.

Ολοκληρωτική ανασφάλεια;





Η επιβολή της ρευστότητας και της διαρκούς ανασφάλειας ως εργαλείο κοινωνικής διαχείρισης έχει αναλυθεί επαρκώς από σημαντικούς στοχαστές -Μισέλ Φουκό, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Τζόρτζιο Αγκάμπεν κ.ά.- οι οποίοι έχουν εξηγήσει αναλυτικά πώς οι μετανεωτερικές πολιτικές της συρρίκνωσης του κράτους δικαίου, η ρευστότητα της οικονομίας, η αποδόμηση των δημοκρατικών θεσμών αποτελούν τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου πια «πνεύματος των καιρών», του λεγόμενου γερμανιστί «Zeitgeist», που ταυτίζεται με τη γενικευμένη ανασφάλεια και την αβεβαιότητα σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, ιδιωτικούς και κοινωνικούς.

Παραδόξως, η νέα βιοπολιτική του φόβου και του πανικού κατάφερε να επιβληθεί πλανητικά ως αντιστάθμισμα στις δήθεν εγγενείς αδυναμίες της σύγχρονης δημοκρατίας και ως ένα αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση των εχθρών της: το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας και ρευστότητας ευνοεί συνήθως τις πιο συντηρητικές πολιτικές επιλογές των πολιτών, οι οποίοι τρομοκρατημένοι στρέφονται σε αντιδραστικούς πολιτικούς ηγέτες που δημαγωγικά τους υπόσχονται ασφάλεια και σταθερότητα, με αντίτιμο βέβαια τη «θυσία» κάποιων συστηματικά απαξιωμένων κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών.

Η καλλιέργεια και η εσωτερίκευση ασαφών απειλών σε συνδυασμό με την ευκολία με την οποία οι τρομοκρατημένοι πολίτες αντιδρούν, παραχωρώντας «οικειοθελώς» τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, μας αποκαλύπτουν κάποιες αδιαφανείς πτυχές της πολιτικής διαχείρισης των φοβικών μας αντιδράσεων.

Ετσι εξηγείται, για παράδειγμα, το συχνά διαπιστωμένο (από τα εκλογικά αποτελέσματα) γεγονός ότι απρόσωπες απειλές, όπως η οικολογική καταστροφή και η υπερθέρμανση του πλανήτη, δεν κινητοποιούν εξίσου τους ψηφοφόρους με τα συντηρητικά κόμματα που υπόσχονται την εξάλειψη του μεταναστευτικού προβλήματος.

Η «εξήγηση» των περισσότερων πολιτικών ψυχολόγων είναι ότι είμαστε βιολογικά προδιαθετειμένοι στο να «προσωποποιούμε» και να μεταθέτουμε τα προβλήματά μας στους «άλλους».

Συνεπώς έχουμε την τάση να αναγνωρίζουμε ευκολότερα ως πρόβλημα τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και όχι τις απρόσωπες οικολογικές καταστροφές.

Αυτό το δημοφιλές εξηγητικό σχήμα ωστόσο παραβλέπει σκοπίμως την επίκτητη ξενοφοβική παιδεία των ψηφοφόρων, καθώς και το εξίσου αποφασιστικό γεγονός ότι δεν διαθέτουν επαρκή ενημέρωση για τις πραγματικές συνέπειες των οικολογικών καταστροφών.

Δύο ενδιαφέροντα βιβλία για την έννοια του φόβου




Αν και γράφτηκε το 2004, το βιβλίο αυτό θεωρείται ήδη κλασικό στην πολιτική γραμματεία και παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και προφητικό όσον αφορά την ανάλυση της νέας κοινωνικής λειτουργίας του ανθρώπινου φόβου.

Μολονότι ο φόβος υπήρξε ανέκαθεν μια κεντρική πολιτική έννοια και κυρίως ένα ανεξάλειπτο εργαλείο εξουσίας, ελάχιστα έχει μελετηθεί από την πολιτική σκέψη.

Το σκανδαλώδες αυτό κενό επιθυμεί να καλύψει αυτό το βιβλίο του Κόρεϊ Ρόμπιν, ο οποίος μέσα από μια πολύ επιδέξια ιστορική ανασυγκρότηση καταφέρνει να μας προσφέρει μια εμβριθή ανάλυση της έννοιας και της πολιτικής λειτουργίας του φόβου από τις απαρχές της νεωτερικής εποχής μέχρι σήμερα.

Διόλου περίεργο λοιπόν που η ανάλυσή του ξεκινά από το θεμελιώδες και θεμελιακό έργο του Τόμας Χομπς, Βρετανού πολιτικού φιλόσοφου του 17ου αιώνα, που πρώτος αναγνωρίζει την αποφασιστική σημασία του συναισθήματος του φόβου για την κοινωνική συνοχή και ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων.

Ακολουθεί η συστηματική παρουσίαση δύο μεγάλων Γάλλων πολιτικών φιλοσόφων, του Μοντεσκιέ και του Αλεξίς ντε Τοκβίλ, οι οποίοι ο πρώτος τον 18ο αιώνα και ο δεύτερος τον 19ο αιώνα πρότειναν μια διαφορετική από τον Χομπς εκδοχή και πολιτική λειτουργία του φόβου.

Οσο για τον εικοστό αιώνα, ο συγγραφέας εστιάζει στο έργο της Χάνα Αρεντ, η οποία ήταν η πρώτη που ανέδειξε την τρομοκρατική και απανθρωποποιητική λειτουργία του μαζικού κοινωνικού φόβου.

Αυτή η ιστορική ανασυγκρότηση της πολιτικής έννοιας του φόβου οδηγεί τον συγγραφέα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, σε μια διεξοδική ανάλυση της λειτουργίας του φόβου στις ΗΠΑ ως του βασικού πολιτικού εργαλείου χειραγώγησης και επιβολής των νέων κοινωνικών, οικονομικών και ρατσιστικών ανισοτήτων.

Ο Κόρεϊ Ρόμπιν διδάσκει Πολιτική Επιστήμη σε δύο κορυφαία δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα των ΗΠΑ, στο Brooklyn College και στο Graduate Center του City University of New York.

Σπούδασε Ιστορία στο Ρrinceton και Πολιτικές Επιστήμες στο Yale. O «Φόβος» ήταν το πρώτο βιβλίο του που βραβεύτηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Πολιτικών Επιστημών και μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως σε πολλές ξένες γλώσσες.







Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη μονογραφία, η οποία παρουσιάζει συνοπτικά τη φαινομενολογική έννοια του φόβου ως ενός πολύ βασικού και συνειδητού ανθρώπινου συναισθήματος.

Μια φαινομενικά «ξεπερασμένη» προσέγγιση των ανθρώπινων «θυμικών», δηλαδή των αμιγώς ψυχικών λειτουργιών, που θέτει σοβαρά ερωτήματα στην κυρίαρχη σήμερα «αναγωγιστική» προσέγγιση του φόβου από τις νευροεπιστήμες.

Οπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας: «Η φιλοσοφία υπήρξε διστακτική απέναντι στο φόβο. Πολλοί στοχαστές αναγνωρίζουν την παρουσία του σε καίριες στιγμές του πρακτικού μας βίου· η στάση, όμως, που υιοθετούν απέναντί του είναι συνήθως επικριτική.

«Οσον αφορά το φόβο... δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε ποτέ να είναι αξιέπαινος ή χρήσιμος», ομολογεί ο Ντεκάρτ, ακολουθώντας την παράδοση αρνητικών απόψεων περί φόβου που εγκαινίασε ο Πλάτων όταν όριζε ως αρετή την ικανότητα αντίστασης σε ό,τι πιστεύουμε ή επιθυμούμε όταν βρισκόμαστε «εν φόβοις»».

Πράγματι, για τους περισσότερους κλασικούς φιλοσόφους ο φόβος είναι «κακός σύμβουλος» της δράσης, ενώ για όλους σχεδόν τους σύγχρονους ερευνητές ο φόβος είναι αναπόσπαστο μέρος της φυσικής αντίδρασης ενός οργανισμού προς αποφυγή μιας επερχόμενης βλάβης.

Ο Αντώνης Χατζημωυσής αμφισβητεί και τις δύο αυτές απόψεις και προσεγγίζει το πολύσημο συναίσθημα του φόβου από μια φαινομενολογική σκοπιά, η οποία επιθυμεί να αναδείξει τη φύση του ως συνειδητού συναισθηματικού βιώματος.

Ο συγγραφέας λοιπόν ανασκευάζει τον ορισμό του συναισθήματος ως αμιγώς σωματικού αισθήματος καθώς και τον ισχυρισμό ότι ο φόβος είναι ένα ασυνείδητο φαινόμενο. Αναλύει την καίρια όσο και δυσερμήνευτη σχέση του φόβου με τη συμπεριφορά και περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στον ενεργητικό και τον παθητικό φόβο.

Προτείνει, τέλος, μια ερμηνεία του φόβου η οποία εμπνέεται από τη φαινομενολογική θεωρία των συναισθημάτων. Η θεώρηση που αναπτύσσει προσεγγίζει τον φόβο ως απάντηση του οργανισμού σε μια επικίνδυνη εξωγενή κατάσταση, μια θεώρηση που φιλοδοξεί να συμβάλει στην κατανόηση του συνειδητού χαρακτήρα του φόβου, της φύσης του δηλαδή ως συναισθηματικής εμπειρίας.

Πάντως σήμερα σχεδόν κανένας νευροεπιστήμονας δεν ανάγει ούτε και ταυτίζει τα φοβικά συναισθήματα με ένα εγκεφαλικό «κέντρο του φόβου».



πηγή efsyn (τρία άρθρα σε ένα)



0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου