Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

O καπιταλισμός της επιτήρησης


Ο έλεγχος στον καπιταλισμό της επιτήρησης

του Mathew Lawrence

O καπιταλισμός της επιτήρησης έχει μετασχηματίσει τις μεθόδους του τεχνοκαπιταλιστικού ελέγχου. Η εξουσία δεν ασκείται πλέον μέσω του «Πανοπτικού» του Bentham αλλά των «Like» του Zuckerberg, πηγάζοντας κυρίως όχι από τη φυσική και εξωτερική δύναμη που ασκείται στο σώμα αλλά μέσω της ευρείας ψηφιακής επιτήρησης, τα δεδομένα που παράγει και τις συμπεριφοριστικές αλλαγές που επιβάλει. Ο γάμος αυτός μεταξύ της νεοφιλελεύθερης λογικής και των τεχνολογιών γεωγραφικού εντοπισμού που παρακολουθούν τη καθημερινή ζωή έχουν οδηγήσει σε μια εκρηκτική αύξηση της καπιταλιστικής δύναμης που απειλεί τη δημοκρατία μας, θέτει τις θεμελιώδεις φιλελεύθερες αρχές και πρακτικές σε κίνδυνο, και υποβοηθά την εκρηκτική ανισότητα. Αυτή είναι η βαθύτερη ιστορία των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο Facebook/Cambridge Analytica. Το μάθημα: σε μια κοινωνία που η επιτήρηση έχει διεισδύσει παντού, χρειαζόμαστε επειγόντως μια πολιτική ικανή για την ανάπτυξη νέων μορφών δημοκρατικής δύναμης, των στοιχείων, οικονομίας μας, των εαυτών μας.

Ο Λένιν πρόβλεψε κάποτε πως θα έρθει η στιγμή που «όλη κοινωνία θα γίνει ένα εργοστάσιο». Εκείνο το μέλλον έχει φθάσει, καθώς ο κόσμος μας αναδιαμορφώθηκε για την ομαλή, αδηφάγα και ατελείωτη συσσώρευση και εμπορευματοποίηση δεδομένων. Οι σχέσεις και τα δίκτυά μας, οι φυσικές υποδομές μας, οι συσκευές μας, όλες ανακυκλώνονται για την εξαγωγή δεδομένων και το κέρδος. Οι παράγοντες που το προωθούν αυτό είναι το αστυνομικό κράτος και, και με την καίρια συνέργεια τους, οι κυρίαρχες εταιρείες ψηφιακών πλατφορμών. Ενώ τα σημαντικότερα μονοπώλια ψηφιακών πλατφορμών είναι διαφορετικά σε μορφή, έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξαγωγή και την ανάλυση δεδομένων, όλο και διερευνώμενων πτυχών της ζωής, για την παραγωγή τεράστιων οικονομικών απολαβών. Ο κοινός πόρος μας – τα δεδομένα που έχουν παραχθεί συλλογικά – είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της διαδικασίας παραγωγής κεφαλαίου, μια σύγχρονη μορφή συσσώρευσης δια μέσου της αποστέρησης. Ο στόχος τους είναι λοιπόν οικουμενικός: η περίφραξη και η νομισματοποίηση όλης της κοινωνίας μέσω της απεριόριστης συσσώρευσης και ανάλυσης των συμπεριφοριστικών δεδομένων.

Αυτές οι εταιρίες – συμπεριλαμβανομένου Facebook, Google, και της Amazon – έχουν αναπτύξει μια νέα λογική συσσώρευσης, που η Shoshana Zuboff ονομάζει «καπιταλισμό της επιτήρησης» και που ο Nick Srnicek ορίζει ως «καπιταλισμό των ψηφιακών πλατφορμών». Βρίσκονται στη κορυφή της σύγχρονης οικονομίας. Τροφοδοτημένος από μια συμμαχία της διάχυτης διείσδυσης των ψηφιακών τεχνολογιών, του χρηματοδοτικού κεφαλαίου, και μιας μορφής νεοφιλελεύθερης λογικής συνδυασμένης με το καλιφορνέζικο φιλελευθερισμό, αυτή η νέα οικονομική μορφή βασίζεται στη μονομερή επιτήρηση για να επιτρέψει στις σημαντικότερες ψηφιακές πλατφόρμες να επωφεληθούν από την μαζική ανάλυση συμπεριφοριστικών δεδομένων. Το κάνουν αυτό μέσω της παροχής αγαθών και υπηρεσιών στην ψηφιακή υποδομή τους – τη πλατφόρμα – που ενεργεί ως το πεδίο της μαζικής συλλογής πληροφοριών. Όλες οι προσπάθειές τους έχουν ως στόχο, με τα λόγια της Zuboff, «τη συγκομιδή του συμπεριφοριστικού πλεονάσματος από ανθρώπους, οργανισμούς, πράγματα, διαδικασίες, και θέσεις τόσο στον εικονικό όσο και στον πραγματικό κόσμο», και το μετασχηματισμό εκείνου του συμπεριφοριστικού δεδομένου σε κέρδος και εξουσία. Τα νέα μέσα της παραγωγής είναι συνεπώς η εφαρμογή πανίσχυρων AI (τεχνητή νοημοσύνη) και της μηχανικής μάθησης να παράγουν κερδοφόρες γνώσεις από τα στοιχεία που παράγονται μέσω της χρήσης των ψηφιακών πλατφορμών τους. Βραχυπρόθεσμα, αυτό γίνεται μέσω της πώλησης πληροφοριών που παράγονται από τα συμπεριφοριστικά δεδομένα στους διαφημιστές, μακροπρόθεσμα, είναι η εκπαίδευση της AI και των ρομποτικών συστημάτων που απειλούν την αναλυτική και φυσική έκλειψη και τον εργασιακό μας πλεονασμό.

Ο καπιταλισμός συνεπώς μεταλλάσσεται. Όπως υποστηρίζει η Zuboff, ενώ τα κέρδη πήγαζαν κάποτε από τα αγαθά και τις υπηρεσίες, έπειτα από τη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία, σήμερα αυτό γίνεται από την επιτήρηση και τη νομισματοποίηση των μαζικών συμπεριφοριστικών δεδομένων. Η πρόβλεψη είναι συνεπώς το προϊόν, η πώληση της προσοχής μας και η υπόσχεση από τις ψηφιακές πλατφόρμες ότι η αλγοριθμική δύναμή τους που παντρεμένη με τη ψηφιακή επιτήρηση μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά μας.

Η αυξανόμενη εκπλήρωση εκείνης της υπόσχεσης σημαίνει πως οι πειθαρχικοί, τιμωρητικοί θεσμοί του κράτους και του κεφαλαίου που ήταν καίριοι για τη ρύθμιση και τη λειτουργία του βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, δίνουν τη θέση τους σε πιο διεισδυτικές κατά κάποιο τρόπο πιο απόλυτες μορφές εξουσίας και ελέγχου. Οι τεχνολογίες του ψηφιοποίησης – τεχνολογίες εντοπισμού, υπολογιστικά νέφη, απέραντη υπολογιστική ισχύς, και το smartphone, η κυρίαρχη συσκευή της κοινωνίας των «Big Data» – έχουν επιτρέψει μια μορφή τεχνολογικής κυριαρχίας που αποκαλύπτει και τρέφεται από τις ψυχολογικές εκμυστηρεύσεις μας, όπως αναφέρει ο θεωρητικός Byung-Chul Han. Οι μετακινήσεις μας, τα συναισθήματα μας, τα δίκτυά μας, συχνά χωρίς ρητή συγκατάθεση, παρακολουθούνται. Είναι όμως και αυτοαποκαλυπτικά, οι ενημερώσεις στο Facebook, οι θέσεις στο Instagram, και οι αναζητήσεις στο Google παράγουν ένα πιό διευρυμένο σύγχρονο ψηφιακό πανοπτικό, μια νέα αρχιτεκτονική της συνολικής επιτήρησης και πιθανού ελέγχου. Οι βιοπολιτικές του Foucault – οι διαδικασίες και οι στρατηγικές από τις οποίες ρυθμίζεται η ανθρώπινη ζωή από ένα πειθαρχικό κράτος τη μορφή της αρχής πάνω από τη γνώση, της εξουσίας και της υποκειμενικότητας – έχουν επισκιαστεί συνεπώς από τον έλεγχο μέσω του «datafication» και του αυτοεπιτηρούμενου υποκειμένου.

Συγχρόνως, η διείσδυση της συνδεσιμότητας, η σύλληψη δεδομένων, και η αλγοριθμική ανάλυση διαβρώνουν τα διακριτά τμήματα της κοινωνίας, ζωτικής σημασίας στο φιλελευθερισμό, και υποβιβάζουν τις ευδιάκριτες μορφές αξιολόγησης και μέτρησης σε μια που κυριαρχείται από το «Like». Υπό αυτή την έννοια, η απεριόριστη προσπάθεια του καπιταλισμού της επιτήρησης και των κυρίαρχων ψηφιακών πλατφορμών της να εσωκλείσουν και να «ξέρουν» τα υποκείμενα και τις συμπεριφορές τους, είναι η αποθέωση του νεοφιλελεύθερης λογικής, η οποία επιδιώκει οικονομοποίηση της κοινωνίας και τον ευνουχισμό της αβέβαιης, αισιόδοξης γονιμότητας της πολιτικής ζωής. Η παρατήρηση της Wendy Brown ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η κωδικοποίηση όλων των τομέων δραστηριότητας μέσα σε έναν οικονομικό κατάλογο, που μετασχηματίζει κάθε δράση σε μια δράση αγοράς, βρίσκει την καλύτερη έκφρασή του (μέχρι στιγμής) στο γεγονός ότι σχεδόν ψηφιακές δραστηριότητες μετασχηματίζονται σε μια κερδοσκοπική πράξη, μια οικονομική ροή, για τους γίγαντες των ψηφιακών πλατφορμών. Όλες οι πράξεις γίνονται πράξεις αγοράς, όλες οι ενέργειες που γράφονται τελικά σε έναν οικονομικό κατάλογο, όλη η κοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο ψηφιακής εργασίας και μηχανή συσσώρευσης. Ο Homo digitalus υπό τον καπιταλισμό της επιτήρησης είναι αναπόφευκτα και homo economicus.

Θεμελιώδεις φιλελεύθερες αξίες και κανόνες κατά συνέπεια απειλούνται από το γάμο της απεριόριστης φιλοδοξίας των γιγάντων των ψηφιακών πλατφορμών με τη δυνατότητά τους να μετασχηματίζουν δεδομένα σε προϊόντα για την πρόβλεψη και τη χειραγώγηση. Αν ο πλούτος και ο σκοπός αυτών των εταιριών παράγονται απευθείας από τη δυνατότητά τους να αλλάζουν και να παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη συμπεριφορά με μαζικό τρόπο, τότε η ιδιωτικότητα, η αυτονομία, και η δημοκρατική κυριαρχία τίθενται σε κίνδυνο. Το ενδιαφέρον, και οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις αυτό στηρίζει, διαβρώνονται. Στη σύγχρονη κοινωνία δεν μπορούμε παρά να χρησιμοποιήσουμε την ψηφιακή υποδομή που ελέγχουν. Αν κάνοντας το όμως παρέχουμε έτσι τα μέσα με τα οποία ορισμένοι προνομιούχοι παράγοντες μπορούν να παρέμβουν, να χειραγωγήσουν, και να αναδιαμορφώσουν την κοινωνία τότε η αυτοδιάθεση, μεμονωμένα και συλλογικά, απειλείται. Φυσικά, ζούμε ακόμα σε μια κοινωνία της ιδιωτικότητας, αυτοδιάθεσης και αυτονομίας, απλά κατανέμεται ανομοιόμορφα. Οι μεγάλοι άρπαγες δεδομένων, που συσσωρεύουν χωρίς τέλος, είναι οι ίδιοι αδιαφανείς, το παράδειγμα της «κοινωνίας μαύρων κουτιών». Αυτή η βαθιά ανισότητα υπονομεύει την ακεραιότητα της δημοκρατίας.

Η διπλή ικανότητα του καπιταλισμού της επιτήρησης και των ψηφιακών παραγόντων της – ότι επεκτείνει ταυτόχρονα τη δυνατότητά μας να συνδεθούμε και να εξερευνήσουμε αλλά και συμβάλλει στο μεγαλύτερο περιορισμό της ελευθερίας – αντανακλάται στο νεοφιλελευθερισμό συνολικά. Αφ’ ενός, μας προσφέρεται ένας κόσμος καταναλωτικής επιλογής και φαινομενικά απεριόριστων αλληλεπιδράσεων. Από την άλλη, όμως είμαστε υποδουλωμένοι από το χρέος που αποστερεί το μέλλον, η αυτονομία και η αξιοπρέπεια υποσκάπτονται από τις τεχνολογίες που αναδιαμορφώνουν την εργασία και τον πολιτισμό, και η ανισότητα γίνεται ολιγαρχική. Και στις κοινότητες, τους εργασιακούς χώρους και τις οικογένειες σε ολόκληρη τη χώρα, οι άνθρωποι στερούνται το σημαντικό έλεγχο πάνω στις ζωές τους καθώς ο νεοφιλελευθερισμός έχει υποσκάψει τους θεσμούς συλλογικού ελέγχου και απομακρύνει τις περιοχές δημοκρατικής δύναμης στην οικονομία.

Πόσο μπορούμε να αντισταθούμε στην ανελευθερία του νεοφιλελευθερισμού μέσα στις συνθήκες της συσσώρευσης δεδομένων και μονοπωλιακών ψηφιακών πλατφορμών; Εάν ο νεοφιλελευθερισμός είναι, όπως λέει ο Will Davies, «η διαφώτιση της πολιτικής από τα οικονομικά», η απάντησή μας πρέπει να είναι η ανοικοδόμησή τη δημοκρατικής δύναμης και της ικανότητάς μας να διαμορφώσουμε και να ορίζουμε τις ζωές μας. Αυτό απαιτεί μια πολιτική που υπογραμμίζει την ανάγκη για την τριβής και ζύμωσης, όχι μια ατελείωτη ομαλή συσσώρευση, η οποία τονίζει τη σημασία της διαφάνειας και των δημόσιων πραγμάτων, και είναι δύσπιστη για τις χειραφετικές αξιώσεις της τεχνολογίας ενώ εργάζεται προς έναν κόσμο όπου τέτοια ρητορική μπορεί να βρει τη πραγμάτωση της σε σημαντικές και δημοκρατικές μορφές. Ενώ τα μαθήματα από προηγούμενες μάχες με τα μονοπώλια του βιομηχανικού καπιταλισμού μας δείχνουν τα πιθανά εργαλεία της ρύθμισης, της αντιμονοπωλιακής δράσης, ή της απαγόρευσης, για την αμφισβήτηση του καπιταλισμού της επιτήρησης, είναι πιθανότερο πως εμείς θα πρέπει να αναπτύξουμε ένα νέο πλαίσιο του 21ου αιώνα για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής ψηφιακής υποδομής.

Συγκεκριμένα, απαιτεί νέα μοντέλα ιδιοκτησίας και διακυβέρνησης – των δεδομένων μας και του κεφαλαίου – που μπορεί να εκδημοκρατίσουν την οικονομία μαζικά, παράλληλα με την πιο καινοτόμο χρήση των υπαρχόντων δημόσιων θεσμών, όπως το BBC και η ψηφιακή διείσδυση του. Τον επανασχεδιασμό των μηχανισμών μέσω των οποίων η επιτήρηση παράγει κέρδος πρέπει να είναι κεντρικό σε αυτό. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την αλλαγή πλαισίου του πως τα δεδομένα συμπεριφοράς συλλέγονται, αποθηκεύονται και χρησιμοποιούνται, την αμφισβήτηση της συγκεντρωμένης φύσης των σύγχρονων μέσων παραγωγής στις κυρίαρχες ψηφιακές πλατφόρμες, και την αναδιαμόρφωση του ποιος ωφελείται από την πιθανή νομισματοποίηση των δεδομένων, επανεισάγοντας τη συλλογική διεκδίκηση στην αξία που δημιουργούμε.

Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν και ελάχιστος χρόνος. Ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι καθολικός στην πρόθεση, στοχεύοντας στη πλήρη επίβλεψη και επιρροή της συμπεριφοράς. Η φιλοδοξία των γιγάντων των ψηφιακών πλατφορμών είναι ακόρεστη και η επιρροή τους, όπως δείχνουν οι αποκαλύψεις, συχνά ολέθριες. Φοβού Καλιφορνέζους και δώρα φέροντες. Δεν έχουν χαθεί όλα όμως. Όπως σωστά υποστήριξε η Robin Murray, οι ίδιες τεχνολογίες που υποστηρίζουν τις τρέχουσες μορφές νεοφιλελεύθερου ελέγχου μπορούν να διευκολύνουν νέους τρόπους συνεργασίας και δημοκρατικής δύναμης εάν έχουμε τη φιλοδοξία, τη στρατηγική, και την πολιτική να μετασχηματίσουμε τη χρήση τους. Αυτός είναι λοιπόν ο στόχος: να αντικατασταθούν οι περιορισμένες και άνισες επιλογές της κοινωνίας του «Like» με μια βαθύτερη, περισσότερο εμπλουτισμένη και πιο ακατάστατη δημοκρατική ζωή, όπου οι τεχνολογίες εμβαθύνουν και επεκτείνουν την ανθρώπινη ελευθερία.




Άρθρο που δημοσιεύτηκε στη σελίδα Political EconomyResearch Centre. Ο Mathew Lawrence είναι ερευνητής του IPPR. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. Πηγή null


0 σχόλια (+add yours?)

Δημοσίευση σχολίου