Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

1968, όταν το κομμουνιστικό κόμμα σταμάτησε μια επανάσταση


του Mitchell Abidor

Για πενήντα χρόνια, τα γεγονότα των του Μαΐου-Ιουνίου του 1968 στη Γαλλία είχαν έναν συλλογικό ήρωα: τους απεργούς φοιτητές και εργάτες που κατέλαβαν τα εργοστάσια, τα πανεπιστήμιά τους και τα γυμνάσια τους. Είχαν επίσης έναν συλλογικό κακό, που ήταν στο ίδιο στρατόπεδο: το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) και το συνδικάτο που έλεγχε, τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), που έκαναν μαζί ότι περνούσε από το χέρι τους για να εμποδίσουν μια πιθανή επανάσταση, εμποδίζοντας τους φοιτητές και τους εργαζομένους να ενωθούν ή ακόμα και να συναναστραφούν.

Η ερμηνεία αυτή των γεγονότων βρίσκεται συχνά στα βιβλία ιστορίας, πιο πρόσφατα στο βιβλίο του Ludivine Bantigny 1968. De Grands soirs en petits matins. Το άκουγα συνεχώς από τους φοιτητές και τους αριστερούς συμμετέχοντες, από τους οποίους πήρα συνέντευξη για το βιβλίο μου προφορικής ιστορίας για το Μάη το ’68 μου May Made Me. Η Prisca Bachelet, που βοήθησε τους φοιτητές του Ναντέρ να οργανώσουν τη κατάληψη των γραφείων της διοίκησης στις 22 Μαρτίου 1968, και που ήταν παρούσα σε κάθε αποφασιστική στιγμή εκείνων των ημερών του Μαΐου-Ιουνίου, είπε για τους ηγέτες του CGT ότι «φοβόντουσαν, φοβόντουσαν την ευθύνη». Ο Joseph Potiron, ένας ριζοσπάστης αγρότης από τη Νάντ, είπε πως οι απεργίες «τελείωσαν όταν οι επικεφαλής συνδικάτου έπεισαν τους εργαζομένους να επιστρέψουν στις δουλειές τους». Για το συγγραφέα Daniel Blanchard, οι καταλήψεις ήταν απάτη: «Τα εργοστάσια καταλήφθηκαν πολύ γρήγορα, όχι από τους εργαζομένους αλλά από την τοπική ηγεσία CGT. Και αυτό ήταν ένα καίριο στοιχείο για το τερματισμό της κινητοποίησης των απεργών». Ο Éric Hazan, τότε καρδιοχειρουργός και τώρα εκδότης, είδε τις ενέργειες των κομμουνιστών ως «Προδοσία. Κανονικά. Μια κανονική προδοσία».

Υπάρχει ένα κομμάτι αλήθειας σε αυτό το χαρακτηρισμό των κομμουνιστών, όμως μόνο ένα κομμάτι: η κομματική γραμμή που τροποποιήθηκε με τα γεγονότα, οι καταλήψεις εργοστασίων και η γενική απεργία δεν θα ήταν δυνατές δίχως τη κομμουνιστική συμμετοχή. Στα τέλη Απριλίου, πριν από την αρχή των les évènements, το PCF είχε εκδώσει τις προειδοποιήσεις κατά του φιλοαναρχικού Κινήματος της 22ης Μαρτίου, που δημιουργήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ και του οποίου ηγούνταν, μεταξύ άλλων, ο Daniel Cohn-Bendit, η ηγεσία του κόμματος έδωσε οδηγίες στα επιτελεία της να εξασφαλίσουν πως οι φοιτητές δεν θα έρθουν σε επαφή με τους εργάτες των εργοστασίων αν οι φοιτητές κάνουν πορεία προς αυτά. Στις 3 Μαΐου, η κομματική εφημερίδα L’Humanité περιείχε ένα άρθρο για τους φοιτητές οι Ναντέρ «Οι ψευτοεπαναστάτες αποκαλύφθηκαν». Μέχρι όμως τις 7 Μαΐου, μέρες μόνο μετά από την αρχή της εξέγερσης στις 3 Μαΐου, η κομματική ηγεσία μιλούσε για «την αυθεντικότητα του φοιτητικού κινήματος». Οι κομμουνιστές παρόλα αυτά συνέχισαν να είναι σταθερά ενάντια στην είσοδο των φοιτητών στα κατειλημμένα εργοστάσια, αυτή η αλλαγή στη κομματική στάση άνοιξε το δρόμο ώστε την επόμενη εβδομάδα η CGT και το PCF να καλέσουν τους εργαζομένους σε εθνική απεργία και να ενωθούν με τους φοιτητές στους δρόμους. Η πρώτη σημαντική πορεία εργαζόμενων και φοιτητών ήταν τη πρώτη εργάσιμη μέρα μετά από τη βία της Νύχτας των Οδοφραγμάτων, την Παρασκευή 10 Μαΐου.

Τεράστιες πορείες στις οποίες συμμετείχαν και φοιτητές και εργάτες πραγματοποιήθηκαν, ξεκινώντας από τις 13 Μαΐου, όταν ενωθήκαν οι εργάτες με τους φοιτητές στην απεργία. Αλλά η ενότητα ήταν παραπλανητική. Ο Alain Krivine, ο ιδρυτής και ο ηγέτης του τροτσκιστικού Jeunesse Communiste Révolutionnaire, είπε για τις πορείες αυτές ότι «υπήρξαν κοινές διαδηλώσεις εργατών-φοιτητών αλλά δεν είχαμε τα ίδια συνθήματα: είχαν τα δικά τους, είχαμε τα δικά μας. Δεν υπήρξε ποτέ καμία πραγματική σύνδεση μαζί τους». Η Hélène Chatroussat, τότε τροτσκίστρια στο Voix Ouvrière από τη Ρουέν, θυμάται πως όταν πήγαν στα εργοστάσια και είδαν τους εργαζομένους που τα είχαν καταλάβει πίσω από τις πύλες, «Έλεγα στον εαυτό μου, είναι πολλοί, είναι μαζί μας… γιατί δε λένε στους σταλινιστές [το PCF] να χαθούν ώστε να μπορέσαμε να μπούμε μέσα και να μπόρεσαν και αυτοί να ενωθούν με μας;»

Πίσω από τέτοια ερωτήματα βρίσκεται η υπόθεση – κυρίαρχη μεταξύ των φοιτητών και των υποστηρικτών τους στην αριστερά – πως οι εργαζόμενοι υποστήριζαν την απαίτηση για μια νέα κοινωνία, και πως στόχευαν σε ένα νέο κόσμο, τον ίδιο νέο κόσμο με τους φοιτητές. Για τους φοιτητές και τους συμμάχους τους, που απέρριπταν ολόψυχα το PCF, ήταν οι κομμουνιστές που εμπόδιζαν τους εργάτες από το να ενωθούν με το σκοπό τους. Παρά τη διακηρυγμένη φιλοσοβιετική θέση του, το PCF δεν αρνήθηκε ποτέ ότι είχε μια πιο ρεφορμιστική προσέγγιση στην εσωτερική πολιτική από ότι είχαν οι φοιτητές. Ο Roland Leroy, ένας ηγέτης του PCF, είπε σε μια ομιλία στην Εθνοσυνέλευση στις 21 Μαΐου 1968, πως «Οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί που έχουν ως πρόγραμμα να καταστρέφουν τα πάντα και να μη χτίζουν τίποτα».

Σε αυτό όμως, οι κομμουνιστές πράγματι είχαν την υποστήριξη της μάζας των εργατών, λίγοι από τους οποίους τάχθηκαν πίσω από τη μαύρη σημαία. Ένας γαλαξίας ακροαριστερών οργανώσεων – αναρχικών, τροτσκιστικών και μαοϊκών – άκμασαν στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του ’60, όλες τους υποστηρίζαν πως αντιπροσωπεύαν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν το κομμουνιστικό κόμμα, και όχι οι μικρότερες αριστερές ομάδες ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που είχε την μεγαλύτερη διείσδυση μεταξύ των εργατικών τάξεων το 1968. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, περισσότεροι από 2.000.000 εργάτες ήταν μέλη του κόμματος στη δεκαετία του ’60, και σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Jean-Paul Molinari, όταν το 35% του γαλλικού πληθυσμού προσδιοριζόταν ως «εργατική τάξη», το 44% των μελών του PCF ήταν προλετάριοι. Από την ίδρυσή του το 1920, το PCF όχι μόνο ήταν ο πιο μαχητικός υπερασπιστής των συμφερόντων των εργατών, είχε δώσει στους εργάτες ταυτότητα, και έναν κόσμο διακριτό από αυτόν της ευρύτερης γαλλικής κοινωνίας. Οι εργάτες προσχωρούσαν στο κομμουνιστικό κόμμα επειδή μιλούσε για αυτούς.

Ότι το PCF θα προσπαθούσε να ελέγξει τα μέλη του μετά βίας αποτελούσε έκπληξη. Οι ιδιαίτεροι κανόνες των κομμουνιστών για τη κομματική πειθαρχία και τη προσκόλληση στη κομματική «γραμμή», ποιο πολιτικό κόμμα δεν θα έκανε το ίδιο; Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι τα μέλη του στάθηκαν δίπλα από την ηγεσία. Ο κινηματογραφιστής και μέλος του PCF Pascal Aubier μου μίλησε για το σύντομο φλερτ του με μια ομάδα που ονομάζονταν Pouvoir Ouvrier, μια παραφυάδα του μικρού αλλά επιδραστικού Socialisme ou Barbarie. Είπε ότι συμμετείχε σε μια συνέλευση, όπου διαπίστωσε ότι «υπήρχαν περίπου τριάντα άνθρωποι εκεί. Και υπήρχε ένας εργάτης. Αυτός με εξέπληξε. Είπα στον εαυτό μου, «δε μπορούμε να κάνουμε επανάσταση δίχως την εργατική τάξη». Όσο απλοϊκό και αν ακούγεται, το PCF αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη, και έτσι εντάχθηκα σε αυτό».

Ο Krivine, που διώχθηκε από το PCF το 1965, πάλεψε με νύχια και με δόντια ενάντια το σφιχτό κράτημα των εργαζόμενων από τους κομμουνιστές. Ήταν όμως ειλικρινής για το χάσμα μεταξύ των εργαζομένων και των φοιτητών: «Ακόμα κι αν ήμουν gauchiste (αριστεριστής) τότε, δεν έβλεπα την εργατική τάξη να μας ακολουθεί. Και όταν λέγαμε εμείς, ή ο Cohn-Bendit ή ο Geismar, «Εξουσία στο λαό», οι εργάτες έλεγαν, «Είστε βλαμμένοι;»

Η καχυποψία και η δυσπιστία του μέσου εργαζομένου για τους φοιτητές και τις ριζικές απαιτήσεις τους κατά τη διάρκεια του Μαΐου, ανέλυσε σε μένα η Colette Danappe, η οποία δούλευε σε ένα εργοστάσιο έξω από το Παρίσι. Αφού μου είπε ότι η πολιτική δεν έγινε ποτέ θέμα συζήτησης στο κατειλημμένο εργοστάσιό της, ρώτησα εάν οι φοιτητές πήγαν εκεί. Είπε ότι, και ότι αυτή και οι συνάδελφοί της απέρριψαν τους φοιτητές «επειδή ήρθαν με κόκκινες σημαίες που έβαλαν επάνω γύρω από το εργοστάσιο. Οι φοιτητές ενδιαφέρονταν περισσότερο για την πάλη, ενδιαφέρθονταν για την πολιτική, και αυτό δεν ήταν για μας». Όσο για το αν ενδιαφέρονταν για κάτι εκτός των υλικών απαιτήσεων: «Όχι, οι εργάτες στο εργοστάσιο δεν νοιάζονταν, και τους ακολούθησα και εγώ».

Ακόμη και απλοί εργάτες που στήριζαν πως οι απεργίες και οι καταλήψεις έπρεπε να επεκταθούν περισσότερο από τώρα και επιδίωκαν ευρύτερη κοινωνική αλλαγή, συνάντησαν αντίσταση από τους συναδέλφους τους. Ο Daniel Pinos, έφηβος αναρχικός και γιος ενός εξόριστου Ισπανού αναρχικού, αφηγήθηκε ότι ενώ ο πατέρας του ήλπιζε για επανάσταση, όταν ο Daniel έκανε αντικαπιταλιστικές ομιλίες στις Γενικές Συνελεύσεις του εργοστασίου του στη Βιλαφράνς, ο πατέρας του «είχε πρόβλημα με αυτές. Θυμάμαι πως έλεγε, ‘Δεν είμαστε στην Ισπανία εδώ’».

Για τους φοιτητές και τους συμμάχους τους, είναι αδύνατο να αποδεχτούν ότι το PCF εξέφραζε αισθάνονταν αληθινά και επιθυμούσαν οι εργάτες. Εάν οι εργάτες δεν θέλησαν μια βίαια επανάσταση, θα μπορούσε παρά μόνο να οφείλεται στο ότι ήταν τα θύματα της κομμουνιστικής αποπροσανατολιστικής στάσης, δεν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο από τη καθοδήγηση και την υποστήριξη των φοιτητών στις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις τους για να ταξιδέψουν στον πραγματικό επαναστατικό δρόμο. Η εκδοχή αυτή του Μάη το ‘68 λέει περισσότερα για τη ξεπερασμένη, ρομαντική ouvriérisme (εργατοκρατία) των φοιτητών από οτιδήποτε άλλο. Ο Krivine περιέγραψε τον έρωτα με την εργατική τάξη που κυριαρχούσε στο κόσμο των φοιτητών:

«Ήμασταν στη Σορβόννη, ήταν γενική συνέλευση με όλους να φωνάζουν, και είπα εντάξει, πάμε στη Renault, στο οποίο χειροκρότησαν όλοι. ‘Θα πάμε να δούμε τους εργάτες!’. Και όποτε μιλούσε ένας εργάτης δεν είχε σημασία, θα μπορούσε να είναι μεθυσμένος, λούμπεν… Ήταν διακοσμητικός εργάτης, μερικοί αδέσποτοι εργάτες, ήταν θλιβερό: οι φοιτητές ήταν όλοι ενθουσιασμένοι».

Για τους φοιτητές και την ακροαριστερά, η αποδοχή της Συμφωνίας του Γκρενέλ, που έληγε τις απεργίες με τη χορήγηση των αυξήσεων 35% στο βασικό μισθό και μιας αύξησης 10% στους μισθούς, ήταν μια προδοσία που επιβλήθηκε από τη συνδικαλιστική ηγεσία. Ο Henri Simon, ένας παλιός αγωνιστής της αντιεξουσιαστικής αριστεράς, είπε ότι «η ψηφοφορία για την επιστροφή στη δουλειά ήταν απάτη». Αλλά η Danappe είδε το τέλος της απεργίας θετικά: «Πήραμε σχεδόν όλα όσα θέλαμε και σχεδόν όλοι ψήφισαν να επιστρέψουν». Όταν ρώτησα αν η ζωή της άλλαξε μετά το Μάη, η απάντησή της ήταν, «Ήμασταν ίσως λίγο πιο ευτυχισμένοι, επειδή είχαμε περισσότερα χρήματα. Ήμασταν σε θέση να ταξιδέψουμε». Για την Danappe, αυτό ήταν νίκη από μόνο του.

Η υποτίμηση των μισθολογικών απαιτήσεων και κερδών συνεχίζει να είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των απολογισμών του Μαΐου από τα αριστερά, όπως ήταν από την ίδια τη στιγμή που έληξε η απεργία. Πολλοί υποστήριξαν ότι η αξία των κερδών μετά βίας ισοστάθμιζαν τις θυσίες των εργαζομένων και την απώλεια εισοδήματος που είχαν υποστεί απεργώντας για αρκετές εβδομάδες. Ο συμβιβασμός ήταν σε μεγάλο βαθμό δουλειά των κομμουνιστών στελεχών του συνδικάτου και τον υποστήριξαν έντονα και για το λόγο αυτό, οι αριστεροί έπρεπε να τον παρουσιάσουν ως ήττα. Είναι σαφές όμως πως για τους εργαζομένους, οι αυξήσεις μισθών άξιζαν το κόπο. Αυτό, από την πρώτη στιγμή, ήταν για το PCF, μαζί με το τέλος της γκωλικής εξουσίας, ο πρωταρχικός στόχος. Ότι η αύξηση των μισθών κερδήθηκε χάρη σε μια εξέγερση που περιλάμβανε πολύ ριζικότερα αιτήματα, είναι ειρωνεία της ιστορίας. Η επίτευξη του δεύτερου στόχου ήταν άλλο θέμα, και ο De Gaulle εγκατέλειψε την εξουσία, μόνο όταν οι αλλαγές που πρότεινε για τη Γερουσία και τη τοπική διακυβέρνηση καταψηφίστηκε σε δημοψήφισμα, ένα χρόνο αργότερα. Δεν είναι λάθος να δούμε την απόρριψη του De Gaulle ως μια καθυστερημένη συνέπεια της επανάστασης του προηγούμενου χρόνου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μια κυβέρνηση στην οποία ηγέτης ήταν ο πρώην πρωθυπουργός του, Georges Pompidou – έτσι ήταν μια ήττα για το στρατηγό, παρά για τον ίδιο το γκωλισμό.

Για τους κομμουνιστές, οι ευρύτερες απαιτήσεις ήταν απλά απερισκεψία, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες. Η παρομοίωση της κατάστασης το 1968 με τη γενική απεργία του 1936 ήταν ένα ανιστόρητο λάθος πολιτικής ανάλυσης για κάποιον όπως ο Guy Texier, ηγέτης της CGT στα ναυτικά ναυπηγεία του Σαιν-Νεζαίρ. Στα οφέλη που κερδήθηκαν στη δεκαετία του ’30, όπως οι πληρωμένες διακοπές, χορηγήθηκαν από το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum – μια σοσιαλιστική κυβέρνηση – προσθέτοντας πως «το Μάη του ‘68 δεν το είχαμε αυτό». Κατά την άποψη του Texier, η κομμουνιστική προσέγγιση ήταν σωστή: «Δεν δεχτήκαμε το κίνημα υπέρ των εργατικών αιτημάτων να ακολουθήσει το πολιτικό κίνημα. Δεν υπήρξε καμία προοπτική… τότε για μια αριστερή πολιτική». Οι κομμουνιστές μπορεί να ήταν κακοί επαναστάτες, αλλά ήταν πολιτικά έξυπνοι. Ήξεραν τους εργάτες, ήξεραν για τι θα πάλευαν, και τους έδωσαν αυτό που ήθελαν.

Η ακροαριστερά απέρριψε τις κοινοβουλευτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο μετά τη διάλυση της εθνοσυνέλευσης από το De Gaulle στις 30 Μαΐου ως «trahison» (προδοσία) και «piège à cons» (παιχνίδι για ηλίθιους). Αλλά οι εκλογές σε μια δημοκρατική κοινωνία λειτουργούν ως ενδείξεις του πολιτικού κλίματος, και ήταν μια συντριπτική νίκη για το De Gaulle. Για έναν κομμουνιστικό μαθητή γυμνασίου όπως ο Dominique Barbe, η συντριπτική πλειοψηφία για την επιστροφή στην εργασία και τα εκλογικά αποτελέσματα «επικύρωσαν τη θέση μας ότι δεν υπήρχε καμία πολιτική εναλλακτική λύση εκείνη την στιγμή».

Ακόμα κι έτσι, ο Wally Rosell, ένας αναρχικός τρίτης γενιάς και ένα ακόμη παιδί προσφύγων από του ισπανικού εμφύλιου πόλεμου, μου είπε για αυτό που θεωρούσε ένα από τα θετικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του Μαΐου: «Η πτώση του κομμουνισμού και του μαρξισμού, τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη, αρχίζει με το Μάη του ’68. Είναι η πρώτη φορά που ένα κομμουνιστικό κόμμα προσπεράστηκε από την αριστερά και φάνηκε προδότης». Υπονόησε αυτό το σημείο λέγοντας πως πήρε λίγο καιρό ακόμη για να γίνει η προδοσία ξεκάθαρη – στη πράξη, το 1969 το PCF αύξησε το μερίδιό του στις προεδρικές εκλογές (μετά την παραίτηση του De Gaulle) σε 21.27%, πάνω από το 20% στις εκλογές μετά το Μάη του 1968.

Ο Rosell είναι απολύτως σωστός πως το 1968 ήταν η οριστική απόδειξη, αν μια τέτοια απόδειξη ήταν ακόμη απαραίτητη, πως το κομμουνιστικό κόμμα δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για να πάρει την εξουσία μέσω επανάστασης. Έδειξε όμως πως ακόμη και έτσι πως το PCF ήταν η τέλεια εικόνα της τάξης που αντιπροσώπευσε, και αντίστροφα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ένας από τους δημιουργούς του Socialisme ou Barbarie και ένα ακόμα μέλος της ακροαριστερας, έγραψε σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια των γεγονότων:

«Στη Γαλλία το Μάη του ‘68 το βιομηχανικό προλεταριάτο δεν ήταν η επαναστατική εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας, αλλά μάλλον η δυσκίνητη οπισθοφυλακή της. Αν το φοιτητικό κίνημα επιτέθηκε στους ουρανούς, αυτό που κόλλησε την κοινωνία στη γη… ήταν η στάση του προλεταριάτου, η παθητικότητά του όσον αφορά την ηγεσία του και το καθεστώς, η αδράνειά του, η αδιαφορία του σε κάθε τι που δεν ήταν οικονομική απαίτηση».

Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το PCF άρχισε να περνά στη πολιτική ανυπαρξία, και ως το 2002, το ποσοστό του στις προεδρικές εκλογές είχε βυθιστεί σε 3.39%. Ως τότε, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε απομονωθεί με την φιλοσοβιετική του πίστη του μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, είχε πάψει να αποτελεί σημαντική δύναμη στη γαλλική πολιτική. Αλλά η προλεταριακή δυσαρέσκεια δεν είχε τελειώσει, και όπως σε μεγάλο τμήμα της Δύσης, οι ζωές και η ευημερία των εργατικών τάξεων γίνονταν όλο και περισσότερο αβέβαιες. Το σοσιαλδημοκρατικό κεντρισμός του μιττερανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (CP) έκανε ελάχιστα για τους εργαζομένους, η τελευταία κυβέρνηση του Hollande έκανε ακόμα λιγότερο. Με την ισχυρή bobo (αστο-μποέμικη) στάση και τους προεξέχοντες ανακυκλωμένους soixante-huitards (ΣτΜ γενιά του ’68) στα ανώτερα κλιμάκιά του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήρθε να ενσαρκώσει όλα αυτά για τα οποία υποψιάζονταν τους φοιτητές του ‘68 οι εργάτες.

Η απογοήτευση απαιτεί έκφραση, και το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (FN) έγινε ο εκφραστής της. Το PCF είχε προετοιμάσει τον δρόμο για το κόμμα των Le Pen, και το FN πήρε τη θέση του στη γαλλική πολιτική. Δεν είχε υπερασπίστεί με συνέπεια το PCF τις γαλλικές εργασίες και τις γαλλικές βιομηχανίες, φτάνοντας πίσω μέχρι τον ιστορικό ηγέτη του κόμματος Maurice Thorez στις αρχές μεταπολεμικής περιόδου; Αργότερα, το 1980, ο κομμουνιστή δήμαρχος του Βιτρυ δεν κατεδάφισε τα σπίτια των μεταναστών τη περίοδο των Χριστουγέννων; Και ο γενικός γραμματέας Georges Marchais του PCF δεν έκανε εκστρατεία για την προεδρία το 1981 με το σύνθημα «Σταματήστε τη μετανάστευση, νόμιμη και παράνομη»; Ήταν ο ίδιος Georges Marchais που, στις 3 Μαΐου 1968, την ίδια μέρα που άρχισε η εξέγερση, κάνοντας έκκληση στην ξενοφοβία εργατικών τάξεων αποκήρυξε τον Daniel Cohn-Bendit στις σελίδες της L’Humanité ως «Γερμανό αναρχικό».

Μόλις έχασε το PCF ως διαμεσολαβητικό εργαλείο για την έκφραση της δυσαρέσκειας της, η γαλλική εργατική τάξη εκπλήρωσε την προειδοποίηση του Herbert Marcuse από το 1972 ότι «Η άμεση έκφραση της άποψης και της θέλησης των εργαζομένων, των αγροτών, των γειτόνων – εν ολίγοις των ανθρώπων – δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, προοδευτική και μια δύναμη κοινωνικής αλλαγής: μπορεί να είναι το αντίθετο». Το PCF κατάλαβε αυτόν τον λανθάνοντα συντηρητισμό στην εργατική τάξη του 1968. Η Νέα Αριστερά του φοιτητικού κινήματος όχι τόσο. Στο τέλος, είχε μόνο εργατοκρατία δίχως εργάτες (ouvriérisme sans ouvrier).



Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού The New York Review of Books. Ο Mitchell Abidor είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. Πηγή null.

Διαβάστε: Mitchell Abidor «May Made Me: An Oral History of the 1968 Uprising in France» (AK Press 2018)

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Murray Bookchin: Ο μύθος του κόμματος



του Murray Bookchin

Οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν γίνονται από τα κόμματα, τις ομάδες, ή τα επιτελεία. Συμβαίνουν ως αποτέλεσμα των βαθιά ριζωμένων ιστορικών δυνάμεων και αντιφάσεων που ενεργοποιούν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό γνώρισμα των προηγούμενων επαναστάσεων είναι ότι άρχισαν αυθόρμητα. Ανεξάρτητα αν κάποιος επιλέγει να εξετάσει τις αρχικές φάσεις της Γαλλικής Επανάστασης το 1789, οι επαναστάσεις του 1848, η Κομμούνα του Παρισιού 1871, η επανάσταση του 1905 στη Ρωσία, η ανατροπή του τσάρου το 1917, η Ουγγρική Επανάσταση του 1956, η Γαλλική γενική απεργία του 1968, τα αρχικά στάδια είναι γενικά τα ίδια: μια περίοδος ζύμωσης που εκρήγνυται αυθόρμητα σε ένα μαζικό κύμα.

Το Λαμπρό Κόμμα, όταν υπάρχει ένα, σχεδόν πάντοτε τρέχει πίσω από τα γεγονότα. Το Φεβρουάριο του 1917, η οργάνωση των μπολσεβίκων του Πέτρογκραντ αντιτάχθηκε στην κήρυξη των απεργιών ακριβώς την παραμονή της επανάστασης που τελικά νίκησε το τσάρο. Οι εργαζόμενοι εν τέλει αγνόησαν τις μπολσεβικικές οδηγίες και έκαναν την απεργία.

Στα γεγονότα που ακολούθησαν, κανένας δεν ένοιωσε μεγαλύτερη έκπληξη για την επανάσταση από τα επαναστατικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων του μπολσεβίκων.


Η ιεραρχία της εξουσίας


Καθώς το κόμμα διευρύνεται, η απόσταση μεταξύ της ηγεσίας και των μελών αυξάνεται σταθερά. Οι ηγέτες του όχι μόνο γίνονται περσόνες, αλλά χάνουν και την επαφή με την κατάσταση διαβίωσης κατωτέρω. Οι τοπικές ομάδες, που ξέρουν την άμεση κατάστασή τους καλύτερα από οποιοδήποτε απομακρυσμένο ηγέτη, είναι υποχρεωμένες να υποτάξουν τις ιδέες τους στις οδηγίες άνωθεν.

Η ηγεσία, στερούμενης οποιασδήποτε άμεσης γνώσης των τοπικών προβλημάτων, αποκρίνεται αργά και επιφυλακτικά. Αν και αξιώνει την ευρύτερη εικόνα, τη μεγαλύτερη θεωρητική ικανότητα, η ηγετική ικανότητα τείνει να μικραίνει όσο ανεβαίνει στην διοικητική ιεραρχία.

Όσο περισσότερο πλησιάζει κάποιος στο επίπεδο όπου λαμβάνονται οι πραγματικές αποφάσεις, τόσο πιο συντηρητικός είναι ο τρόπος λήψης αποφάσεων, όσο πιο γραφειοκρατικοί και εξωγενείς είναι οι παράγοντες που εμπλέκονται, τόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το γόητρο και την περιχαράκωση αντικαθιστούν τη δημιουργικότητα, τη φαντασία, και την ανιδιοτελή αφοσίωση στους επαναστατικούς στόχους.

Το αποτέλεσμα είναι ότι το κόμμα γίνεται λιγότερο αποδοτικό από επαναστατική άποψη, όσο αυτό επιδιώκει την αποδοτικότητα στην ιεραρχία, τα επιτελεία, και το κεντρικό σχεδιασμό. Αν και όλοι συντάσσονται, οι διαταγές συνήθως είναι λάθος, ειδικά όταν τα γεγονότα αρχίζουν να εξελίσσονται γρήγορα και παίρνουν απροσδόκητες κατευθύνσεις, όπως γίνεται σε όλες τις επαναστάσεις.

Το κόμμα είναι αποδοτικό από μόνο μια άποψη: στο να διαμορφώσει την κοινωνία σύμφωνα με την δική του ιεραρχική εικόνα αν η επανάσταση πετύχει. Δημιουργεί τη γραφειοκρατία, το συγκεντρωτισμό, και το κράτος. Εκτρέφει τις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες που δικαιολογούν αυτό το είδος κοινωνίας. Έτσι, αντί [κατά τη μαρξιστική έννοια] να μαραζώσει, το κράτος που ελέγχεται από το Λαμπρό Κόμμα συντηρεί τις ίδιες τις συνθήκες που απαιτούν την ύπαρξη ενός κράτους και ενός κόμματος για να το περιφρουρήσει.

Από την άλλη, αυτό το είδος κόμματος είναι εξαιρετικά τρωτό στις περιόδους καταστολής. Η αστική τάξη χρειάζεται μόνο να πάρει την ηγεσία του για να καταστρέψει ουσιαστικά ολόκληρο το κίνημα. Με τους ηγέτες του φυλακισμένους ή κρυμμένους, το κόμμα παραλύει, τα υπάκουα μέλη δεν έχουν κανένα για να υπακούσουν και τείνουν να αποπροσανατολίζονται. Η αποκαρδίωση έρχεται γρήγορα. Το κόμμα αποσυντίθεται όχι μόνο λόγω της καταπιεστικής του ατμόσφαιράς αλλά και λόγω των φτωχών εσωτερικών πόρων του.


Το συγκεντρωτικό κόμμα

Δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά ότι οι μπολσεβίκοι έτειναν σε τέτοιο συγκεντρωτισμό που το κόμμα τους απομονώθηκαν από την εργατική τάξη. Η σχέση αυτή έχει ερευνηθεί ελάχιστα μεταξύ των όψιμων λενινιστικών κύκλων, αν και ο Lenin ήταν αρκετά έντιμος ώστε να την αναγνωρίσει. Η Ρωσική Επανάσταση δεν είναι μόνο η ιστορία του μπολσεβικικού κόμματος και των υποστηρικτών του. Κάτω από το επίχρισμα των επίσημων γεγονότων που περιεγράφηκαν από τους σοβιετικούς ιστορικούς υπήρξε μια άλλη, πιο βασική εξέλιξη – το αυθόρμητο κίνημα των εργατών και των ριζοσπαστών αγροτών, η οποία διαφώνησε αργότερα έντονα με τις γραφειοκρατικές πολιτικές των μπολσεβίκων.

Με τη συντριβή του τσάρου το Φεβρουάριο του 1917, οι εργαζόμενοι σε ουσιαστικά όλα τα εργοστάσια της Ρωσίας καθιέρωσαν αυθόρμητα τις επιτροπές εργοστασίων, διεκδικώντας μεγαλύτερη συμμετοχή στις βιομηχανικές διαδικασίες. Τον Ιούνιο του 1917, ένα Πανρωσικό Συνέδριο των Επιτροπών Εργοστασίων έγινε στο Πέτρογκραντ, που απαίτησε από τη «οργάνωση του αυστηρού εργατικού ελέγχου στην παραγωγή και τη διανομή». Τα αιτήματα αυτής της διάσκεψης σπάνια αναφέρονται στους λενινιστικούς απολογισμούς της ρωσικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι η διάσκεψη συντάχθηκε με τους μπολσεβίκους.

Ο Leon Trotsky, που περιγράφει τις επιτροπές εργοστασίων ως την «αμεσότερη και αναμφίβολη αντιπροσώπευση του προλεταριάτου σε ολόκληρη τη χώρα», τις αναφέρει μόνο περιφερειακά στην ογκώδη, τρίτομη ιστορία του της επανάστασης. Ήταν όμως τόσο σημαντικές αυτοί οι αυθόρμητοι οργανισμοί αυτοδιαχείρισης που Lenin, που παλεύοντας να κερδίσει τα σοβιέτ το καλοκαίρι του 1917, ήταν πρόθυμος να φωνάξει το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ» για «Όλη η εξουσία στις επιτροπές εργοστασίων».

Αυτή η απαίτηση θα είχε σπρώξει τους μπολσεβίκους σε μια απόλυτα αναρχοσυνδικαλιστική θέση, αν και είναι αβέβαιο ότι θα είχαν παραμείνει σταθεροί σε αυτή για πολύ.

Στην Ουκρανία, οι αγρότες επηρεασμένοι από τις αναρχικές πολιτοφυλακές του Nestor Makhno ίδρυσαν πλήθος αγροτικών κοινοτήτων, που λειτουργούσαν σύμφωνα με το κομμουνιστικό αξίωμα: «Από το καθένα σύμφωνα με τη δυνατότητά του, στο καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αλλού, στο Βορρά και στη σοβιετική Ασία, αρκετοί χιλιάδες από αυτούς τους οργανισμούς ιδρύθηκαν εν μέρει από τις πρωτοβουλίες των Αριστερών Κοινωνικών Επαναστατών, και σε μεγάλο βαθμό λόγω των παραδοσιακών τάσεων κολεκτιβισμού που προέρχονταν από το ρωσικό χωριό, το mir.

Μικρή σημασία έχει αν αυτές οι κοινότητες ήταν πολυάριθμες ή αγκάλιασαν μεγάλο αριθμό αγροτών, η ουσία είναι ότι ήταν αυθεντικοί δημοφιλείς οργανισμοί, οι πυρήνες ενός ηθικού και κοινωνικού πνεύματος που κινήθηκε πολύ πάνω από τις αποκτηνωμένες αξίες της αστικής κοινωνίας.


Οι Κομμούνες καταστέλλονται


Οι μπολσεβίκοι αποδοκίμαζαν αυτούς τους οργανισμούς από την αρχή και τους καταδίκασαν. Για τον Lenin, η προτιμημένη, η πιο σοσιαλιστική μορφή γεωργικής επιχείρησης αντιπροσωπεύονταν από το κρατικό αγρόκτημα: κυριολεκτικά ένα γεωργικό εργοστάσιο στο οποίο το κράτος ήταν ιδιοκτήτης της γης και του αγροτικού εξοπλισμού, που διόριζε τους διευθυντές που προσλάμβαναν τους αγρότες με μισθωτή σχέση. Κάποιος μπορεί να δει σε αυτή την στάση απέναντι στον εργατικό έλεγχο και τις γεωργικές κοινότητες ουσιαστικά το αστικό πνεύμα και νοοτροπία που διαπότιζαν το μπολσεβικικό κόμμα, ένα πνεύμα και μια νοοτροπία που προέρχονταν όχι μόνο από τις θεωρίες του, αλλά και από τον εταιρικό τρόπο οργάνωσής του.

Το Δεκέμβριο του 1918, ο Lenin ξεκίνησε μια επίθεση ενάντια στις κοινότητες με την πρόφαση ότι οι αγρότες εξαναγκάζονταν να συμμετέχουν σε αυτές. Στην πράξη, ελάχιστη αν όχι καθόλου πίεση χρησιμοποιήθηκε για να οργανωθούν αυτές οι κομμουνιστικές μορφές αυτοδιαχειρισμού. Οι κοινότητες δεν καταστράφηκαν αλλά η ανάπτυξή τους περιορίστηκε έως ότου ο Στάλιν συγχώνευσε ολόκληρο το σύστημα στην αναγκαστική κολεκτιβοποίηση στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ` και στις αρχές του ’30.

Ως το 1920, οι μπολσεβίκοι είχαν απομονωθεί από τη ρωσική εργατική τάξη και την αγροτιά. Η εξαφάνιση εργατικού του ελέγχου, η καταστολή της μαχνοβίτσας, η περιοριστική πολιτική ατμόσφαιρα στη χώρα, η διογκωμένη γραφειοκρατία, η συντριπτική υλική φτώχια που κληρονομήθηκε από τα χρόνια του εμφύλιου πόλεμου – όλα μαζί, συνολικά, παρήγαγαν μια βαθιά εχθρότητα προς την μπολσεβίκικη διακυβέρνηση.

Έχουμε συζητήσει αυτά τα γεγονότα λεπτομερώς επειδή οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που η όψιμη συγκομιδή μαρξιστών-λενινιστών τείνει να αποφύγει: το μπολσεβικικό κόμμα έφθασε στο μέγιστο βαθμό συγκεντρωτισμού, στην εποχή του Lenin όχι για να επιτύχει μια επανάσταση ή να καταστείλει την αντεπανάσταση της Λευκής Φρουράς, αλλά για να κάνει μια δική του αντεπανάσταση ενάντια στις ίδιες τις κοινωνικές δυνάμεις που διακήρυττε πως αντιπροσώπευε.

Οι διαφοροποιήσεις ήταν απαγορευμένες και ένα μονολιθικό κόμμα δημιουργήθηκε όχι για να αποτρέψει μια καπιταλιστική αποκατάσταση, αλλά για να περιορίσει το μαζικό εργατικό κίνημα των για τη σοβιετική δημοκρατία και την κοινωνική ελευθερία.


Τα μέσα υποκαθιστούν το σκοπό


Τα σοβιέτ αντικατέστησαν τους εργάτες και τις επιτροπές εργοστασίων τους, το κόμμα αντικατέστησε τα σοβιέτ, η Κεντρική Επιτροπή αντικατέστησε το κόμμα, και το Πολιτικό Γραφείο αντικατέστησε την Κεντρική Επιτροπή. Με λίγα λόγια, τα μέσα υποκατέστησαν το σκοπό.

Αυτή η απίστευτη αντικατάσταση του περιεχομένου με τη μορφή είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα του μαρξισμού-λενινισμού.

Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφισβήτηση πως η αποτυχία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε στην απομόνωση της επανάστασης στη Ρωσία. Η υλική ένδεια της Ρωσίας, συνδιασμένη με την πίεση του περιβάλλοντος καπιταλιστικού κόσμου, αντιστρατεύτηκε σαφώς την ανάπτυξη μιας συνεπούς ελευθεριακής, και πραγματικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αλλά με κανένα τρόπο ήταν αυτό καθόρισε πως η Ρωσία έπρεπε να αναπτυχθεί σύμφωνα με την γραμμή του κρατικού καπιταλισμού, αντίθετα από τις προσδοκίες του Lenin και του Trotsky, η επανάσταση νικήθηκε από μέσα, όχι από την εισβολή στρατών από το εξωτερικό.

Αν το κίνημα από τα κάτω είχε αποκαταστήσει τα αρχικά επιτεύγματα της επανάστασης το 1917, μια πολύπλευρη κοινωνική δομή θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί, βασισμένη στον εργατικό έλεγχο της βιομηχανίας, σε μια ελεύθερα αναπτυσσόμενη αγροτική οικονομία, και μια ζωντανή αλληλεπίδραση ιδεών, προγραμμάτων, και πολιτικών κινημάτων. Τουλάχιστον, η Ρωσία δεν θα είχε φυλακιστεί στις ολοκληρωτικές αλυσίδες και ο σταλινισμός δεν θα είχε δηλητηριάσει το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, προετοιμάζοντας το έδαφος για το φασισμό και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το συγκεντρωτικό κόμμα, ένα εντελώς αστικός θεσμός, έγινε το καταφύγιο της αντεπανάστασης στη πιο απαίσια μορφή της. Αυτό ήταν η συγκεκαλυμμένη αντεπανάσταση που έντυσε τον εαυτό της με τη κόκκινη σημαία και την ορολογία του Marx. Τελικά, αυτό που οι μπολσεβίκοι κατέστειλαν το 1921 δεν ήταν μια «ιδεολογία» ή μια «συνωμοσία της Λευκής Φρουράς», αλλά μια στοιχειώδης προσπάθεια του ρωσικού λαού να ελευθερωθούν από τα δεσμά τους και να πάρουν οι ίδιοι τον έλεγχο της ζωής τους.

Για τη Ρωσία, αυτό σήμανε τον εφιάλτη της σταλινικής δικτατορίας: για την γενιά του ’30 σήμανε τη φρίκη του φασισμού και την προδοσία των Κομμουνιστικών Κομμάτων στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fifth Estate, #393, Άνοιξη 2015. Το κείμενο είναι απόσπασμα από τη μπροσούρα του M. Bookchin «Άκου Μαρξιστή». Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (Πρώτη δημοσίευση στο provo.gr)

πηγή null



Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

O καπιταλισμός της επιτήρησης


Ο έλεγχος στον καπιταλισμό της επιτήρησης

του Mathew Lawrence

O καπιταλισμός της επιτήρησης έχει μετασχηματίσει τις μεθόδους του τεχνοκαπιταλιστικού ελέγχου. Η εξουσία δεν ασκείται πλέον μέσω του «Πανοπτικού» του Bentham αλλά των «Like» του Zuckerberg, πηγάζοντας κυρίως όχι από τη φυσική και εξωτερική δύναμη που ασκείται στο σώμα αλλά μέσω της ευρείας ψηφιακής επιτήρησης, τα δεδομένα που παράγει και τις συμπεριφοριστικές αλλαγές που επιβάλει. Ο γάμος αυτός μεταξύ της νεοφιλελεύθερης λογικής και των τεχνολογιών γεωγραφικού εντοπισμού που παρακολουθούν τη καθημερινή ζωή έχουν οδηγήσει σε μια εκρηκτική αύξηση της καπιταλιστικής δύναμης που απειλεί τη δημοκρατία μας, θέτει τις θεμελιώδεις φιλελεύθερες αρχές και πρακτικές σε κίνδυνο, και υποβοηθά την εκρηκτική ανισότητα. Αυτή είναι η βαθύτερη ιστορία των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο Facebook/Cambridge Analytica. Το μάθημα: σε μια κοινωνία που η επιτήρηση έχει διεισδύσει παντού, χρειαζόμαστε επειγόντως μια πολιτική ικανή για την ανάπτυξη νέων μορφών δημοκρατικής δύναμης, των στοιχείων, οικονομίας μας, των εαυτών μας.

Ο Λένιν πρόβλεψε κάποτε πως θα έρθει η στιγμή που «όλη κοινωνία θα γίνει ένα εργοστάσιο». Εκείνο το μέλλον έχει φθάσει, καθώς ο κόσμος μας αναδιαμορφώθηκε για την ομαλή, αδηφάγα και ατελείωτη συσσώρευση και εμπορευματοποίηση δεδομένων. Οι σχέσεις και τα δίκτυά μας, οι φυσικές υποδομές μας, οι συσκευές μας, όλες ανακυκλώνονται για την εξαγωγή δεδομένων και το κέρδος. Οι παράγοντες που το προωθούν αυτό είναι το αστυνομικό κράτος και, και με την καίρια συνέργεια τους, οι κυρίαρχες εταιρείες ψηφιακών πλατφορμών. Ενώ τα σημαντικότερα μονοπώλια ψηφιακών πλατφορμών είναι διαφορετικά σε μορφή, έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξαγωγή και την ανάλυση δεδομένων, όλο και διερευνώμενων πτυχών της ζωής, για την παραγωγή τεράστιων οικονομικών απολαβών. Ο κοινός πόρος μας – τα δεδομένα που έχουν παραχθεί συλλογικά – είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της διαδικασίας παραγωγής κεφαλαίου, μια σύγχρονη μορφή συσσώρευσης δια μέσου της αποστέρησης. Ο στόχος τους είναι λοιπόν οικουμενικός: η περίφραξη και η νομισματοποίηση όλης της κοινωνίας μέσω της απεριόριστης συσσώρευσης και ανάλυσης των συμπεριφοριστικών δεδομένων.

Αυτές οι εταιρίες – συμπεριλαμβανομένου Facebook, Google, και της Amazon – έχουν αναπτύξει μια νέα λογική συσσώρευσης, που η Shoshana Zuboff ονομάζει «καπιταλισμό της επιτήρησης» και που ο Nick Srnicek ορίζει ως «καπιταλισμό των ψηφιακών πλατφορμών». Βρίσκονται στη κορυφή της σύγχρονης οικονομίας. Τροφοδοτημένος από μια συμμαχία της διάχυτης διείσδυσης των ψηφιακών τεχνολογιών, του χρηματοδοτικού κεφαλαίου, και μιας μορφής νεοφιλελεύθερης λογικής συνδυασμένης με το καλιφορνέζικο φιλελευθερισμό, αυτή η νέα οικονομική μορφή βασίζεται στη μονομερή επιτήρηση για να επιτρέψει στις σημαντικότερες ψηφιακές πλατφόρμες να επωφεληθούν από την μαζική ανάλυση συμπεριφοριστικών δεδομένων. Το κάνουν αυτό μέσω της παροχής αγαθών και υπηρεσιών στην ψηφιακή υποδομή τους – τη πλατφόρμα – που ενεργεί ως το πεδίο της μαζικής συλλογής πληροφοριών. Όλες οι προσπάθειές τους έχουν ως στόχο, με τα λόγια της Zuboff, «τη συγκομιδή του συμπεριφοριστικού πλεονάσματος από ανθρώπους, οργανισμούς, πράγματα, διαδικασίες, και θέσεις τόσο στον εικονικό όσο και στον πραγματικό κόσμο», και το μετασχηματισμό εκείνου του συμπεριφοριστικού δεδομένου σε κέρδος και εξουσία. Τα νέα μέσα της παραγωγής είναι συνεπώς η εφαρμογή πανίσχυρων AI (τεχνητή νοημοσύνη) και της μηχανικής μάθησης να παράγουν κερδοφόρες γνώσεις από τα στοιχεία που παράγονται μέσω της χρήσης των ψηφιακών πλατφορμών τους. Βραχυπρόθεσμα, αυτό γίνεται μέσω της πώλησης πληροφοριών που παράγονται από τα συμπεριφοριστικά δεδομένα στους διαφημιστές, μακροπρόθεσμα, είναι η εκπαίδευση της AI και των ρομποτικών συστημάτων που απειλούν την αναλυτική και φυσική έκλειψη και τον εργασιακό μας πλεονασμό.

Ο καπιταλισμός συνεπώς μεταλλάσσεται. Όπως υποστηρίζει η Zuboff, ενώ τα κέρδη πήγαζαν κάποτε από τα αγαθά και τις υπηρεσίες, έπειτα από τη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία, σήμερα αυτό γίνεται από την επιτήρηση και τη νομισματοποίηση των μαζικών συμπεριφοριστικών δεδομένων. Η πρόβλεψη είναι συνεπώς το προϊόν, η πώληση της προσοχής μας και η υπόσχεση από τις ψηφιακές πλατφόρμες ότι η αλγοριθμική δύναμή τους που παντρεμένη με τη ψηφιακή επιτήρηση μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά μας.

Η αυξανόμενη εκπλήρωση εκείνης της υπόσχεσης σημαίνει πως οι πειθαρχικοί, τιμωρητικοί θεσμοί του κράτους και του κεφαλαίου που ήταν καίριοι για τη ρύθμιση και τη λειτουργία του βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, δίνουν τη θέση τους σε πιο διεισδυτικές κατά κάποιο τρόπο πιο απόλυτες μορφές εξουσίας και ελέγχου. Οι τεχνολογίες του ψηφιοποίησης – τεχνολογίες εντοπισμού, υπολογιστικά νέφη, απέραντη υπολογιστική ισχύς, και το smartphone, η κυρίαρχη συσκευή της κοινωνίας των «Big Data» – έχουν επιτρέψει μια μορφή τεχνολογικής κυριαρχίας που αποκαλύπτει και τρέφεται από τις ψυχολογικές εκμυστηρεύσεις μας, όπως αναφέρει ο θεωρητικός Byung-Chul Han. Οι μετακινήσεις μας, τα συναισθήματα μας, τα δίκτυά μας, συχνά χωρίς ρητή συγκατάθεση, παρακολουθούνται. Είναι όμως και αυτοαποκαλυπτικά, οι ενημερώσεις στο Facebook, οι θέσεις στο Instagram, και οι αναζητήσεις στο Google παράγουν ένα πιό διευρυμένο σύγχρονο ψηφιακό πανοπτικό, μια νέα αρχιτεκτονική της συνολικής επιτήρησης και πιθανού ελέγχου. Οι βιοπολιτικές του Foucault – οι διαδικασίες και οι στρατηγικές από τις οποίες ρυθμίζεται η ανθρώπινη ζωή από ένα πειθαρχικό κράτος τη μορφή της αρχής πάνω από τη γνώση, της εξουσίας και της υποκειμενικότητας – έχουν επισκιαστεί συνεπώς από τον έλεγχο μέσω του «datafication» και του αυτοεπιτηρούμενου υποκειμένου.

Συγχρόνως, η διείσδυση της συνδεσιμότητας, η σύλληψη δεδομένων, και η αλγοριθμική ανάλυση διαβρώνουν τα διακριτά τμήματα της κοινωνίας, ζωτικής σημασίας στο φιλελευθερισμό, και υποβιβάζουν τις ευδιάκριτες μορφές αξιολόγησης και μέτρησης σε μια που κυριαρχείται από το «Like». Υπό αυτή την έννοια, η απεριόριστη προσπάθεια του καπιταλισμού της επιτήρησης και των κυρίαρχων ψηφιακών πλατφορμών της να εσωκλείσουν και να «ξέρουν» τα υποκείμενα και τις συμπεριφορές τους, είναι η αποθέωση του νεοφιλελεύθερης λογικής, η οποία επιδιώκει οικονομοποίηση της κοινωνίας και τον ευνουχισμό της αβέβαιης, αισιόδοξης γονιμότητας της πολιτικής ζωής. Η παρατήρηση της Wendy Brown ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η κωδικοποίηση όλων των τομέων δραστηριότητας μέσα σε έναν οικονομικό κατάλογο, που μετασχηματίζει κάθε δράση σε μια δράση αγοράς, βρίσκει την καλύτερη έκφρασή του (μέχρι στιγμής) στο γεγονός ότι σχεδόν ψηφιακές δραστηριότητες μετασχηματίζονται σε μια κερδοσκοπική πράξη, μια οικονομική ροή, για τους γίγαντες των ψηφιακών πλατφορμών. Όλες οι πράξεις γίνονται πράξεις αγοράς, όλες οι ενέργειες που γράφονται τελικά σε έναν οικονομικό κατάλογο, όλη η κοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο ψηφιακής εργασίας και μηχανή συσσώρευσης. Ο Homo digitalus υπό τον καπιταλισμό της επιτήρησης είναι αναπόφευκτα και homo economicus.

Θεμελιώδεις φιλελεύθερες αξίες και κανόνες κατά συνέπεια απειλούνται από το γάμο της απεριόριστης φιλοδοξίας των γιγάντων των ψηφιακών πλατφορμών με τη δυνατότητά τους να μετασχηματίζουν δεδομένα σε προϊόντα για την πρόβλεψη και τη χειραγώγηση. Αν ο πλούτος και ο σκοπός αυτών των εταιριών παράγονται απευθείας από τη δυνατότητά τους να αλλάζουν και να παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη συμπεριφορά με μαζικό τρόπο, τότε η ιδιωτικότητα, η αυτονομία, και η δημοκρατική κυριαρχία τίθενται σε κίνδυνο. Το ενδιαφέρον, και οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις αυτό στηρίζει, διαβρώνονται. Στη σύγχρονη κοινωνία δεν μπορούμε παρά να χρησιμοποιήσουμε την ψηφιακή υποδομή που ελέγχουν. Αν κάνοντας το όμως παρέχουμε έτσι τα μέσα με τα οποία ορισμένοι προνομιούχοι παράγοντες μπορούν να παρέμβουν, να χειραγωγήσουν, και να αναδιαμορφώσουν την κοινωνία τότε η αυτοδιάθεση, μεμονωμένα και συλλογικά, απειλείται. Φυσικά, ζούμε ακόμα σε μια κοινωνία της ιδιωτικότητας, αυτοδιάθεσης και αυτονομίας, απλά κατανέμεται ανομοιόμορφα. Οι μεγάλοι άρπαγες δεδομένων, που συσσωρεύουν χωρίς τέλος, είναι οι ίδιοι αδιαφανείς, το παράδειγμα της «κοινωνίας μαύρων κουτιών». Αυτή η βαθιά ανισότητα υπονομεύει την ακεραιότητα της δημοκρατίας.

Η διπλή ικανότητα του καπιταλισμού της επιτήρησης και των ψηφιακών παραγόντων της – ότι επεκτείνει ταυτόχρονα τη δυνατότητά μας να συνδεθούμε και να εξερευνήσουμε αλλά και συμβάλλει στο μεγαλύτερο περιορισμό της ελευθερίας – αντανακλάται στο νεοφιλελευθερισμό συνολικά. Αφ’ ενός, μας προσφέρεται ένας κόσμος καταναλωτικής επιλογής και φαινομενικά απεριόριστων αλληλεπιδράσεων. Από την άλλη, όμως είμαστε υποδουλωμένοι από το χρέος που αποστερεί το μέλλον, η αυτονομία και η αξιοπρέπεια υποσκάπτονται από τις τεχνολογίες που αναδιαμορφώνουν την εργασία και τον πολιτισμό, και η ανισότητα γίνεται ολιγαρχική. Και στις κοινότητες, τους εργασιακούς χώρους και τις οικογένειες σε ολόκληρη τη χώρα, οι άνθρωποι στερούνται το σημαντικό έλεγχο πάνω στις ζωές τους καθώς ο νεοφιλελευθερισμός έχει υποσκάψει τους θεσμούς συλλογικού ελέγχου και απομακρύνει τις περιοχές δημοκρατικής δύναμης στην οικονομία.

Πόσο μπορούμε να αντισταθούμε στην ανελευθερία του νεοφιλελευθερισμού μέσα στις συνθήκες της συσσώρευσης δεδομένων και μονοπωλιακών ψηφιακών πλατφορμών; Εάν ο νεοφιλελευθερισμός είναι, όπως λέει ο Will Davies, «η διαφώτιση της πολιτικής από τα οικονομικά», η απάντησή μας πρέπει να είναι η ανοικοδόμησή τη δημοκρατικής δύναμης και της ικανότητάς μας να διαμορφώσουμε και να ορίζουμε τις ζωές μας. Αυτό απαιτεί μια πολιτική που υπογραμμίζει την ανάγκη για την τριβής και ζύμωσης, όχι μια ατελείωτη ομαλή συσσώρευση, η οποία τονίζει τη σημασία της διαφάνειας και των δημόσιων πραγμάτων, και είναι δύσπιστη για τις χειραφετικές αξιώσεις της τεχνολογίας ενώ εργάζεται προς έναν κόσμο όπου τέτοια ρητορική μπορεί να βρει τη πραγμάτωση της σε σημαντικές και δημοκρατικές μορφές. Ενώ τα μαθήματα από προηγούμενες μάχες με τα μονοπώλια του βιομηχανικού καπιταλισμού μας δείχνουν τα πιθανά εργαλεία της ρύθμισης, της αντιμονοπωλιακής δράσης, ή της απαγόρευσης, για την αμφισβήτηση του καπιταλισμού της επιτήρησης, είναι πιθανότερο πως εμείς θα πρέπει να αναπτύξουμε ένα νέο πλαίσιο του 21ου αιώνα για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής ψηφιακής υποδομής.

Συγκεκριμένα, απαιτεί νέα μοντέλα ιδιοκτησίας και διακυβέρνησης – των δεδομένων μας και του κεφαλαίου – που μπορεί να εκδημοκρατίσουν την οικονομία μαζικά, παράλληλα με την πιο καινοτόμο χρήση των υπαρχόντων δημόσιων θεσμών, όπως το BBC και η ψηφιακή διείσδυση του. Τον επανασχεδιασμό των μηχανισμών μέσω των οποίων η επιτήρηση παράγει κέρδος πρέπει να είναι κεντρικό σε αυτό. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την αλλαγή πλαισίου του πως τα δεδομένα συμπεριφοράς συλλέγονται, αποθηκεύονται και χρησιμοποιούνται, την αμφισβήτηση της συγκεντρωμένης φύσης των σύγχρονων μέσων παραγωγής στις κυρίαρχες ψηφιακές πλατφόρμες, και την αναδιαμόρφωση του ποιος ωφελείται από την πιθανή νομισματοποίηση των δεδομένων, επανεισάγοντας τη συλλογική διεκδίκηση στην αξία που δημιουργούμε.

Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν και ελάχιστος χρόνος. Ο καπιταλισμός της επιτήρησης είναι καθολικός στην πρόθεση, στοχεύοντας στη πλήρη επίβλεψη και επιρροή της συμπεριφοράς. Η φιλοδοξία των γιγάντων των ψηφιακών πλατφορμών είναι ακόρεστη και η επιρροή τους, όπως δείχνουν οι αποκαλύψεις, συχνά ολέθριες. Φοβού Καλιφορνέζους και δώρα φέροντες. Δεν έχουν χαθεί όλα όμως. Όπως σωστά υποστήριξε η Robin Murray, οι ίδιες τεχνολογίες που υποστηρίζουν τις τρέχουσες μορφές νεοφιλελεύθερου ελέγχου μπορούν να διευκολύνουν νέους τρόπους συνεργασίας και δημοκρατικής δύναμης εάν έχουμε τη φιλοδοξία, τη στρατηγική, και την πολιτική να μετασχηματίσουμε τη χρήση τους. Αυτός είναι λοιπόν ο στόχος: να αντικατασταθούν οι περιορισμένες και άνισες επιλογές της κοινωνίας του «Like» με μια βαθύτερη, περισσότερο εμπλουτισμένη και πιο ακατάστατη δημοκρατική ζωή, όπου οι τεχνολογίες εμβαθύνουν και επεκτείνουν την ανθρώπινη ελευθερία.




Άρθρο που δημοσιεύτηκε στη σελίδα Political EconomyResearch Centre. Ο Mathew Lawrence είναι ερευνητής του IPPR. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. Πηγή null


Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Οι μαζικές εκτελέσεις γυναικών ως μαγισσών για δυο ολόκληρους αιώνες (16ο και 17ο)


της Ελένης Καρασαββίδου

Η Μάγισσα και ο Κανίβαλος

"Κατά την διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, σε κάθε πόλη και χωριό, εκτελούνταν μαζικά γυναίκες ως μάγισσες. Σε κάποιες περιοχές εκτελούνταν σε εβδομαδιαία βάση ένας μικρός αριθμός γυναικών, ενώ σε κάποιες άλλες εκτελούνταν εκατοντάδες σε μια μέρα. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν για δυο αιώνες και επηρέασαν την ζωή όλων. Έσπειραν τον φόβο, κατέστρεψαν κοινωνικά δίκτυα, κατέστειλαν αντιστάσεις και δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν ο πληθυσμός ήταν επαρκώς υποτελής, και το αναδυόμενο κράτος, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και η εκκλησία είχαν χώσει τα νύχια τους βαθιά στις ζωές και στις ψυχές των ανθρώπων." (Γυναίκες στην Πυρά, Lady Stardust, σελ 26).

Ποια ήταν τα κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά αίτια μιας τόσο φριχτής και μη επαρκώς μνημονευμένης «φυλο-κτονίας»; Ούτε οι δίκες των μαγισσών, ούτε η ιδέα ότι οι μάγισσες είναι σατανικές προϋπήρχαν αυτής της περιόδου.

Παρόλο όμως που το κυνήγι μαγισσών ουσιαστικά ξεκίνησε στα τέλη του 15ου αιώνα με την έναρξη του πρώιμου μοντερνισμού, και πολλές από τις αιτίες του είχαν κυοφορηθεί τους προηγούμενους αιώνες με την νομιμοποίηση των βασανισμών ‘στο όνομα του καλού’ από την Ιερά Εξέταση, την εποχή εκείνη λαμβάνει τις διαστάσεις ενός γενικευμένου «ηθικού πανικού» (Hall, 1988).

Πανικού που δημιουργείται ώστε να νομιμοποιήσει το ‘δικαίωμα’ μιας ηγεμονικής μειοψηφίας να διεκδικεί στο όνομα της (ψευδο)ηθικής για τον εαυτό της το ‘δικαίωμα’ να καθορίζει τις ζωές (ουσιαστικά τα όρια δράσης) όλων, εξασκώντας την έκτακτη εξουσία της εναντίον, αρχικά, των ανυπότακτων «άλλων».

Ο πανικός αυτός όχι μόνο νομιμοποίησε με το αζημίωτο την πολιτικο-θρησκευτική ιεραρχία της εποχής, (προβάλλοντάς την ως αναγκαία για να βρούμε τον παράδεισο κι ας δημιουργούσε την κόλαση), αλλά και δημιούργησε βασανιστήρια που εξασκούνταν με την γνωστή ανατριχιαστική εφευρετικότητα τους είδους μας σε ανθρώπινα και όχι μόνο πλάσματα, ως απάντηση στην εσωτερική απειλή των ‘αιρετικών’, απειλή που νοούνταν ανάλογη με την εξωτερική απειλή των ‘απίστων’.

Παίρνοντας το πρόσωπο του κτήνους…


Η ‘δαιμονοποίηση’ του άλλου πλάσματος, υπαρκτή μέσα μας μα και χειραγωγημένη από τις εκάστοτε ιεραρχίες ώστε να παίρνει συγκεκριμένες μορφές και κατευθύνσεις, υπήρχε, δολοφονική και ηλίθια, και πριν. Αλλά την εποχή εκείνη απέκτησε ιδιαίτερα, έντονα, και εξαιρετικά επεξηγηματικά για πλευρές της εποχής μας χαρακτηριστικά.

Η κατασκευασμένη ‘δαιμονοποίηση’ της γυναίκας, τόσο επίκαιρη την ώρα που ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, (αντάμα, όπως πάντα, με βαθιές οικονομικές και γεωπολιτικές μεταβολές) εξαπλώνεται σε όλον τον πλανήτη, χρησίμευσε για να ανακατασκευάσει πλήθος άλλων πραγμάτων, και έχει τόσο εσωτερικευθεί που επηρεάζει την καθημερινότητά μας και σήμερα.

Η καταγραφή ενός Ολοκαυτώματος που συνέβη αυτήν την φορά με βάση το φύλο, και η (προσδοκώμενη) πρόταση για να δημιουργηθεί πια (και με τόση ανεπίτρεπτη καθυστέρηση) Ημέρα Μνημόνευσης των Θυμάτων του στην Ευρώπη, δεν αποτυπώνει μονάχα το χθες, προασπίζει (όσο μπορεί και της αναλογεί) και το αύριο. Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται να κοιτάξουμε κατάματα ό,τι συνέβη τότε.

Εάν στα Ρωμαϊκά χρόνια «οι άλλοι» όπως οι χριστιανοί θανατώνονταν (τόσο στην πραγματικότητα όσο και στις καταγραφές που έχουν σωθεί στα μυθιστορήματα της εποχής) μιμούμενοι συχνά τον ήρωα μιας μυθικής ιστορίας (πχ κατασπαρασσόμενοι σε δημόσιους χώρους επάνω στον Σταυρό από ‘θηρία’ όπως ο Προμηθέας επάνω στον βράχο) όταν ο Χριστιανισμός «νίκησε» (όταν απέκτησε την κρίσιμη μάζα ώστε να τον κάνουν οι ηγεμόνες επίσημη τους θρησκεία δλδ) άρχισε να κάνει με άλλους τρόπους το ίδιο ακριβώς.

Γύρω στο 1000 άρχισε το μυθολογικό μοτίβο της αναπαράστασης του διαβόλου ως ‘θηρίου’ και λίγους αιώνες μετά είχε παγιωθεί ως ένα θηρίο πανίσχυρο, στην συνομωσία του οποίου τάσσονταν οι αιρετικοί, οι λεπροί, οι εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι γάτες κι οι τσουκνίδες, το διαβολικό φυτό που αρνούνταν να πεθάνει γρατζουνώντας παντοτινά τις αυλές των παπών και των ‘αριστοκρατών’ της εποχής.

Και βέβαια και οι γυναίκες, ο κόλπος των οποίων υπήρξε η πύλη της κόλασης.Ο Thurston (2001) μιλά για μια στροφή στις Χριστιανικές κοινωνίες που (για κοινωνικοοικονομικούς και πολιτισμικούς λόγους) ξεκίνησε να συμβαίνει αργόσυρτα (όπως κάθε τι σχεδόν τότε) γύρω στο 1000 και κορυφώθηκε ίσως τους αιώνες αυτούς, μετατρέποντάς τες από εν συγκρίσει ‘’ανοιχτές και ανεκτικές" σε κοινωνίες «ενός γενικευμένου (ενάντια σε κάθε είδους μειονότητα) κυνηγητού».

Είναι η εποχή που οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες που ευαγγελίζονταν «έναν δικαιότερο κόσμο αγάπης» μεταβάλλονται με τρόπο ώστε να θυμίζουν όλο και περισσότερο (όπως συνέβη χρόνια αργότερα και στην αμιγώς πολιτική) τους διώκτες τους. Όπως σωστά έγραψε ο Ρώσος Χριστιανός φιλόσοφος Ιάκωβος Γκόφτσετερ «στο όνομα σου Κύριε ο Σατανάς κυβερνά. Ντύθηκε τα άμφια σου, καπηλεύτηκε τα σύμβολα σου και σε σταυρώνει κάθε μέρα».

Οι μύθοι πως όλες αυτές οι ομάδες πίνουν το αίμα παιδιών σε βαρέλια, διασπείρουν αρρώστιες και πως συνωμοτούν υπέρ του κακού για να αποδιώξουν το… καλό που οι ιεροεξεταστές αντιπροσώπευαν έλκουν όχι την καταγωγή αλλά την μαζική διασπορά και την μαζική πολιτική χρήση τους από τότε, κορυφώνοντας την «αυτονόητη»(! λολ) ύπαρξή τους τον 14ο αιώνα.

Ήδη η θεολογία του Θωμά του Ακινάτη από τον 13ο αιώνα νομιμοποιούσε κι ευλογούσε τις δολοφονίες και τους βασανισμούς κατά των «μάγων» (ανδρών και γυναικών) ώστε όταν ο Πάπας Ιννοκέντιος ο 8ος (εκ του Innocent, του Αθώου! Οργουελική η γλώσσα της εξουσίας αποξαρχής) εξέδωσε στα τέλη του 15ου το Summis des iderantes affectibus, η κοινωνία είχε εκπαιδευτεί μαζικά για να αποδέχεται την φρίκη, το κακό που (για άλλη μια φορά στο όνομα της ασφάλειας ή της ανάγκης) ερχόταν.

Το ερώτημα όμως παραμένει: Γιατί όταν ξέσπασε το κακό η μαγεία είχε αποκτήσει φύλο;

Γιατί το κυνηγητό δεν υπήρξε εναντίον των Μάγων (θετικών Συμβόλων μέσα από τον μύθο της γέννησης του Ιησού) αλλά εναντίον των μαγισσών (αρνητικών αναπαραστάσεων στα λαϊκά παραμύθια από κει κι έπειτα με γαμψές μύτες φτερωτές σκούπες και σκοτεινές ψυχές;)

Κι ακόμη γιατί οι δίκες κόπασαν ξανά τον 18ο αιώνα και η μαγεία έπαψε να αποτελεί έγκλημα σε όλη σχεδόν την Ευρώπη;

Και γιατί ξαναχρησιμοποιήθηκε μόλις το 1833 στο Τεννεσί, σε εποχή γενικευμένου αγώνα κατά της δουλείας, εμπνέοντας το περίφημο θεατρικό του Άρθουρ Μίλερ, όταν θέλησε με την σειρά του να μιλήσει για `τα θύματα του Μακαρθισμού;

Γυναίκες στην Πυρά


Το 1548 ο Reginald Scott, σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας, έλεγε: «Τη σήμερον ημέρα είναι το ίδιο να λες είναι μάγισσα και είναι σοφή γυναίκα». Όντως, η μάγισσα «ήταν η πιο προηγμένη επιστήμονας, το πιο βαθυστόχαστο πνεύμα εκείνης της εποχής…» (M.G.Gage).

Τους προηγούμενους αιώνες, πριν την (προσαρμοσμένη σε συγκεκριμένα συμφέροντα) οικονομική κι επιστημονική αναδιάρθρωση της νεοτερικότητας, οι δολοφονικές διαμάχες που συνέβαιναν κυρίως μεταξύ ανταγωνιζόμενων για την ισχύ κύκλων,είχαν αφήσει σχεδόν ανέπαφο κάτι: Τις απομονωμένες αγροτικές κοινότητες που είχαν αφεθεί να δομηθούν γύρω από τα «Κοινά», (κοινή γη που,δίπλα σ’ αυτήν του φεουδάρχη, καλλιεργούνταν από τους χωρικούς για το ‘κοινό τους ταμείο’).

Η υγεία, όπως κι ο έλεγχος της αύξησης του πληθυσμού και η ασφάλεια των γεννήσεων, εξασφαλιζόταν μέσα από την βαθιά, ξεχασμένη πια γνώση των βοτάνων.

Η σεξουαλικότητα σε αυτές τις κοινότητες ήταν περιπαιχτική κι άγαρμπη μα αφορούσε και τα δυο φύλα (συχνά, με έναν υπόγειο τρόπο, και τα υπόλοιπα).

Ενώ, μετά την επιδημία βουβωνικής πανώλης που μείωσε συντριπτικά τον πληθυσμό στην ήπειρο, το επίπεδο ζωής των εργατών στις βιοτεχνίες και αγροικίες της εποχής ήταν ζηλευτό, αφού οι λιγοστοί εναπομείναντες εργάτες κι εργάτριες μπορούσαν να θέσουν δικούς τους όρους.

Αλλά, καθώς το οικονομικό σύστημα μεταβαλλόταν (κυοφορώντας τα δικά του μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα φυσικά), η ιστορία έπρεπε ν’ αλλάξει, επιβάλλοντας μια πολυσχιδή μεταβολή πρωτοφανούς κλίμακας.

Οι γυναίκες, που ως θεραπεύτριες κρατούσαν στα χέρια τους την γνώση της εποχής των «Κοινών» και μέσω αυτής και την οικονομική ευμάρεια της μικρής κλίμακας κοινωνίας, καθιστώντας την σχετικά αυτάρκη στα κελεύσματα της εξουσίας, αποτελούσαν το πρώτο θύμα μιας οικονομικής και ταξικής αναδιάρθρωσης που στόχευε στην συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων και σε μια δομή μεγάλης, «απρόσωπης», κοινωνικής οργάνωσης.

Γνωρίζουμε πια, από τα πρακτικά των δικών, πως οι γυναίκες που κατηγορήθηκαν ως Μάγισσες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στα δίκτυα αντίστασης των τοπικών κοινωνιών κι αγροτών, ρίχνοντας (πχ από το 1608 ως το 1624 στην Αγγλία, το 1645 στην Γαλλία, το 1652 στην Ισπανία) τους φράκτες όσων ανερχόμενων αστών δήμευαν την γη των «Κοινών».

Όπως και γνωρίζουμε πως οι δίκες χρησίμευαν για να δαιμονοποιήσουν την γυναικεία σεξουαλικότητα και φιλία, αφού οι «συζητήσεις» οδηγούσαν δυνητικά σε δίκτυα και αντιστάσεις.

Έτσι, παράλληλα με την μεταβολή κομβικών λέξεων (κουτσομπόλα σήμαινε πριν φίλη) και την παραγωγή σχετικών ‘παροιμιών’ μίσους (‘πυρ γυνή και θάλασσα’), είχαμε και την μεταβολή της απεικόνισης του διαβόλου, (που στις κοινότητες αυτές υπήρξε πριν ενός περιπαιχτικού ταραχοποιού) αφού για πρώτη φορά (φυτεμένη κι από πριν) καθιερώνεται, δίχως ανεκτές παρεκκλίσεις, στις αγροτικές κοινωνίες η εικόνα του ως μιας πανίσχυρης οντότητας (με κύρια βοηθό επί γης την γυναίκα).

Ο στόχος ήταν μέσω του τρόμου να επιτευχθεί αυτό που η Imogen Seger έχει περιγράψει ως τον ισχυρότερο, τον ‘προσδοκώμενο’ έλεγχο, έλεγχο που αφορά την ίδια την ρίζα της σκέψης, τον σπόρο της δράσης. «Ούτε καν!..» Ο Huxleyμπορεί να περιέγραψε μαζικά το μέλλον, αλλά δεν άφησε παραπονούμενα και κομμάτια από το παρελθόν.

Η δράση αυτή μπορεί να μην αφορούσε εξέγερση αλλά θεραπεία, που στον κόσμο του αναδυόμενου καπιταλισμού σήμαινε μιαν ανεξερεύνητη θάλασσα από κέρδη.

«Μέσα σε κάθε κοινότητα υπήρχαν γυναίκες με πάρα πολλές γνώσεις και ικανότητες.. Οι δίκες των μαγισσών κατάφεραν να εξαφανίσουν αποτελεσματικά ένα τεράστιο κομμάτι της παραδοσιακής γνώσης και έτσι να αποσπάσουν τον έλεγχο του ανθρώπινου σώματος από τις παραδοσιακές κοινότητες και να τον εναποθέσουν σε ευρύτερους σχηματισμούς…. Η συνεργασία μεταξύ εκκλησίας, κράτους, και ιατρικού επαγγέλματος άνθισε πλήρως με τις δίκες των Μαγισσών».

Όπως η S. Federici αναφέρει: «Η διάκριση μεταξύ θηλυκής μαγγανείας και αρσενικής ιατρικής επιστήμης παγιώθηκε μέσα από την συνέργεια κράτους κι εκκλησίας»ενώ το.. ορθολογικό καθήκον του τότε γιατρού (ώστε να πάρει κατ’ ουσίαν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και κοινωνικών φρονημάτων από την εκκλησία, αποδίδοντάς της ποσοστά), ήταν να πάρει κεντρικό ρόλο στις δίκες και νακρίνει «στα σοβαρά» ποιες γυναίκες ήταν μάγισσες, βασανίζοντας καιθανατώνοντάς τες, και τι μπορούσαν να κάνουν τα μάγια…Όντως!

Την ίδια εποχή που καινούργιες βιομηχανίες θεμελιώνονταν και νέα επαγγέλματα δημιουργούσαν απίστευτες προοπτικές κέρδους κι ελέγχου, οι παλιές θεραπεύτριες διώκονταν. Κι ενώ απαγορευόταν στις γυναίκες η είσοδος στα Πανεπιστήμια της εποχής, ο νόμος δεν τις απέκλειε μόνο, τις χλεύαζε κιόλας: «Αν μια γυναίκα τολμήσει να θεραπεύσει χωρίς να έχει σπουδάσει τότε είναι μάγισσα και πρέπει να πεθάνει.»

Στις γυναίκες όχι μόνο απαγορεύτηκε να κάνουν χειρουργεία αλλάκι ο έλεγχος των γεννήσεων που αποτελούσε θηλυκό μυστικό αποδόθηκε εξ ολοκλήρου στους γιατρούς και στο κράτος.

Ο έλεγχος σήμερα ποικίλει και είναι εντελώς ανορθολογικός, από την απαγόρευση της αντισύλληψης στην Αφρική μέχρι κρατικά προγράμματα ελέγχου των γεννήσεων στην Κίνα (με την κρυφή γενοκτονία κατά των κοριτσιών) ή τις υποχρεωτικές στειρώσεις σε ορισμένες ζώνες ελεύθερου εμπορίου (Γυναίκες στην Πυρά σελ. 48).

Δεν ήταν τα βοτάνια που ρίχναν έμβρυα που ενοχλούσαν, ήταν κυρίως οι γέννες σε έναν κόσμο που η αναπαραγωγή έπρεπε να ελεγχθεί κεντρικά. «Κανείς δεν κάνει περισσότερο κακό στην καθολική εκκλησία από όσο οι Μαίες» είναι γραμμένο κατά λέξη στο Malleus Maleficarum, αφήνοντας βορά τις γυναίκες που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε «γιατρό» της εποχής (οι οποίοι άσχετοι με το γυναικείο σώμα θα ξεγεννούσαν «σε λίγο» με δολοφονικούς εμβρυουλκούς!) σε επικίνδυνες μοναχικές γέννες.

«Και το Φως θα ναι μια νέα Τυραννία. Να δούμε τι καινούργια πράγματα θα φέρει!» Κ. Καβάφης

Όπως ο σκοτεινός αλλά με φωτεινές πλευρές που επίτηδες παραλείπονται κόσμος του Μεσαίωνα άρχισε να αντικαθίσταται από το υπαρκτό μα κι ολέθριο φως του Διαφωτισμού, ο ένας κόσμος έμπαινε βαθιά μέσα στον άλλον, περιπλέκοντας, σε ένα μπερδεμένο ποτάμι ιδεών και πρακτικών, την ανθρώπινη και όχι μόνο μοίρα.…

Οι άνδρες επιστήμονες του 14ου και 15ου αιώνα που θεωρούνται τόσο άδικα συλλήβδην ως πρωτοπόροι θιασώτες του ορθολογισμού «που προχώρησαν την ανθρωπότητα με τα στιβαρά μυαλά και την γενναία στάση τους» (λολ) βάσισαν την «επιστημοσύνη» τους στην φιλοσοφία και στις ιερατικές σπουδές,. Ενώ οι δολοφονημένες θεραπεύτριες είχαν γνώση της χημείας, της φυτολογίας, των φυσικών επιστημών, της φαρμακολογίας, ακόμη και της ανατομίας.

Ο ίδιος ο Παράκελσος οοποίος συχνά αναφέρεται ως «ο πατέρας της σύγχρονης ιατρικής» έλεγε το 1527 πως «από τις μάγισσες έμαθε όλα όσα ήξερε.» Ενώ ο γιατρός του Εδουάρδου του Β πρότεινε ως θεραπεία για τον πονόδοντο την αναγραφή στην γνάθο του ασθενούς της φράσης ‘εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγ. Πνεύματος’ (αμήν!)

Στην πραγματικότητα μέσα στον Διαφωτισμό μαινόταν ένας άγριος πόλεμος και το φως κυοφορούσε πολύ σκοτάδι, αφού πολλοί από τους ιερείς του φωτός και θεμελιωτές του αστικού κράτους δικαίου που ενεπλάκησαν με το αζημίωτο στο κυνήγι των μαγισσών (όπως οι Th. Hobbes, Fr. Bacon, R.Boyleκ.ά.) δεν διέφεραν σε τίποτα από τους Μεσαιωνικούς προπάτορες τους.

Ο J. Bodinπχ έγραψε «ούτε μια μάγισσα δεν θα είχε κατηγορηθεί ή τιμωρηθεί αν η διαδικασία διέπονταν από τους συνηθισμένους νόμους!» Και συμπλήρωνε«όποιος κατηγορείται για μαγεία δεν πρέπει να απαλλάσσεται ποτέ.»
Ο δε Ιάκωβος ο Α έγραφε «Αρνούνται να ομολογήσουν χωρίς βασανιστήρια κάτι που αποδεικνύει την ενοχή τους» (!)

Εάν η επίσημη ιστορία των κυρίαρχων περιελάμβανε τις υπόκωφες νικημένες φωνές, κι αν οι γυναίκες ως φύλο είχαν… «αστική τάξη» ώστε να μπορέσουν να δομήσουν συλλογική αφήγηση και ιστοριογραφία, τότε πολλοί «ορθολογιστές» δεν θα είχαν μείνει στο συλλογικό φαντασιακό παρά ως πρώιμοι ναζί.

Τα βασανιστήρια, άγρια και με έντονη σεξουαλική βαναυσότητα όπως αναφέρεται στο «Γυναίκες στην Πυρά» έκαναν το γυναικείο σώμα αντικείμενοτης πιο σαδιστικής ηδονής στα χέρια παπάδων και γιατρών. Κιοι δίκες, δημόσιες, συνέβαλλαν στην διασπορά φόβου σε γυναίκες και άνδρες των κοινοτήτων αυτών και στην ύψιστη ταπείνωση των ίδιων των γυναικών και των συγγενών τους.

Την ίδια ώρα σημαντικοί άνδρες επιστήμονες που «συνηγορούσαν υπέρ της αληθινά εμπειρικής επιστήμης, όπως ο Γαλιλαίος και ο Κοπέρνικος, κατηγορήθηκαν για αίρεση.

Η Εκκλησία ήταν τόσο κατά των λαϊκών θεραπευτών και της κοινής μαγείαςόσο και εναντίον μερικών από τους νέους επιστήμονες: Οι άνθρωποι θα έπρεπε να βασίζονται στην πίστη και μόνο, αφού οι αισθήσεις ήταν ‘η παιδική χαρά του διαβόλου’και μονάχα οι εκπρόσωποι του θεού μπορούσαν να κάνουν θαύματα.» (σελ. 52)

Η γνώση ήταν δύναμη, και κάθε εναλλακτική πηγή δύναμης έπρεπε να εξολοθρευτεί. Όχι μόνο αυτό, αλλά και το σύνολο της κοινωνίας να παραδειγματιστεί. Όχι τυχαία Η πρώτη ουσιαστική δίκη για μαγεία στην Ευρώπη συνέβη στα 1324, εναντίον της Alice Kyteler και συνέβη στην διάρκεια των κοινωνικών αναταραχών που ξέσπασαν εναντίον των «Norman», που είχαν κατάσχει την γη των φτωχών αγροτών.

Η πολιτισμική εκστρατεία για την γελοιοποίηση και κακοποίηση των γυναικών προχωρούσε παράλληλα με την απόσυρση τους από τον δημόσιο χώρο και την μισθωτή εργασία.

Κι ενώ για τις γυναίκες της αστικής τάξης εφευρίσκονταν αργά μα σταθερά το πλούσιο σπίτι ως παραδείσιος κήπος αποστειρωμένος από την εξωτερική αγριότητα των δρόμων (Cox, 1997), για τις εργάτριες τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ακόμη κι οι γυναίκες που δούλευαν ως παραμάνες έδιναν τον μισθό τους στους άνδρες τους.

Στον έμφυλο πόλεμο που μαινόταν οι γυναίκες έχαναν ακόμη και το δικαίωμα να μένουν μόνες αφού θα κατέληγαν άκληρες και κατηγορούμενες για μαγεία. «Αυτή η συμμαχία μεταξύ των συντεχνιών και των τοπικών αρχών της πόλης, παράλληλα με την συνεχιζόμενη ιδιωτικοποίηση της γης, σφυρηλάτησαν έναν καινούργιο έμφυλο καταμερισμό εργασίας.. που όριζε τις γυναίκες ως μητέρες, κόρες, συζύγους, αποκρύβοντας την ιδιότητα τους ως εργατριών», ακόμη κι ως απλήρωτων εργατριών σε μικρες μονάδες που ήταν μονίμως στο όνομα του συζύγου ο οποίος μπορούσε να τις πετάξει σαν φθαρμένο παλτό στα γεράματα ‘αφού έδινε στους άνδρες ελεύθερη πρόσβαση στο σώμα και στην εργασία των γυναικών’.

Ενοχοποιώντας την (έμφυλη και όχι μόνο ταξική) Φτώχια

Καθώς η δόμηση του κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου άλλαζε ραγδαία και η δουλειά, όπως κι η παραγωγή, καταλάμβανε κεντρικό ρόλο στην συλλογική αυτοεικόνα της κοινωνίας, αποβάλλοντας τα άτομα που δεν μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτήν, οι δίκες αυτές χρησιμοποιήθηκαν για να δαιμονοποιήσουν τις ζητιάνες, πετυχαίνοντας τον γνωστό διττό στόχο: Την απονομιμοποίηση, την εξόριση από την επικράτεια του ανθρώπινου όντοςκάθε ενοχλητικού (εδώ ‘αντιπαραγωγικού’) ανθρώπου από τους ηγεμόνες (Ρώμη) και ταυτόχρονα την ηθική συμμετοχήτων ηγεμονευόμενων σε αυτήν την νέα κυνική συνθήκη, μέσω της αποενοχοποίησης που νοούνταν ως το θεμέλιο της δικής τους κοινωνικής αποδοχής, κι άρα ασφάλειας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που αναφέρει ο Thomas στο “Religion and the Decline of Magic” που ακολουθεί: ‘η γριά πέρασε μπροστά από την πόρτα όπου η M. Glover καθόταν κι έτρωγε ένα φρέσκο σταρένιο καρβέλι, η γριά την κοίταξε διαπεραστικά… τότε το ψωμί που μασούσε έπεσε από το στόμα της κι η ίδια παραδόθηκε σε σπασμούς…’

Συχνά, ή τέλος πάντων όποτε χρειάζεται και χρειάζεται συχνά) η κοινωνική συνοχή σε έναν αγωνιώδη, ανταγωνιστικό και φοβικό κόσμο συνορεύει μόνιμα με την συνενοχή. Και η ηδονή της αποδοχής, όπως κι η ανάγκη της ασφάλειας, με την πιο ποταπή εκδοχή της.

Στον εργασιακό καταμερισμό ακόμη και της χαμοζωής που προσέφερε (και ίσως, χειραγωγημένο, κυρίως σε αυτήν) οι λίγοι πατούσαν εναντίον όλων αλλά κάποιοι εναντίον των υπόλοιπων. Οι Άνδρες νιώθαν δικαιωμένοι που «τουλάχιστον δεν ήταν γυναίκες», οι λευκοί που «τουλάχιστον δεν ήταν μαύροι», οι μαύροι που «δεν ήταν πιο μαύροι» κι οι ενταγμένες γυναίκες που «τουλάχιστον δεν ήταν μάγισσες», κι οι προλετάριοι που τουλάχιστον «δεν ήταν «υποπρολετάριοι».

Η φράση «Δόξα τον Θεό, υπάρχουν και χειρότερα!» μόνο τυχαία δεν είναι.

Γιατί όμως η πλειοψηφία των φτωχών υπήρξαν γυναίκες;Όπως μας έδειξε η κοινωνική και πολιτική ανθρωπολογία οι στρατηγικές ενδυνάμωσης και αναγνώρισης των συλλογικών ταυτοτήτων μέσα από τον αποκλεισμό των ‘άλλων πλασμάτων’και την επίκλησητης ‘ασφάλειας’, της ‘συνέχειας’ και της διατήρησης της κοινωνικής συνοχής, υπάρχει στις μικρο και μακροκοινωνίες των ανθρώπων από τον καιρό που κάθε τι εκτός της σπηλιάς νοούνταν ως απειλή.

Αυτό, χειραγωγημένο ώστε να ενισχύει την ιεραρχική δομή υπέρ κάποιων και να καναλιζάρει την εχθρότητα σε κάθε βολικό εχθρό, δεν έπαψε να χρησιμοποιείται ποτέ στην διάρκεια μιας ‘ανθρώπινης’ ιστορίαςπου «πρώτα δρομολογεί τις λύσεις κι έπειτα εφευρίσκει το πρόβλημα».

Αλλά οι βάσεις ενός οικονομικού συστήματος που τόσο συστηματικά πια και σε παγκόσμια σχεδόν κλίμακα δεν ήταν (και δεν είναι) μόνο ταξικό αλλά είναι ταυτόχρονα και έμφυλο και φυλετικό μπήκαν τότε.

Όχι μόνο γιατί οι θεραπεύτριες, οι μαίες και οι αγρότισσες των Κοινών στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας έπρεπε να εξολοθρευτούν, αλλά και γιατί οι χήρες σύμφωνα με τους νέους νόμους που επέτρεπαν το μάζεμα της γης σε χέρια μιας ανερχόμενης, κυνικής τάξης ανθρώπων έχαναν την περιουσία τους.

Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα του Baillif Geiss προς τον λόρδο Lindheim: «Αν η εξοχότητα σας είναι πρόθυμη να ξεκινήσει τις εκτελέσεις θα σας προσφέραμε ευχαρίστως τα ξύλα για την φωτιά και θα αναλαμβάναμε οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Και η εξοχότητα σας θα κέρδιζε τόσα ώστε τόσο η γέφυρα όσο και η εκκλησία θα μπορούσαν να επισκευαστούν. Επιπλέον θα μπορούσατε να εισπράξετε τόσα πολλά, ώστε να εξασφαλίσετε καλύτερους μισθούς για τους υπηρέτες σας στο μέλλον, αφού θα μπορούσε κανείς να κατασχέσει ολόκληρα σπίτια και μάλιστα τα καλύτερα από αυτά.» (Μ.Mies, Patriarchy and the Accumulation of the World Scale: Women in the Global Division of Labour” Γυναίκες στην Πυρά, σελ. 56)

Γενικότερα, οι δίκες των μαγισσών κατέστησαν δυνατό τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας δίδαξαν στους άνδρες να φοβούνται την δύναμη των γυναικών, ‘κατέστρεψε ένα ολόκληρο σύμπαν πρακτικών, πεποιθήσεων και κοινωνικών υποκειμένων των οποίων η ύπαρξη ήταν ασύμβατη με την εργασιακή πειθαρχία στον καπιταλισμό…’ `(S. Federici ,σελ 165)

Η μακρά, αδίκιωτη σειρά γυναικών που άφησαν δολοφονημένες πίσω τους, ακόμη ένας σταθμός στο μαρτυρολόγιο των όποιων «άλλων», πέθανε 2 φορές. Μια με φριχτό τρόπο, μια με την φριχτή σιωπή.

Σιγά σιγά η επιστροφή της βιβλιογραφικής έρευνας στις δίκες μαγισσών που εκκολάφθηκαν σε κείνες τις κοινωνίες ανάμεσα στον φόβο και στην τρέλα αποκάλυψε,και συνεχίζει να αποκαλύπτει , μια γενοκτονία με βάση το φύλο, μια φυλο-κτονία, που δεν πρέπει να λησμονηθεί ποτέ, δημιουργώντας αρχικά μια αντίστοιχη Ημέρα Μνημοσύνης ώστε ο «Ευρωπαϊκός πολιτισμός» (όπως και κάθε πολιτισμός) να δει τον εαυτό του κατάματα. Κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα.

Άφησε ακόμη έναν επιπλέον λόγο γιατί οι άνθρωποι σε τέτοιες κοινωνίες εφηύραν μυθολογίες διαχείρησης ενός ακόμη τόσο βαθιού τραύματος, όπως αυτήν του Κθούλουθ, που λέει πως οι παλιοί Θεοί, οι παλιές Θεές, θα επιστρέψουν, καταστρέφοντας το γένος των ορθολογιστών κι υλιστών ανθρώπων. Στον τότε νέο (και τόσο παλιό…) αναδυόμενο κόσμο οι Μάγισσες (όσες καταλήξαν σε δίκη εννοώ) ήταν αγέρωχες, ανεξάρτητες γυναίκες που δεν πήγαν να σκύψουν το κεφάλι στους τοπικούς άρχοντες εξαγοράζοντας (με κυριολεκτικά τα πάντα) λίγα χρόνια χαμοζωής. Χρησιμοποιούνται πια ως σύμβολο, κρυμμένες πίσω από την φράση «κυνήγι μαγισσών», για να σηματοδοτήσουν ένα (από μια δημιουργημένη από τους φαύλους και τους υπηκόους τους υστερία) αδίκως διωχθέν, σύνολο ανθρώπων.

Και πάνω από όλα, αφού τελικά το Κυνήγι αργότερα εξαπλώθηκε και σε «ασφαλείς κι αποδεκτούς» άλλους, αφήνουν ως πολιτική παρακαταθήκη την μεστή φράση που αποδίδεται στον Μπρεχτ: Να δίνεις το χέρι όχι μονάχα σε αυτόν που πέφτει , μα σε αυτόν κι αυτήν που σηκώνεται.



* Ο τίτλος του άρθρου "Γυναίκες στην Πυρά" είναι και ο τίτλος από την ομώνυμη έκδοση του Μωβ Καφενείου, κύρια βιβλιογραφική μας αναφορά

Scarre, Geoffrey; Callow, John (2001). Witchcraft and Magic in Sixteenth and Seventeenth-Century Europe (second ed.). Basingstoke: Palgrave
Thomas, Keith (1971). Religion and the Decline of Magic: Studies in Popular Beliefs in Sixteenth and Seventeenth Century England. London: Weidenfeld & Nicolson.
Cohn, Norman (1975). Europe's Inner Demons: An Enquiry Inspired by the Great Witch-Hunt. Sussex and London: Sussex University Press and Heinemann Educational Books.
laniczay, Gábor (1990). The Uses of Supernatural Power: The Transformation of Popular Religion in Medieval and Early-Modern Europe. Susan Singerman (translator). Princeton: Princeton University Press.
Levack, Brian P. (1995). The Witch Hunt in Early Modern Europe(second ed.). London and NewYork: Longman.
Federici, S. (2004) Caliban and the Witch: Women, the Bodyand primitive Accumulation, Autonomedia, NYC.
Lady Stardust (2007) Γυναίκες στην Πυρά Το Κυνήγι Μαγισσών στην Ευρώπη, οι περιφράξεις και η ανάδυση του καπιταλισμού», Past Tense Publications, London, ( για την Ελλάδα Μωβ Καφενείο της Φάμπρικα Υφανέτ, Νοέμβριος 2010).


πηγή tvxs


Η νέα βιοπολιτική του φόβου: κοινωνική διαχείριση με την επιβολή της ρευστότητας και της γενικευμένης ανασφάλειας

του Σπύρου Μανουσέλη

Ο πανικός ως πλανητική στρατηγική


Μια σειρά από κοινωνικοπολιτικά συμβάντα υποδεικνύουν ότι ο ανθρώπινος φόβος, ο διάχυτος πανικός αλλά και η «τυφλή» κοινωνική και ατομική βία που βιώνουμε καθημερινά στις σύγχρονες κοινωνίες δεν αποτελούν τόσο τις ορατές «παρενέργειες» ή τα υποπροϊόντα της εγωιστικής ανθρώπινης φύσης, αλλά μάλλον την κυρίαρχη ιστορική επιλογή μιας νέας μορφής άσκησης εξουσίας. Το καινοφανές στοιχείο, σήμερα, δεν είναι η εκμετάλλευση από την εξουσία των εγγενών και διαχρονικών βιο-ψυχολογικών μηχανισμών του φόβου, αλλά η συστηματική καλλιέργεια και η καλοσχεδιασμένη διαχείριση του ανθρώπινου φόβου σε πλανητικό επίπεδο.

Αν, όπως όλα δείχνουν, η νέα σκιώδης βιο-πολιτική δεν προσβλέπει τόσο στη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους αλλά μάλλον στην ελαχιστοποίηση του εγγενούς βιολογικού πλούτου και της ποικιλομορφίας της ανθρώπινης ζωής, τότε η πλανητική απαξίωση της εργασίας και άρα της οικονομίας, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με την ασαφή απειλή και τον διαρκή φόβο για την επιβίωσή μας -ως άτομων και ως είδους- καθιστούν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ρευστή και ευάλωτη, δηλαδή... αναλώσιμη.


Οι νευροβιολογικές προϋποθέσεις της βιο-πολιτικής διαχείρισης του φόβου




Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές των κοινωνικών εξελίξεων που υποστηρίζουν, πλέον, ανοιχτά ότι το πλανητικό αίσθημα ανασφάλειας καθώς και ο μαζικός φόβος για τη φαινομενικά «άλογη» βία της κοινωνικής μας ζωής δεν αποτελούν πρόσκαιρα ιστορικά-κοινωνικά φαινόμενα που οφείλονται στον λυσσαλέο και απάνθρωπο νεοφιλελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά είναι, αντίθετα, διαχρονικές και «έμφυτες» ανθρώπινες αντιδράσεις.

Υποστηρίζουν δηλαδή ότι πρόκειται για βιο-ψυχολογικές αντιδράσεις που είναι σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση και, σε τελευταία ανάλυση, πηγάζουν από κάποια ασαφώς προσδιορισμένα «ένστικτα» επιθετικότητας ή φοβίας απέναντι στους «άλλους». Ανθρώπινα ένστικτα, τα οποία υποτίθεται ότι εντοπίζονται στον εγκέφαλό μας ή, εναλλακτικά, ότι βρίσκονται «εγγεγραμμένα» στα γονίδιά μας.

Ασχετα από το πόσο επιστημονικά δικαιολογημένες είναι αυτές οι απόψεις, φαίνεται πως συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση ενός φοβιστικού κλίματος που νομιμοποιεί τις ανθρωποκτονικές πολιτικές απέναντι στους «άλλους», τους διαφορετικούς από εμάς ανθρώπους.





Από τη βία του πανικού...


Πώς καλλιεργείται, στις μέρες μας, το αίσθημα του συλλογικού φόβου ή του πανικού που όλοι βιώνουμε απέναντι σε κάποια ατομική ή συλλογική απειλή, π.χ. οικονομική, πολιτική, πολεμική κ.λπ.; Μια επικείμενη απειλή, για να είναι σε θέση να μας επηρεάζει οφείλει, παραδόξως, να είναι ταυτόχρονα ορατή και επιμελώς απροσδιόριστη!

Για παράδειγμα, τα ΜΜΕ μάς βομβαρδίζουν καθημερινά και ανελέητα με απειλητικές ειδήσεις: πραγματικές ή επικείμενες οικονομικές καταστροφές, κλοπές, δολοφονίες, βιασμούς, απάνθρωπης βίας στρατιωτικές ή κατασταλτικές επεμβάσεις κ.ο.κ. Πρόκειται για πολύ προσεκτικά επιλεγμένες και επιμελώς διογκωμένες ειδήσεις που απώτερος στόχος τους είναι, όχι τόσο να μας ενημερώσουν, αλλά, ενισχύοντας τα εγγενή μας αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, να μας παγιδεύσουν σε μια κατάσταση μόνιμης και χωρίς διέξοδο απειλής. Αυτές οι εικόνες ανείπωτης βίας εισβάλλουν καθημερινά, εγκαθίστανται στο μυαλό μας και επηρεάζουν παραλυτικά τη σκέψη μας. Η συστηματική καλλιέργεια του φόβου επειδή μας προετοιμάζει για τα χειρότερα εξυπηρετεί, κατά κανόνα, αδιαφανείς πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες.

Η αρχή λειτουργίας αυτού του ψυχολογικού μηχανισμού είναι αρκετά απλή: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για την απειλή που ελλοχεύει τόσο περισσότερο απειλητική τη θεωρούμε. Το ότι αυτό συμβαίνει είναι λίγο-πολύ γνωστό. Πολύ λιγότερο γνωστό είναι μέσα από ποιους ακριβώς εγκεφαλικούς μηχανισμούς εσωτερικεύεται και αποτυπώνεται η βία του φόβου. Ενώ δηλαδή η φαινομενολογία και η κοινωνιολογία του φόβου έχουν αναλυθεί επαρκώς, οι νευροβιολογικές προϋποθέσεις αυτού του αρχέγονου και τεράστιας επιβιωτικής σημασίας συναισθήματος παραμένουν αδιαφανείς.

...στο υπόστρωμα της βίας




Στις βιολογικές επιστήμες με τον όρο «βίαιη» ή «επιθετική» συμπεριφορά περιγράφονται οι ενδογενείς βιολογικοί παράγοντες που προδιαθέτουν έναν οργανισμό σε βίαιη δράση απέναντι σε μέλη του ίδιου ή διαφορετικού είδους. Η επιθετική συμπεριφορά περιλαμβάνει λοιπόν συγκεκριμένες εκδηλώσεις βίας: «λεκτική» ή σωματική απειλή, θυμό, ανταγωνισμό και βίαιη επίθεση.

Μια άλλη σημαντική διάκριση σχετικά με τη βίαιη συμπεριφορά έχει να κάνει με το αν αυτή απευθύνεται σε μέλη της ίδιας ομάδας ή του ίδιου είδους (ενδοειδική) ή σε μέλη διαφορετικών ειδών (διαειδική επιθετική συμπεριφορά). Για παράδειγμα, μια γάτα συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά όταν επιτίθεται σε ένα ποντίκι απ’ ό,τι όταν επιτίθεται σε μια άλλη γάτα. Και αυτό ισχύει για όλα τα ζώα, ανεξάρτητα αν είναι αρπακτικά, «αιμοβόρα» σαρκοφάγα ή «ειρηνικά» φυτοφάγα.

Επομένως, η βίαιη συμπεριφορά δεν αποτελεί καθόλου ένα μοναδικό και ενιαίο φαινόμενο, αλλά περιλαμβάνει ευρύτατο φάσμα αντιδράσεων, οι οποίες διαφοροποιούνται τόσο ως προς τα πρότυπα συμπεριφοράς που υιοθετούνται σε διαφορετικές περιστάσεις όσο και ως προς τα ενδογενή ή εξωγενή αίτια που πυροδοτούν αυτές τις εκδηλώσεις.

Εξίσου εντυπωσιακά αποτελέσματα με τη διερεύνηση του φόβου έχει να παρουσιάσει, τα τελευταία κυρίως χρόνια, και η έρευνα του εγκεφαλικού υποστρώματος και των νευροβιολογικών μηχανισμών που εμπλέκονται και πυροδοτούν την ανθρώπινη επιθετική συμπεριφορά. Οι νευροεπιστήμονες κατάφεραν να χαρτογραφήσουν κάποιες παλαιοεγκεφαλικές δομές, δηλαδή τις εξελικτικά αρχαιότερες δομές του εγκεφάλου, που δραστηριοποιούνται όποτε εκδηλώνουμε κάποια επιθετική ή βίαιη συμπεριφορά.

Από καιρό είναι γνωστό στους ειδικούς ότι το μεταιχμιακό σύστημα και ειδικότερα δύο δομές του, ο υποθάλαμος και η αμυγδαλή, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία αισθημάτων όπως ο φόβος και η επιθετικότητα. Οταν εξαιτίας ενός τραύματος ή κάποιας ανωμαλίας διακόπτεται ή βραχυκυκλώνεται η επικοινωνία μεταξύ αυτών των δύο εγκεφαλικών δομών, το άτομο είναι ανίκανο να ελέγξει συνειδητά και να περιορίσει με τη θέλησή του τις εξαιρετικά βίαιες αντιδράσεις του. Μια επιστημονική παρατήρηση που ίσως εξηγεί την απίστευτη βία, ωμότητα καθώς και την παντελή έλλειψη φόβου ή τύψεων που συχνά επιδεικνύουν ορισμένοι δολοφόνοι (όχι όμως όλοι).

Επίσης, θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι σε ορισμένες ενστικτώδεις αντιδράσεις επίθεσης ή φυγής, αποφασιστικό ρόλο παίζουν οι υποφλοιώδεις δομές του εγκεφάλου: ο δικτυωτός σχηματισμός, το μεταιχμιακό σύστημα, ο ιππόκαμπος, η αμυγδαλή, ο θάλαμος και ο υποθάλαμος. Αυτές οι εγκεφαλικές δομές που ενεργοποιούνται αμέσως με την εμφάνιση κάποιας πραγματικής ή φανταστικής απειλής είναι υπεύθυνες για την ταχύτατη (και άρα μη συνειδητή) ενεργοποίηση του αυτόνομου νευρικού συστήματος ως απάντηση σε κάποιες απειλητικές καταστάσεις.

Αν και αρχικά οι ερευνητές πίστεψαν ότι σε αυτές τις πιο αρχαϊκές εγκεφαλικές δομές εντοπίζονται τα «κέντρα» της επιθετικότητας ή του πανικού, σήμερα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι τέτοια αυστηρά οριοθετημένα εγκεφαλικά «κέντρα» για τη βία ή τον πανικό δεν υπάρχουν. Αντίθετα, στην εκδήλωση κάθε ιδιαίτερα βίαιης ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς εμπλέκονται ευρύτατα νευρωνικά κυκλώματα. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι, τόσο ανατομικά όσο και λειτουργικά, τα εγκεφαλικά κυκλώματα που εμπλέκονται στην εμφάνιση του φόβου και της βίας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους προκειμένου να καθορίσουν τις κατάλληλες απαντήσεις του οργανισμού μας στις ενδογενείς πιέσεις ή στις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Πάντως, καλό θα ήταν να έχουμε πάντα κατά νου ότι κάθε προσπάθεια να δοθεί μια αποκλειστικά νευροβιολογική εξήγηση του ανθρώπινου φόβου ή του πανικού ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει νομιμοποιητικά: εκλογικεύοντας και δικαιολογώντας «επιστημονικά» τις πιο απάνθρωπες και αντικοινωνικές πράξεις βίας. Οσο για το πώς τα ανθρώπινα συναισθήματα -και κυρίως τα αρνητικά- εμπλέκονται στις πολιτικές μας επιλογές και συνεπώς αποτελούν αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο.

Η ανατομική του πανικόβλητου εγκεφάλου




Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες οι νευροεπιστήμες απέκτησαν τα απαραίτητα εργαλεία (υπολογιστική ηλεκτροεγκεφαλογραφία, λειτουργική μαγνητική τομογραφία κ.ά.) που απαιτούνται για τη διερεύνηση και τη χαρτογράφηση των εγκεφαλικών κυκλωμάτων του φόβου.

Ετσι, διαπίστωσαν ότι διαφορετικά πρωτογενή συναισθήματα (απέχθεια, φόβος, θυμός, ηδονή κ.ά.) παράγονται από την ενεργοποίηση διαφορετικών -αλλά όχι απομονωμένων- εγκεφαλικών κυκλωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ανακάλυψαν ότι στα συναισθήματα φόβου ή πανικού εμπλέκεται όχι μόνο ο νεόφλοιος αλλά και ένα πολύπλοκο κύκλωμα από πυρήνες του μεταιχμιακού συστήματος, που περιλαμβάνει μια σειρά από υποφλοιώδεις δομές (υποθάλαμος, θάλαμος, ιππόκαμπος, αμυγδαλή).

Τόσο οι πρωτοποριακές έρευνες του J.Ε. LeDoux όσο και οι μετέπειτα έρευνες του Α. Damasio ανέδειξαν τον αποφασιστικό ρόλο της αμυγδαλής στην παραγωγή των φοβικών συναισθημάτων. Οπως διαπίστωσαν πειραματικά, ο πρωταγωνιστικός ρόλος της αμυγδαλής στην παραγωγή του φόβου οφείλεται στο ότι αυτή βρίσκεται στο σταυροδρόμι πλήθους νευρικών οδών που συνδέουν τις πιο «αρχαϊκές» υποφλοιώδεις δομές με τις πιο πρόσφατα «εξελιγμένες» περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού.

Ετσι εξηγείται γιατί ένας άνθρωπος, όπως εξάλλου και τα περισσότερα ζώα, είναι σε θέση να βιώνει συναισθήματα έντονου φόβου ή και πανικού όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι που τον είχε τρομάξει στο παρελθόν. Οι άνθρωποι, όμως, μπορούν επιπρόσθετα να τρομοκρατηθούν από κάτι που απλώς τυχαίνει να διαβάσουν, να δουν ή να ακούσουν χωρίς ποτέ να το έχουν βιώσει προσωπικά κατά το παρελθόν!

Αυτή η τυπικά ανθρώπινη ικανότητα προφανώς οφείλεται στις πολύπλοκες διασυνδέσεις της αμυγδαλής με τις ανώτερες και ιδιαίτερα αναπτυγμένες φλοιικές δομές του εγκεφάλου μας, οι οποίες είναι σε θέση να επεξεργάζονται πολύ πιο αφηρημένες πληροφορίες.

Τελικά, για το υπερβολικό άγχος και τον πανικό που μας δημιουργούν οι βίαιες σκηνές και οι απειλητικές ειδήσεις των ΜΜΕ «ευθύνεται» σε μεγάλο βαθμό η ιδιαίτερα πολύπλοκη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου μας. Πράγματι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, από τις μέχρι σήμερα έρευνες, τόσο στην τελική επεξεργασία των συναισθημάτων μας όσο και στη λήψη των περισσότερων «συνειδητών» αποφάσεών μας εμπλέκονται συγκεκριμένα και εν πολλοίς γνωστά νευρωνικά κυκλώματα του προμετωπιαίου φλοιού, τα οποία, όταν χρειάζεται, μπορούν μέσω των κατάλληλων νευροχημικών σημάτων να καταστέλλουν τη δραστηριότητα ορισμένων «βίαιων» και εξελικτικά πιο αρχαϊκών δομών του εγκεφάλου μας και συγκεκριμένα, του υποθαλάμου και της αμυγδαλής: δύο δομές του μεταιχμιακού συστήματος που εμπλέκονται άμεσα και, από κοινού, διαμορφώνουν τόσο τα αισθήματα φόβου ή πανικού που βιώνουμε όσο και τις βίαιες ή επιθετικές αντιδράσεις μας.

Όταν το κύκλωμα Φόβος-Βία βραχυκυκλώνει





Αν εξαιτίας ενός τραύματος, μιας γενετικής μετάλλαξης ή και λόγω των υπερβολικών εξωτερικών πιέσεων, διακοπεί ή αλλοιωθεί σημαντικά η φυσιολογική και αμοιβαία επικοινωνία του «αρχαιότερου» μεταιχμιακού συστήματος με τις δομές του πιο εξελιγμένου προμετωπιαίου φλοιού, τότε πιθανότατα ο άνθρωπος θα είναι παντελώς ανίκανος να ελέγχει συνειδητά τις συναισθηματικές του αντιδράσεις!

Μάλιστα, έχει διαπιστωθεί ότι όσο νωρίτερα στη ζωή ενός ανθρώπου διακόπτεται -από κάποια ασθένεια ή από τραύμα- αυτό το αμφίδρομο κανάλι επικοινωνίας και ελέγχου του «ανώτερου» προμετωπιαίου φλοιού με τις «κατώτερες» δομές του μεταιχμιακού συστήματος τόσο δραματικότερες είναι οι συνέπειες για τη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου του.

Η πανδημία πανικού ως βιοπολιτική στρατηγική






Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο οι τρομοκρατικές ειδήσεις και οι εικόνες ανείπωτης βίας που προβάλλονται καθημερινά από τα ΜΜΕ εγκαθίστανται στο μυαλό μας και επηρεάζουν παραλυτικά τη σκέψη μας.

Πρόκειται για προσεκτικά επιλεγμένες εικόνες και επιμελώς διογκωμένες ειδήσεις που απώτερος στόχος τους δεν είναι τόσο να μας ενημερώσουν αλλά, ενισχύοντας τα εγγενή συναισθήματά μας φόβου και ανασφάλειας, να μας παγιδεύσουν σε μια κατάσταση μόνιμης και χωρίς διέξοδο απειλής.

Η αρχή λειτουργίας του βιοψυχολογικού μηχανισμού μετατροπής του φόβου σε πανικόβλητη ανασφάλεια είναι αρκετά απλή: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για την απειλή που ελλοχεύει τόσο περισσότερο απειλητική τη θεωρούμε.

Στο σημερινό ζοφερό πλανητικό τοπίο, αυτές οι φοβικές, αγχώδεις και πανικόβλητες αντιδράσεις υπαγορεύονται κυρίως από την προσωπική και κοινωνική ανασφάλεια.

Στο αφιέρωμά μας για τη μεταμόρφωση του ιδιωτικού φόβου σε μαζικό κοινωνικό πανικό προσπαθούμε να συνοψίσουμε μισό και πλέον αιώνα επιστημονικής διερεύνησης αλλά και δόλιας πολιτικής διαχείρισης αυτών των δύο πανανθρώπινων αντιδράσεων σε κάθε απειλή, πραγματική ή φανταστική.

Η μετανεωτερική διαχείριση των ανθρώπινων φοβικών συμπεριφορών




Τα συναισθήματά μας, όπως ο φόβος, η απέχθεια, η χαρά, η λύπη και η οργή επηρεάζουν περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε την καθημερινή συμπεριφορά και τις πολιτικές μας επιλογές.

Από όλα τα αρνητικά συναισθήματα, ο φόβος τραβά πρωτίστως και σχεδόν αυτομάτως την προσοχή μας και επενεργεί ταχύτερα και βαθύτερα επηρεάζοντας ακόμη και τις πιο «ψυχρές» επιλογές μας.

Μάλιστα πολυετείς στατιστικές μελέτες και επιτόπιες εκλογικές έρευνες έχουν δείξει ότι ανάμεσα στον φόβο-άγχος, το μίσος-οργή και την ελπίδα-ενθουσιασμό, συνήθως ο φόβος είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιλογή τού τι ή ποιον θα ψηφίσουμε, κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά τα πολιτικά κόμματα και προσαρμόζουν ανάλογα την εκλογική τους στρατηγική.

Η εντυπωσιακή επιρροή του φόβου στα ανθρώπινα πράγματα εξηγείται επαρκώς εξελικτικά: είναι μια πανάρχαια επιβιωτική στρατηγική που ευνοήθηκε από τη φυσική επιλογή επειδή μας ωθεί να αντιδρούμε άμεσα και ενεργητικά απέναντι σε μια δυνητική απειλή.

Ακόμη κι αν πρόκειται για έναν εντελώς φανταστικό κίνδυνο, είναι πολύ καλύτερη η άμεση αντίδραση απέναντι σε μια κατάσταση ψευδούς συναγερμού, παρά να θέσουμε σε κίνδυνο τη ζωή μας κωλυσιεργώντας στην προσπάθειά μας να αποφασίσουμε αν πρόκειται ή όχι για πραγματικό κίνδυνο.

Έμφοβοι εγκέφαλοι...




Οι νευροεπιστήμονες γνωρίζουν από καιρό ότι σε αυτές τις αυτόματες φοβικές αντιδράσεις εμπλέκεται πάντα η αμυγδαλή, ομάδα πυρήνων που συναποτελεί μαζί με τον ιππόκαμπο το στεφανιαίο ή μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου.

Γι’ αυτό η αμυγδαλή περιγράφεται συνήθως –και όπως θα δούμε εσφαλμένα– ως το εγκεφαλικό «κέντρο του φόβου», μολονότι συνδέεται στενά και επικοινωνεί με διάφορες περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού, που είναι η έδρα των «ανώτερων» και πιο ψύχραιμων νοητικών λειτουργιών.

Πάντως, το γεγονός ότι οι προβολές της αμυγδαλής, δηλαδή τα κανάλια επικοινωνίας με τις ανώτερες φλοιικές δομές, είναι αριθμητικά πολύ περισσότερες απ’ ό,τι το αντίστροφο (δηλαδή οι προβολές από τον νεοφλοιό στην αμυγδαλή), ίσως εξηγεί το γιατί ο φόβος και οι σωματικές αντιδράσεις συναγερμού πυροδοτούνται άμεσα και πολύ πριν οι ανώτερες φλοιικές δομές αποφασίσουν «νηφάλια» για την κρισιμότητα της κατάστασης.

Επίσης, έτσι εξηγείται το γιατί αποδεικνύεται συχνά εξαιρετικά δύσκολο για την έλλογη σκέψη να επιβληθεί ή, έστω, να ελέγξει πλήρως τους παράλογους φόβους και τον πανικό μας.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα και επαρκώς επιβεβαιωμένη πτυχή των έντονων φοβικών εμπειριών μας είναι ότι αυτές καταγράφονται μόνιμα στη μνήμη μας: ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει παρέλθει οριστικά, η μνημονική εγγραφή του παραμένει, έτοιμη να ανακληθεί όποτε αντιμετωπίζουμε ή νομίζουμε ότι αντιμετωπίζουμε μια παρόμοια απειλή.

Παρ’ όλα αυτά, οι πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών του εγκεφάλου και του νου έχουν αποκαλύψει πόσο απλοϊκή είναι αυτή η εικόνα της αμυγδαλής ως του εγκεφαλικού «κέντρου του φόβου».

Ακόμη και ο Joseph Le Doux, ο κορυφαίος Αμερικανός νευροεπιστήμονας που πρώτος ανέδειξε με τις πρωτοποριακές έρευνές του τον ρόλο της αμυγδαλής στα συναισθήματα του φόβου, θεωρεί την αναζήτηση ενός μοναδικού «κέντρου» των φοβικών μας αντιδράσεων εντελώς εσφαλμένη: η αμυγδαλή δεν είναι ούτε ανατομικά ούτε λειτουργικά απομονωμένη και επιπλέον είναι μια υπερβολικά απλή δομή για να μπορεί, από μόνη της, να παράγει ή έστω να ελέγχει τόσο σύνθετες νοητικές αντιδράσεις όπως ο φόβος, το άγχος και ο πανικός.

Ωστόσο, όπως εύστοχα επισημαίνει ο κορυφαίος Γερμανός νευροβιολόγος Gerald Hüther στο βιβλίο του «Βιολογία του φόβου» (εκδ. Πολύτροπο, σελ. 101): «Μόνο τα κοινωνικά θηλαστικά με τη μεγαλύτερη ικανότητα μάθησης, όπως οι πίθηκοι και οι άνθρωποι, μπορούν να νιώθουν επί μακρό χρονικό διάστημα αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα του δρόμου που πρέπει να πάρουν, μακρόχρονη συναισθηματική ανασφάλεια, καθώς και μια ανεξέλεγκτη νευροενδοκρινική αντίδραση στρες».

Μια αντίδραση που, όπως τονίζει ο Hüther, προκαλείται κατά κύριο λόγο από έντονες κοινωνικές φορτίσεις και ανεξέλεγκτες βιοψυχολογικές πιέσεις.

Αυτά ακριβώς τα ιδιαίτερα ανθρώπινα νευροψυχολογικά χαρακτηριστικά εκμεταλλεύονται, προς ίδιον όφελος, τα διαφορά διεθνή και τοπικά κέντρα εξουσίας (πολιτικά, οικονομικά, ενημερωτικά) για να επιβάλουν πλανητικά τις νέες βιοπολιτικές φόβου και τρόμου που συντηρούνται από το μετανεωτερικό καθεστώς της διαρκούς ανασφάλειας.

... πανικόβλητοι πολίτες


Πρέπει λοιπόν να είναι απολύτως σαφές ότι κάθε λεπτομερώς σχεδιασμένη πολιτική προπαγάνδα και οι σκοπίμως παραπλανητικές ή λαϊκιστικές εξαγγελίες των περισσότερων πολιτικών κομμάτων στοχεύουν πρωτίστως -άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ανεπίγνωστα- στην επιλεκτική ενεργοποίηση και συντήρηση αυτών ακριβώς των εγκεφαλικών μηχανισμών του φόβου.

Αν κατά το παρελθόν, τέτοιες στρατηγικές επιλογές χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ και των πολιτών-ψηφοφόρων από τα κόμματα ήταν μόνο εμπειρικές, σήμερα σχεδιάζονται επακριβώς από ειδικές επιτροπές, που λαμβάνουν υπόψη τα νέα βιοψυχολογικά δεδομένα σχετικά με τη «φυσική προδιάθεση» του ανθρώπινου εγκεφάλου για φοβικές και πανικόβλητες αντιδράσεις.

Πολιτικές στρατηγικές που ο διάσημος ψυχολόγος και συγγραφέας Ντάνιελ Κόλεμαν (Daniel Coleman) τις έχει περιγράψει ως πολιτικές χειραγώγησης ή, ακριβέστερα, «επιστράτευσης της αμυγδαλής».

Πρόκειται για τη χρήση της μαζικής προπαγάνδας όχι μέσω κάποιων εύλογων και τεκμηριωμένων πολιτικών επιχειρημάτων αλλά αποκλειστικά μέσω της επίκλησης των φοβικών-συναισθηματικών αντιδράσεων των πολιτών που στόχο της έχει την επίτευξη της «αυθόρμητης» συναίνεσης και της δήθεν οικειοθελούς συμμετοχής σε μια εμφανώς αντιλαϊκή πολιτική ή, σε πιο ακραίες ιστορικές συγκυρίες, σε μια εθνοεξοντωτική ή ρατσιστική «ιερή κάθαρση»!

Τα ιστορικά παραδείγματα του πώς ο μαζικός συναισθηματικός προσηλυτισμός μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε ανθρωποκτόνες πολιτικές πρακτικές είναι κυριολεκτικά ατελείωτα: από την απανθρωποποίηση των δούλων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ μέχρι τις σημερινές στρατηγικές διαχείρισης των κυμάτων προσφύγων ή μεταναστών, και από τη μαζική εξόντωση των «εχθρών του λαού» στην ΕΣΣΔ και των «υπανθρώπων» στη ναζιστική Γερμανία μέχρι τις τρέχουσες και σχεδόν καθολικά επιβεβλημένες βιοπολιτικές απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Πράγματι, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος το ότι, στις σημερινές δυτικές κοινωνίες της αφθονίας, οι περισσότεροι πολίτες ζουν σε και βιώνουν ένα πρωτόγνωρο καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας όχι μόνο για το μέλλον αλλά και για το παρόν.

Πλήθος μελετών επιβεβαιώνουν το φαινομενικά παράδοξο γεγονός ότι στις σημερινές κοινωνίες οι άνθρωποι είναι πολύ πιο φοβισμένοι και ανασφαλείς απ’ ό,τι κατά το παρελθόν.

Μια καθημερινή τρομοκρατική-τρομολαγνική ειδησεογραφία συντηρεί και ανατροφοδοτεί μάλιστα το καθημερινό άγχος και τον άλογο τρόμο μας για τις επερχόμενες καταστροφές ή για τις σκοτεινές δυνάμεις, που, επειδή τις αγνοούμε και δεν τις ελέγχουμε, πιστεύουμε ακράδαντα ότι είναι σε θέση να μας καταστρέψουν.

Συντηρητικοί λόγω φόβου;




Υπάρχει, άραγε, μια μονόδρομη αιτιακή και βιοψυχολογικά προκαθορισμένη σχέση ανάμεσα στον μαζικό φόβο και τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια με τη σημερινή επικράτηση των συντηρητικών και σκοταδιστικών πολιτικών; Η άμεση και συνήθης απάντηση είναι ένα ανεπιφύλακτο «ναι».

Δυστυχώς, ή μάλλον ευτυχώς, τα ανθρώπινα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, εξίσου περίπλοκα με την εν πολλοίς άγνωστη και ανεπαρκώς κατανοητή μηχανή που τα παράγει, δηλαδή τον ανθρώπινο εγκέφαλο - νου.

Το γεγονός ότι, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο φόβος δεν εξαρτάται -ούτε καν ρυθμίζεται- από ένα και μόνο εγκεφαλικό κέντρο σε συνδυασμό με το ότι οι πανικόβλητες και αγχώδεις συμπεριφορές μας διαμορφώνονται σε εγκεφαλικές δομές που είναι διαφορετικές από αυτές του φόβου, καθιστά την, κατά τα άλλα, προφανή σχέση του φόβου με τον πανικό λιγότερο γραμμική, κάτι που ισχύει τόσο για τον εγκέφαλο όσο και για την πολιτική!

Πράγματι, πολλές πρόσφατες επιστημονικές έρευνες επιβεβαιώνουν το μάλλον απρόσμενο γεγονός ότι το άγχος και ο πανικός, σε αντίθεση με τις άμεσες φοβικές αντιδράσεις μας, αποτελούν πολύ πιο σύνθετες αντιδράσεις του οργανισμού μας σε κάποια πραγματική ή επικείμενη απειλή. Αυτή η διαφοροποίηση των αρνητικών συναισθημάτων είναι αποφασιστικής σημασίας για την τρέχουσα βιοπολιτική.

Στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι φοβούνται, αγχώνονται και πανικοβάλλονται από δυνητικές απειλές, που δεν έχουν ποτέ υποστεί οι ίδιοι.

Για παράδειγμα, η πλειονότητα των πολιτών της Ε.Ε. βιώνει καθημερινά την απειλή της ανεργίας, της τρομοκρατίας, της χρεοκοπίας, της εγκληματικότητας των πόλεων ή τον τρόμο για τα νέα κύματα μεταναστών που υποτίθεται ότι θα καταστρέψουν την «παραδείσια» συνοχή των κοινωνιών μας ή την εθνική μας ταυτότητα.

Απειλές και καταστροφές που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν επιβεβαιώνονται από τις προσωπικές εμπειρίες των, κατά τα άλλα, κυριολεκτικά τρομοκρατημένων Ευρωπαίων πολιτών.

Είναι γεγονός, όμως, ότι η πολιτική του γενικευμένου φόβου και της ανασφάλειας επηρεάζει κυρίως τα άτομα που έχουν αυταρχικές ιδέες και συντηρητικές πολιτικές απόψεις.

Πρόκειται για ανασφαλείς, ανελαστικές προσωπικότητες που στρέφονται σε ακραία συντηρητικά κόμματα, από αδυναμία να διαχειριστούν την εγγενή ανασφάλεια, αβεβαιότητα και πολυμορφία της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκτενής έρευνα πολιτικής ψυχολογίας, που πραγματοποιήθηκε το 2017 στην Ολλανδία από τον Mathe van der Bles και τους συνεργάτες του, αποκάλυψε ότι η συλλογική έλλειψη ικανοποίησης για την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση, ακόμα και μεταξύ αρκετά ευκατάστατων πολιτών, τους οδηγεί στην επιλογή των πιο ακραίων πολιτικών προτάσεων επειδή αυτές αμφισβητούν το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό πρότυπο.

Η ολλανδική έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Political Psychology», ανέδειξε επίσης επαρκώς ότι η προσωπική δυσφορία δεν έχει ανάλογες πολιτικές συνέπειες.

«Οι συλλογικές και αφηρημένες κοινωνικές πεποιθήσεις ασκούν μεγαλύτερη επιρροή από τις επιμέρους προσωπικές εμπειρίες», υποστηρίζει ο Mathe van der Bles.

Διόλου περίεργο λοιπόν που η κυρίαρχη βιοπολιτική είναι να αποσυνδέεται συστηματικά το καθεστώς του κοινωνικού φόβου και πανικού από τις προσωπικές εμπειρίες και τα βιώματα των ανθρώπων.

Η τρέχουσα πλανητική κυριαρχία του φόβου και του πανικού οφείλεται στην τεχνο-επιστημονική δυνατότητα των προπαγανδιστών της νέας βιοεξουσίας να διαμορφώνουν «πολίτες» με διχασμένη κοινωνική και ιδιωτική ταυτότητα, οι οποίοι υπό το κράτος του φόβου μπορούν να λειτουργούν μόνο ως τρομοκρατημένες και άρα άβουλες... κοινωνικές μαριονέτες.

Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε κάποιες επιπρόσθετες πτυχές αυτού του «καυτού» θέματος, όπως αυτό αναλύεται από μερικά ιδιαιτέρως διαφωτιστικά βιβλία


Η βιοπολιτική της διαρκούς... ανασφάλειας




Στα δύο προηγούμενα άρθρα προσπαθήσαμε να περιγράψουμε το σημερινό ζοφερό πλανητικό τοπίο, όπου οι φοβικές, αγχώδεις και πανικόβλητες αντιδράσεις υπαγορεύονται κυρίως από την ατομική και συλλογική ανασφάλεια (βλ. «Εφ.Συν.» 14 και 21-4-18).

Σε αυτή την αποφασιστική καμπή της ανθρώπινης περιπέτειας θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να ομολογήσουμε ότι δεν διαθέτουμε προφανείς και εύκολες πολιτικές-κοινωνικές λύσεις, ούτε βέβαια «μαγικές» τεχνολογικές ή επιστημονικές συνταγές για την έξοδο από την πλανητική κρίση που έχουμε δημιουργήσει.

Η επιλογή της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης νεωτερικής εξουσιαστικής πρακτικής είχε συνέπεια να υποβαθμιστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νέων «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες, αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.

Αυτό δεν σημαίνει, όπως θα δούμε, ότι η κυρίαρχη βιοπολιτική έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές, όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Η μετανεωτερική διαχείριση των ανθρώπινων φοβικών συμπεριφορών (ΙΙ)









Οι εικόνες της κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, της εγκληματικής βίας, των απρόσμενων φυσικών καταστροφών που προβάλλονται καθημερινά από την τηλεόραση δημιουργούν στους θεατές φοβικές αντιδράσεις που μολύνουν την κοινωνική τους ζωή.

Αυτές οι φοβικές αντιδράσεις, όπως είδαμε, ενώ βασίζονται σε εγγενείς εγκεφαλικούς μηχανισμούς, δεν είναι, όπως πολύ συχνά λέγεται, τα προϊόντα των «εκ φύσεως» φοβικών εγκεφάλων των θεατών, αλλά προκύπτουν από κάποια απειλητικά ερεθίσματα.


Ο βομβαρδισμός μας με αρνητικά-αγχωτικά ερεθίσματα είναι επομένως μια ιστορική-πολιτική επιλογή που στοχεύει συνειδητά στον έλεγχο και την περιστολή των ανθρώπινων βιοψυχολογικών συμπεριφορών.

Οι καθημερινές εικόνες των προσφύγων ή των μικρών παιδιών που πνίγονται στην απελπισμένη προσπάθειά τους να διαφύγουν από τη βία του πολέμου στη Συρία, και σε άλλα σημεία του πλανήτη, γεννούν όχι μόνο έντονη δυσφορία και οργή, αλλά κυριολεκτικά τρόμο για το ανασφαλές παρόν και το επισφαλές μέλλον της ανθρωπότητας.

Ποιες ακριβώς επιπτώσεις έχει για την ψυχοσωματική υγεία και την πολιτική ζωή ενός ατόμου η ανησυχαστική εικόνα της πλανητικής ανασφάλειας;

Είτε το άτομο βιώνει μια πραγματική καταστροφική εμπειρία είτε είναι απλώς θεατής όταν συμβαίνει, αυτή χαράσσεται στη μνήμη του επηρεάζοντας σημαντικά την κοινωνική ζωή του.

Απανθρωποποιητικές (βιο)πολιτικές

Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από τη βιολογική «ζωή» των ανθρώπων, δεδομένου ότι τόσο ο κοινωνικοπολιτικός «βίος» όσο και η βιολογική «ζωή» μας αποτελούν αντικείμενα διαχείρισης και χειραγώγησης από τη βιοπολιτική.

Για την πιο πρόσφατη μάλιστα μετανεωτερική εκδοχή της βιοπολιτικής η ανθρώπινη ζωή έχει αξία μόνο ως «πρώτη ύλη», δηλαδή ως ένα εύπλαστο και τελικά αναλώσιμο υλικό πάνω στο οποίο οικοδομείται η καινοφανής πλανητική βιο-εξουσία των αγορών. Ετσι στις σημερινές ιστορικοπολιτικές συνθήκες η βιο-πολιτική μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε θανατο-πολιτική.

Πρόκειται για την καθολικά εφαρμοζόμενη στρατηγική της «γυμνής ζωής», όπως την περιέγραψε ο κορυφαίος Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben) στο βιβλίο του «Homo sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», που επανακυκλοφορεί από τις εκδ. «Εξάρχεια».

Αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, ο συγγραφέας καταλήγει στο πρόδηλο και, δυστυχώς, ολοένα και πιο συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα: «Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».

Μολονότι ο Αγκάμπεν ξεκίνησε να γράφει το «Homo sacer» για να διερευνήσει τα αίτια της απάνθρωπης εξολοθρευτικής πολιτικής στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των νέων βιοπολιτικών πρακτικών, οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».

Από τις εμβριθείς και ιστορικά τεκμηριωμένες αναλύσεις του προκύπτει ότι «η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος».

Η επιλογή της εξουσίας -κατά την ύστερη νεωτερική εποχή- να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε σταδιακά, όχι τόσο ή όχι μόνο στα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων, αλλά στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής συνολικά, η οποία κατέληξε να θεωρείται από την εκάστοτε βιοεξουσία πλήρως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή».

Πώς όμως το πέτυχε αυτό η νέα πλανητική βιοεξουσία; Μετατρέποντας τις σπάνιες μέχρι χθες «καταστάσεις εξαίρεσης» -τις λεγόμενες «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης»- σε καθεστώς μόνιμης και τεχνητά ανατροφοδοτούμενης ανασφάλειας των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν πλέον να ζουν σε καθεστώς φόβου για το παρόν και πανικού για το μέλλον.

Ολοκληρωτική ανασφάλεια;





Η επιβολή της ρευστότητας και της διαρκούς ανασφάλειας ως εργαλείο κοινωνικής διαχείρισης έχει αναλυθεί επαρκώς από σημαντικούς στοχαστές -Μισέλ Φουκό, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Τζόρτζιο Αγκάμπεν κ.ά.- οι οποίοι έχουν εξηγήσει αναλυτικά πώς οι μετανεωτερικές πολιτικές της συρρίκνωσης του κράτους δικαίου, η ρευστότητα της οικονομίας, η αποδόμηση των δημοκρατικών θεσμών αποτελούν τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου πια «πνεύματος των καιρών», του λεγόμενου γερμανιστί «Zeitgeist», που ταυτίζεται με τη γενικευμένη ανασφάλεια και την αβεβαιότητα σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, ιδιωτικούς και κοινωνικούς.

Παραδόξως, η νέα βιοπολιτική του φόβου και του πανικού κατάφερε να επιβληθεί πλανητικά ως αντιστάθμισμα στις δήθεν εγγενείς αδυναμίες της σύγχρονης δημοκρατίας και ως ένα αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση των εχθρών της: το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας και ρευστότητας ευνοεί συνήθως τις πιο συντηρητικές πολιτικές επιλογές των πολιτών, οι οποίοι τρομοκρατημένοι στρέφονται σε αντιδραστικούς πολιτικούς ηγέτες που δημαγωγικά τους υπόσχονται ασφάλεια και σταθερότητα, με αντίτιμο βέβαια τη «θυσία» κάποιων συστηματικά απαξιωμένων κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών.

Η καλλιέργεια και η εσωτερίκευση ασαφών απειλών σε συνδυασμό με την ευκολία με την οποία οι τρομοκρατημένοι πολίτες αντιδρούν, παραχωρώντας «οικειοθελώς» τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, μας αποκαλύπτουν κάποιες αδιαφανείς πτυχές της πολιτικής διαχείρισης των φοβικών μας αντιδράσεων.

Ετσι εξηγείται, για παράδειγμα, το συχνά διαπιστωμένο (από τα εκλογικά αποτελέσματα) γεγονός ότι απρόσωπες απειλές, όπως η οικολογική καταστροφή και η υπερθέρμανση του πλανήτη, δεν κινητοποιούν εξίσου τους ψηφοφόρους με τα συντηρητικά κόμματα που υπόσχονται την εξάλειψη του μεταναστευτικού προβλήματος.

Η «εξήγηση» των περισσότερων πολιτικών ψυχολόγων είναι ότι είμαστε βιολογικά προδιαθετειμένοι στο να «προσωποποιούμε» και να μεταθέτουμε τα προβλήματά μας στους «άλλους».

Συνεπώς έχουμε την τάση να αναγνωρίζουμε ευκολότερα ως πρόβλημα τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και όχι τις απρόσωπες οικολογικές καταστροφές.

Αυτό το δημοφιλές εξηγητικό σχήμα ωστόσο παραβλέπει σκοπίμως την επίκτητη ξενοφοβική παιδεία των ψηφοφόρων, καθώς και το εξίσου αποφασιστικό γεγονός ότι δεν διαθέτουν επαρκή ενημέρωση για τις πραγματικές συνέπειες των οικολογικών καταστροφών.

Δύο ενδιαφέροντα βιβλία για την έννοια του φόβου




Αν και γράφτηκε το 2004, το βιβλίο αυτό θεωρείται ήδη κλασικό στην πολιτική γραμματεία και παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και προφητικό όσον αφορά την ανάλυση της νέας κοινωνικής λειτουργίας του ανθρώπινου φόβου.

Μολονότι ο φόβος υπήρξε ανέκαθεν μια κεντρική πολιτική έννοια και κυρίως ένα ανεξάλειπτο εργαλείο εξουσίας, ελάχιστα έχει μελετηθεί από την πολιτική σκέψη.

Το σκανδαλώδες αυτό κενό επιθυμεί να καλύψει αυτό το βιβλίο του Κόρεϊ Ρόμπιν, ο οποίος μέσα από μια πολύ επιδέξια ιστορική ανασυγκρότηση καταφέρνει να μας προσφέρει μια εμβριθή ανάλυση της έννοιας και της πολιτικής λειτουργίας του φόβου από τις απαρχές της νεωτερικής εποχής μέχρι σήμερα.

Διόλου περίεργο λοιπόν που η ανάλυσή του ξεκινά από το θεμελιώδες και θεμελιακό έργο του Τόμας Χομπς, Βρετανού πολιτικού φιλόσοφου του 17ου αιώνα, που πρώτος αναγνωρίζει την αποφασιστική σημασία του συναισθήματος του φόβου για την κοινωνική συνοχή και ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων.

Ακολουθεί η συστηματική παρουσίαση δύο μεγάλων Γάλλων πολιτικών φιλοσόφων, του Μοντεσκιέ και του Αλεξίς ντε Τοκβίλ, οι οποίοι ο πρώτος τον 18ο αιώνα και ο δεύτερος τον 19ο αιώνα πρότειναν μια διαφορετική από τον Χομπς εκδοχή και πολιτική λειτουργία του φόβου.

Οσο για τον εικοστό αιώνα, ο συγγραφέας εστιάζει στο έργο της Χάνα Αρεντ, η οποία ήταν η πρώτη που ανέδειξε την τρομοκρατική και απανθρωποποιητική λειτουργία του μαζικού κοινωνικού φόβου.

Αυτή η ιστορική ανασυγκρότηση της πολιτικής έννοιας του φόβου οδηγεί τον συγγραφέα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, σε μια διεξοδική ανάλυση της λειτουργίας του φόβου στις ΗΠΑ ως του βασικού πολιτικού εργαλείου χειραγώγησης και επιβολής των νέων κοινωνικών, οικονομικών και ρατσιστικών ανισοτήτων.

Ο Κόρεϊ Ρόμπιν διδάσκει Πολιτική Επιστήμη σε δύο κορυφαία δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα των ΗΠΑ, στο Brooklyn College και στο Graduate Center του City University of New York.

Σπούδασε Ιστορία στο Ρrinceton και Πολιτικές Επιστήμες στο Yale. O «Φόβος» ήταν το πρώτο βιβλίο του που βραβεύτηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Πολιτικών Επιστημών και μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως σε πολλές ξένες γλώσσες.







Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη μονογραφία, η οποία παρουσιάζει συνοπτικά τη φαινομενολογική έννοια του φόβου ως ενός πολύ βασικού και συνειδητού ανθρώπινου συναισθήματος.

Μια φαινομενικά «ξεπερασμένη» προσέγγιση των ανθρώπινων «θυμικών», δηλαδή των αμιγώς ψυχικών λειτουργιών, που θέτει σοβαρά ερωτήματα στην κυρίαρχη σήμερα «αναγωγιστική» προσέγγιση του φόβου από τις νευροεπιστήμες.

Οπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας: «Η φιλοσοφία υπήρξε διστακτική απέναντι στο φόβο. Πολλοί στοχαστές αναγνωρίζουν την παρουσία του σε καίριες στιγμές του πρακτικού μας βίου· η στάση, όμως, που υιοθετούν απέναντί του είναι συνήθως επικριτική.

«Οσον αφορά το φόβο... δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε ποτέ να είναι αξιέπαινος ή χρήσιμος», ομολογεί ο Ντεκάρτ, ακολουθώντας την παράδοση αρνητικών απόψεων περί φόβου που εγκαινίασε ο Πλάτων όταν όριζε ως αρετή την ικανότητα αντίστασης σε ό,τι πιστεύουμε ή επιθυμούμε όταν βρισκόμαστε «εν φόβοις»».

Πράγματι, για τους περισσότερους κλασικούς φιλοσόφους ο φόβος είναι «κακός σύμβουλος» της δράσης, ενώ για όλους σχεδόν τους σύγχρονους ερευνητές ο φόβος είναι αναπόσπαστο μέρος της φυσικής αντίδρασης ενός οργανισμού προς αποφυγή μιας επερχόμενης βλάβης.

Ο Αντώνης Χατζημωυσής αμφισβητεί και τις δύο αυτές απόψεις και προσεγγίζει το πολύσημο συναίσθημα του φόβου από μια φαινομενολογική σκοπιά, η οποία επιθυμεί να αναδείξει τη φύση του ως συνειδητού συναισθηματικού βιώματος.

Ο συγγραφέας λοιπόν ανασκευάζει τον ορισμό του συναισθήματος ως αμιγώς σωματικού αισθήματος καθώς και τον ισχυρισμό ότι ο φόβος είναι ένα ασυνείδητο φαινόμενο. Αναλύει την καίρια όσο και δυσερμήνευτη σχέση του φόβου με τη συμπεριφορά και περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στον ενεργητικό και τον παθητικό φόβο.

Προτείνει, τέλος, μια ερμηνεία του φόβου η οποία εμπνέεται από τη φαινομενολογική θεωρία των συναισθημάτων. Η θεώρηση που αναπτύσσει προσεγγίζει τον φόβο ως απάντηση του οργανισμού σε μια επικίνδυνη εξωγενή κατάσταση, μια θεώρηση που φιλοδοξεί να συμβάλει στην κατανόηση του συνειδητού χαρακτήρα του φόβου, της φύσης του δηλαδή ως συναισθηματικής εμπειρίας.

Πάντως σήμερα σχεδόν κανένας νευροεπιστήμονας δεν ανάγει ούτε και ταυτίζει τα φοβικά συναισθήματα με ένα εγκεφαλικό «κέντρο του φόβου».



πηγή efsyn (τρία άρθρα σε ένα)